Του Δημήτρη Σάββα

Η Άνοιξη και το Πάσχα. Αυτό είναι το περιεχόμενο του Απρίλη για μας τους Έλληνες, σύμφωνα με τις κλιματολογικές μας συνθήκες και την Ορθοδοξία.

Αλλά ας αρχίσουμε πάλι από τα ιστορικά. να τοποθετήσουμε, δηλαδή τον Απρίλη μέσα στο ρωμαϊκό ημερολόγιο, που αποελεί τη βάση και του δικού μας.

Ο Απρίλης είναι ο τέταρτος μήνας του ρωμαϊκού ημερολόγιου και ονομάστηκε έτσι από το λατινικό ρήμα aperio, που σημαίνει ανοίγω, επειδή το μήνα αυτόν ανοίγουν τα πάντα: τα δέντρα, τα λουλούδια, ο καιρός. Είναι ο κατεξοχήν μήνας της άνοιξης, γι’ αυτό και στη Ρώμη ήταν αφιερωμένος - σε ποιαν άλλην; - στη θέα του έρωτα, την Αφροδίτη.

Προϋπόθεση όμως αυτού του ανοίγματος είναι η βροχή του Απρίλη ή η βροχή της Άνοιξης. Αυτή η βροχή θα συντελέσει στο να ανοίξουν οι “κοιμισμένες” ρίζες του χειμώνα. Θα κινηθούν, θα σαλέψουν και τότε θα φυτρώσουν οι εύοσμες πασχαλιές από το ποτισμένο χώμα. Τo θαύμα της ανάστασης λοιπόν και στα φυτά, έτσι όπως συνηθίζει παραστατικότητα να μας το περιγράφει ο Άγγλος ποιητής του Μεσοπολέμου T.S. Eliot.

“Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας

Μεσ’ απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας

Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας

Με τη βροχή της Άνοιξης ρίζες οκνές...”.

Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, μας βεβαιώνει για τον θρίαμβο της όμορφης αυτής εποχής που δεν αφήνει κανένα ασυγκίνητο. Έρωτας και Απρίλης δεν χάνουν το χρόνο τους και στήνουν έναν ασταμάτητο χορό, αφού η ίδια η εποχή τους το επιτρέπει, τους καλεί σ’ ένα ατέλειωτο γιορταστικό και χορευτικό πανηγύρι.

Έστησ' ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,

κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,

και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους

ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.

Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,

χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,

και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,

κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,

τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.

- «Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι 'δες;».

- «Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,

ουδ' όσο καν η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,

γύρου σε κάτι ατάραχο π' ασπρίζει μες στη λίμνη,

μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,

κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του!».



Αυτή η ενότητα των “Ελεύθερων Πολιορκημένων” μια από τις κορυφαίες ποιητικές δημιουργίες, εξυμνεί την Άνοιξη. Σίγουρα εδώ ο θάνατος υπολανθάνει και βάζει σε δοκιμασία τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Μεσολογγίου. Μια έντονη σύγκρουση αναφαίνεται ανάμεσα στον πόθο για τη ζωή αφενός και αφετέρου στην προσήλωση του ηθικού χρέους των αγωνιζομένων, που φαίνεται να οδηγεί στο θάνατο. Όμως... όποιος πεθαίνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει... κατά τον εθνικό μας ποιητή!



Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,

κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

................................................................................

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,

και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,

Κι ολόλευκα εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.

Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,

έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,

που ευώδιασε τον ύπνο της μεσα στον άγριο κρίνο.

Το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκειά κι εκείνο.

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη.

Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι.

Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει:

«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει».



Σίγουρα γίνεται αναφορά στο θέμα του θανάτου από τον ποιητή, ο οποίος προσπαθεί να κάνει πιο αισθητή τη ζωή.

Το Μεσολόγγι έπεσε την Άνοιξη. Τι ωραιότερη στιγμή για τη φύση που ανθοστόλιστη και γαλήνια προσπαθεί να δειλιάσει τους πολιορκημένους. Θάλασσα, γη, ουρανός πολιορκούν τον άνθρωπο.

Δεν είναι τυχαίοι οι στίχοι που εκφράζει η δημοτική μας ποίηση, για το θάνατο του Διάκου. Πρόκειται για το πασίγνωστο σ’ όλους μας δίστιχο:

“Για δες καιρό που διάλεξεν ο Χάρος να με πάρει,

τώρα που ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γης χορτάρι”.

Κάτι που συμπληρώνει με το δικό του τρόπο ο ποιητής μας Κώστας Καρυωτάκης στο ποίημα “Διάκος”:

“Μέρα του Απρίλη,

γεμάτη θάμπος,

γελούσε ο κάμπος

με το τριφύλλι.

Ως την εφίλει

το πρωινό θάμπος,

η φύση άμπως

γλυκά να ομίλει.

Εκελαδούσαν

πουλιά πετώντας

όλο πιο πάνω.

Τ’ άνθη ευωδούσαν.

Κι είπε απορώντας:

“Πώς να πεθάνω;”



Απρίλης! Ο μήνας των τελετουργιών της Μεγάλης Εβδομάδας, των Παθών και της Ανάστασης του Χριστού και του Λαζάρου και η ιδιαίτερη έκφραση που βρίσκουν αυτές κατά τους λαϊκούς εορτασμούς. Δεν χάνει χρόνο και εδώ η ποίηση να αποδώσει κατά τον καλύτερο τρόπο το περιεχόμενό τους. Πρώτα-πρώτα η  βυζαντινή ποίηση των ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδας και του Πάσχα.

“Ω γλυκύ μου έαρ,

γλυκύτατόν μου τέκνον,

πού έδυ σου το κάλλος!”

Και:

Αναστάσεως ημέρα, λαμπρυνθώμεν, λαοί

Πάσχα Κυρίου, Πάσχα!”



Φυσικά πάλι ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός μέσα από την ποιητική του συλλογή “Ο Λάμπρος” μας μεταφέρει με το δικό του τρόπο στην ημέρα της Λαμπρής.

Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε

Της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,

Σύγνεφο, καταχνιά δεν απερνούσε

Τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη.

Και από κει κινημένο αργοφυσούσε

Τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,

που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα

«Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.

Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,

όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστήτε.

Μέσα στες εκκλησιές τες δαφνοφόρες

Με το φως της χαράς συμμαζωχτήτε.

Ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες

ομπροστά στους Αγίους και φιληθήτε.

Φιληθήτε γλυκά χείλη με χείλη,

πέστε «Χριστός Ανέστη», εχθροί και φίλοι”.

Απρίλης! Ο μήνας της αναγεννημένης φύσης. Ετσι όπως τον σχολιάζει ο Λίνος Πολίτης: “Αυτό το μήνα που η ζωή ανασταίνεται με όλες της τις χαρές, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα. Η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλει την ανθρώπινη ψυχή”.

Αυτή η ωραιότητα της φύσης που περιτριγυρίζει τον καθένα μας, τούτες τις μέρες!