Eφυγε μια μεγάλη κυρία... Πέρασαν κιόλας σαράντα ημέρες....Έντελ, πόσες φορές εδώ και εξήντα χρόνια έχω πει το ωραίο όνομα σου.

Εντελβάις-Αλίκη σε βάφτισε ο αείμνηστος δήμαρχος Μηνάς Γεωργιάδης.

Ήσουν πράγματι ανθός αγνότητας και αγάπης για τους γύρω σου και απέραντη λατρεία για τα παιδιά σου.

Τώρα πια η μάνα Τζομπανάκη σφάλισε στην αγκαλιά της και το στερνοπούλι της και ετσι είστε όλοι μαζί της, τέσσερις κόρες και δυό γιοί. Ολοι άξιοι και πιο άξιοι ακόμα ο Μιχάλης ο φαρμακοποιός και ο Γιάννης ο αρχιτέκτονας που άφησε μεγάλο έργο στο Ηράκλειο.

Μα και σύ Έντελ ευλογημένη, τι παιδιά έφερες στον κόσμο! Δύο εξαίρετοι επιστήμονες και γοητευτικοί άνθρωποι, ο Νίκος και η Σούλα.

Άτυχη ωστόσο, έμεινες χήρα στα εικοσιοκτώ με ένα κατάξανθο κοριτσάκι και ένα αγόρι νεογέννητο. Θυμάμαι στις Αρχάνες στην μεγάλη σάλα στο τραπέζι εσύ και ‘γω να τον αλλάζουμε. Πόσα χρόνια... Εξήντα χρόνια. Ήσουν κοντά μου και εγώ σε σένα. Δεν χωρίσαμε, δεν πικραθήκαμε, φιλία λευκή και αγέραστη μας ένωνε.

Συναισθηματική και ερωτευμένη με τον χαμένο σου άνδρα δεν θέλησες κανένα στο πλευρό σου. Έμεινες μητέρα με στυλοβάτες τα αδέρφια σου... Θυμάμαι, θυμάμαι πέντε χρόνια χήρα με τα μαύρα ακόμα και θέλησα να σε βγάλω έξω... στο σινεμά.

Ε χρυσή μου στην μέση φύγαμε "τα παιδιά μου, τα παιδιά μου τόση ώρα μόνα τους με την κοπέλα... όχι Λιλίκα".

Μεγάλωσαν τα παιδιά. Πανεπιστήμιο. Καλλιθέα εσύ, Παγκράτι εγώ συναντιόμασταν συχνά.

Τα παιδιά σου άνοιξαν τα φτερά τους. Η Σούλα γνώρισε τον Κώστα της στην Γαλλία, ο Νίκος στην Βοστώνη γνώρισε την Μαίρη. Έμεινες για λίγο μόνη. Πόσες φορές δεν έφυγα αργά από το φιλόξενο σπίτι σου με μια αγκαλιά να με κατευοδώνει. Γιατί ήλθε η σειρά μου να σε χρειασθώ. Συνέχεια δίπλα στα παιδιά μου με παιχνίδια και σοκολάτες. Όλα περνούν... μόνο θύμησες.

Τα παιδιά γύρισαν κοντά σου. Έμεινες με την Σούλα στο Φάληρο, θέατρο πηγαίναμε μαζί, εκδηλώσεις μαζί, σινεμά. Αραίωσαν ωστόσο οι επαφές μας καθώς πλήθαιναν τα χρόνια. Μας έμεινε το τηλέφωνο να μοιραζόμαστε την φιλία μας μέχρι που η φωνή βάρυνε και η μνήμη αδυνάτισε. Κάθε καλοκαίρι ωστόσο “ξεσηκωνόσουν”.

“Θα πάω σπίτι μου στις Αρχάνες Λιλίκα, στην αυλή την μεγάλη, με τις φιλενάδες μου από το Ηράκλειο”.

Πέρυσι όταν ετοιμαζόσουν πάλι μου είχες πεί: “Λιλίκα, φεύγουμε με την Σούλα και τον εγγονό... Ας μπορούσα να μενα για πάντα" “Μα... έχει υγρασία τον χειμώνα”.

“Γύρευε την δουλειά σου. Θέλω να μείνω...”.

Απ' το Λουτράκι πήρα την Σούλα στις Αρχάνες....

"Η Εντελ κοιμάται... δεν είναι πολύ καλά" δεν πρόλαβε καλά καλά να μου πει η Σούλα και την άκουσα "Δώσε μου την Λιλίκα... Δώσε μου την!"

“Εντελάκι μου τι κάνεις;"

"Δεν μιλώ πια πολύ Λιλίκα... Σ' αγαπώ... κατέβα να σε δv λιγάκι”.

Δέν κατέβηκα... δεν....

Σου χαρίστηκε ο κύρης μας Εντελ και σε κράτησε πια, για πάντα στις Αρχάνες με την οικογένεια και τους φίλους που είχαν φύγει ήδη... Στα γλυκά δειλινά που θα έλθουν-πάντα έρχονται- θα περιφέρεσαι στην αυλή σου, χαϊδεύοντας τα φύλλα, αφήνοντας το θρόισμα του αέρα από τον Γιούχτα να σε γλυκονανουρίζει, κάθε βράδυ ... για πάντα.

Σε θέλαμε κοντά μας αλλά εσύ από την πόλη των φόβων και της αβεβαιότητας διάλεξες την γειτονιά των αγγέλων ...κάπου εκεί κοντά στην Μεγάλη Αυλή Σου.

Μου λείπεις.

Λιλίκα

Βαγιάκη - Μπάρτζη