
Ενα μεγάλο κύμα μετανάστευσης ακολούθησε μετά την εισβολή των Τούρκων και την κατάρρευση της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μπροστά στην επέλαση των τουρκικών στρατευμάτων, κατά τους δύο τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου, και ειδικά μετά το 1400, ο πληθυσμός, (κυρίως πιο τολμηρά και δυναμικά στοιχεία του), εγκατέλειπε κατά πυκνές ομάδες, πόλεις και πεδιάδες, με προορισμό τα ορεινά μέρη της χώρας.
Τέτοιες περιοχές ήταν τα βουνά της Ηπείρου, της Μακεδονίας, της Στερεάς Ελλάδας και τα χωριά του Πηλίου. Σ’ όλα αυτά τα μέρη δημιουργήθηκε υπερπληθυσμός, αλλά ήταν αδιανόητο όλοι αυτοί οι άνθρωποι ν’ ανατραφούν από μια γη σχετικά άγονη. Μπήκε άμεσα λοιπόν το πρόβλημα της διατροφής και αυτό ήταν η αιτία που πολλοί αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν. Αυτή η μετανάστευση ήταν μακροπρόθεσμη, αλλά και εποχική. Η τελευταία αφορούσε στο “μαρτιάτικο” ταξίδι των μαστόρων, στην προετοιμασία τους και στα έθιμα της αναχώρησής τους. Το φαινόμενο του αποδημητισμού και του ταξιδιωτισμού υπήρξε το βασικό χαρακτηριστικό πολλών τόπων που είχαν ξενιτεμένους. Αυτοί ήταν συνήθως οικοδόμοι, οι οποίοι δούλευαν την πέτρα, οι λεγόμενοι πετράδες, τεχνίτες που αναγκάζονταν ως “μπουλούκια”, παρέες - παρέες δηλαδή, να πάνε σε μέρη που υπήρχε ανάγκη για εργασία. Καθαρά οικονομικοί, λοιπόν, ήταν οι λόγοι που έδιωξαν μεγάλο μέρος του ανδρικού πληθυσμού.
Ετσι, αυτός ο αποδημιτισμός αποτελούσε το ιδιαίτερο γνώρισμα διάφορων παραδοσιακών, άγονων κυρίως κοινωνιών, που προαναφέραμε κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων αιώνων και άφησε έντονα τα σημάδια του τόσο στην οικονομική και κοινωνική ζωή όσο και στον λαϊκό πολιτισμό, τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις αυτών των περιοχών.
Οι μαστόροι λοιπόν, όπως τους έλεγαν, άνδρες τεχνίτες με ποικίλες ειδικότητες και δεξιότητες, ξεκινούν από τα μέρη τους και αναπτύσσουν μια αξιοσημείωτη επαγγελματική κινητικότερη, ένα μοναδικό επαγγελματικό “νομαδισμό”, που είναι τόσο εντυπωσιακός, αφού γνωρίζουμε πόσες δυσκολίες και κινδύνους αντιμετώπιζαν, όσο επρόκειτο να ταξιδέψουν. Ιδιαίτερα όλοι τους, κτίστες και καλφάδες, γενικά τεχνίτες της οικοδομής, είναι εκείνοι που αποτελούν την κινητικότητα ίσως επαγγελματική ομάδα πλανόδιων τεχνιτών του ελληνικού χώρου. Αρχισαν τα ταξίδια τους την άνοιξη, όταν άνοιγαν και ήταν ελεύθεροι από τα χιόνια οι ορεινοί δρόμοι, προκειμένου να κυκλοφορήσουν οι ίδιοι με φορτωμένα όλα τα χρειώδη στα μουλάρια τους. Μιλάμε για δρόμους ημιονικούς.
Βασικό ορόσημο έναρξης των ταξιδιών ήταν το τέλος της Αποκριάς, τότε που τέλειωναν δηλαδή οι γιορτές όσο του χειμώνα.
Ετσι λοιπόν, την πρώτη εβδομάδα της Σαρακοστής, αλλά και λίγο αργότερα, αναχωρούσαν ομαδικά σε παρέες (μπουλούκια ή κομπανίες) όπως τις έλεγαν.
Ολα αυτά διαδραματίζονταν τούτες τις μέρες καθώς ο μήνας Μάρτης ήταν ο μήνας της αναχώρησης στα διάφορα μαστοροχώρια και το ταξίδι αυτό λεγόταν “μαρτιάτικο”. Ενα ταξίδι σε όχι πολύ μακρινές περιοχές που διαρκούσε συνήθως μέχρι το Πάσχα, “σαρακοστιανό” το ονόμαζαν άλλοι. Την ημέρα της αναχώρησης, οι μαστόροι ήταν έτοιμοι από τα βαθιά χαράματα. Οι αγωγιάτες με το που ξημέρωνε, τους περίμεναν προκειμένου να φορτώσουν τα πράγματά τους, εργαλεία, ρούχα και λίγα τρόφιμα, για το δρόμο. Αν ήταν πολύ φτωχοί ή αν το ταξίδι τους ήταν κοντινό, απέφευγαν να πάρουν αγωγιάτες, προκειμένου να κάνουν οικονομία. Τότε έπαιρναν δικά τους ζώα. Αν υπήρχε δυνατότητα χώρου ανέβαιναν καβάλα οι τεχνίτες ενώ τα μαστορόπουλα και οι καλφάδες προχωρούσαν πάντοτε πεζή. Η ομάδα (μπουλούκι, σινάφι, κομπανία) συγκροτούνταν και στηρίζονταν στο συγγενικό χαρακτήρα των διαφόρων μελών της. Την ευθύνη της όλης ομάδας την είχε ο πρωτομάστορας. Αυτός έκλεινε τις δουλειές, καθάριζε τον επιμερισμό της εργασίας και γενικά αυτός είχε τον πρώτο και τελευταίο λόγο.
Υπήρχαν διάφορα έθιμα κατά την αναχώρηση, αναγκαία τα πιο πολλά προκειμένου να έχουν “καλό ποδαρικό” ο μάστορας μαζί και η ομάδα του. Κατά την αναχώρησή τούς ξεπροβόδιζαν οι συγγενείς, οι φίλοι, οι γείτονες μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο του χωριού, συνήθως λίγο πιο πέρα από τα τελευταία σπίτια. Αυτό το σημείο μισητό και απόμακρο, γινόταν κατά την ημέρα του αποχωρισμού, τόσο επιθυμητό και αγαπημένο ήταν την ημέρα της επιστροφής. Συμβόλιζε την ψυχολογική και κοινωνική διάσταση που έχει ο παραδοσιακός επαγγελματικός ταξιδιωτισμός, η ξενιτιά, όπως την αποκαλεί ο λαός μας. Τόσα και τόσα χαρακτηριστικά τοπωνύμια υπάρχουν στα σημεία αυτά του πικρού αποχωρισμού αφενός και της γλυκιάς αντάμωσης αφετέρου!
Για παράδειγμα, Κλαψόδεντρο, Κλαψορράχη, Κλαψοχώραφο, Ανάθεμα, ντέρτι, πικροκερασιά, και τόσες άλλες ονομασίες. Την ώρα του αποχαιρετισμού - αποχωρισμού “έριχναν όπλα” προκειμένου να γυρίσει όσο πιο γρήγορα γίνεται ο ξενιτεμένος. Στη συνέχεια οι συγγενείς και οι φίλοι των ξενιτεμένων γύριζαν στο σπίτι. Κύριο μέλημά τους καθημερινά η προσευχή και ένα συνεχές αίτημα προς την Παναγία να τους έχει καλά, να είναι γεροί και υγιείς. Αλλά και μια παράκληση στο εικόνισμα του Αγίου Δημητρίου να ‘ρθουν στη γιορτή του καζαντισμένοι, γεμάτοι χρήματα δηλαδή.
Αναφερθήκαμε στον Αη Δημήτρη, αφού κατά γενική παραδοχή ήταν ο Αγιος που ένωνε τις οικογένειες, αφού τότε επέστρεψαν ξενιτεμένοι αντίθετα με τον Αγιο Γεώργιο που τις χώριζε.
Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω τραγούδι πολύ γνωστό και με ευρεία διάδοση στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Οι δύο αγίοι μάλωναν, ο
αϊ Γιώργης κι ο αϊ - Δημήτρης:
- Αϊ - Γιώργη, Γιώργη Βούλγαρε
και σκορποφαμελίτη,
εγώ μαζώνω φαμιλιές κι εσύ
μου τις σκορπίζεις.
Μαζώνω μάνες με παιδιά, γυναίκες με τους άνδρες,
μαζώνω και τ’ αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα.
Μαζώνω και μια μικρόνυφη, μικρή ‘ρραβωνιασμένη,
πόχει τα τέλια στα μαλλιά, τα νύχια τα βαμμένα.
- Εγώ φέρνω την άνοιξη κι εσύ μου τη στεγνώνεις.
- Εγώ φέρνω τα πρόβατα κι εσύ τα ξεδιαγ’μίζεις.
- Εγώ φέρνω τσοπάνηδες λαλώντας τις φλογέρες.
1. ξεδιαγ’μίζεις= ξεδιαγουμίζεις, λεηλατείς.
Χαρακτηριστικό είναι το ηθογράφημα του Κονιτσιώτη συγγραφέα Βασ. Ι. Δημάρατου, “Το ξεπροβόδημα” (Αθήνα 1935). Αναφέρεται στην αναχώρηση των φημισμένων μαστόρων της Κόνιτσας, στο ψυχολογικό κλίμα που επικρατεί, στην ατμόσφαιρα στα σπίτια των μαστόρων:
“Εστρων’ η Σαρακοστή κι άρχιζε μ’ αυτή η παστρική ζωή: δουλειά και φρονιμάδα(...). Οι γιορτές είχαν περάσει και μ’ αυτές μαζί τα γλέντια του χειμώνα. Τώρα στο χωριό σεργιάνιζε η άκαρδη “Διώχνω” με τη σκούπα... Ετσ’ είχαν βαφτίσει τη φευγάλα: “Διώχνω”. Τη φαντάζονταν γριά, κακιά, στριμμένη (...). Αμα έρχονταν η μέρα της, ξύπναε πρωί - πρωί. Αρπαζε τη σκούπα κι έφερνε γύρω το χωριό (...). Από τα χέρια της κανένας δεν μπορούσε να γλυτώσει.
- Ηρθε, ήρθε η άτιμη η Διώχνω πάλε (...) Αύριο είμαστε για να είμαστε!...”
Φυσικά τη “Διώχνω” και την κάθε Διώχνω την προσωποποιούν αυτοί οι λαϊκοί άνθρωποι, οι μαστόροι και οι βοηθοί τους στα διάφορα μαστοροχώρια και στην προκείμενη περίπτωση στην περιοχή της Κόνιτσας.
Σίγουρα την φαντάζονταν σαν μια κακή μάγισσα, που κανείς δεν την θέλει και όλοι την αποστρέφονται, όπως θα αποστρέφονταν μια κακιά αρρώστια της εποχής π.χ. τη χολέρα ή την πανούκλα.
Από την σκούπα της “Διώχνως” δεν γλύτωνε κανείς... Μάζευε μαστόρους και μαστορόπουλα, καλφάδες και παραγιούς, αφήνοντας στο χωριό γυναίκες, παιδιά και γέρους...

