Του Θανάση Καραγιάννη*

Εδώ και κάποιους μήνες η χώρα μας ζεί στον αστερισμό του προσφυγικού, το οποίο αν και είναι σοβαρότατο ζήτημα, δεν αντιμετωπίστηκε από τη χώρα μας με τη δέουσα προσοχή και σοβαρότητα.

Και τούτο διότι, όπως και τόσα άλλα, οι Έλληνες –κράτος και πολίτες- δεν το έχουμε ξεκαθαρισμένο στο μυαλό μας.

Και όσον αφορά εμάς βέβαια, τους πολίτες δηλαδή, δεν είναι τόσο σοβαρό. Οσον αφορά όμως το επίσημο κράτος και πώς αυτό το χειρίζεται, είναι σοβαρότατο και έχω δυστυχώς την εντύπωση, ότι μέχρι σήμερα αντιμετωπίστηκε εκ μέρους της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ (όπως άλλωστε συνέβη και με τα υπόλοιπα σοβαρά προβλήματα της χώρας του τελευταίου έτους), με τη γνωστή και πάγια τακτική και πρακτική της, της «(αντι)δημιουργικής ασάφειας».

Για να υπάρξει συνεπώς μία σωστή προσέγγιση στο σοβαρό αυτό θέμα, θα πρέπει νομίζω να ξεκαθαριστούν τα παρακάτω σε σχέση με τους άμεσα εμπλεκόμενους με το ζήτημα και τη λύση του:

Το προσφυγικό, όπως είναι φυσικό, έχει από τη φύση του έντονο το συναισθηματικό στοιχείο. Συνεπώς:

Τα άτομα, οι πολίτες έχουν όλο το δικαίωμα να κινούνται και να ενεργούν αποκλειστικά με βάση το συναίσθημα, το οποίο μπορεί να μεταφράζεται (και πολύ σωστά) σε αλληλεγγύη, φιλοξενία, βοήθεια κάθε είδους στους πρόσφυγες κ.λπ.

Οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ), ως εκ της φύσεώς τους έχουν επίσης όλο το δικαίωμα νε ενεργούν με βάση τους καταστατικούς σκοπούς τους αλλά και με βάση το συναίσθημα, αφού δεν είναι ούτε ιδιώτες ούτε δημόσιο, χωρίς όμως να παραβιάζουν τους νόμους του κράτους στο οποίο ενεργούν (όπως πολλές φορές έχει συμβεί κατά τους τελευταίους μήνες, αλλά αυτό δεν είναι του παρόντος).

Το κράτος όμως δεν είναι ούτε ιδιώτης για να ενεργεί μόνο με το συναίσθημα ούτε ΜΚΟ για να ενεργεί και με το συναίσθημα. Το κράτος είναι υποχρεωμένο να ενεργεί αποκλειστικά με βάση τις διεθνείς συνθήκες και τους ισχύοντες νόμους. Πέραν τούτων, τα εθνικά κράτη ενεργούν πρωτίστως προς το συμφέρον των λαών τους και παράλληλα και στο μέτρο των δυνατοτήτων τους προς το συμφέρον της παγκόσμιας κοινότητας (εν αντιθέσει προς τους παγκόσμιους οργανισμούς οι οποίοι ενεργούν αποκλειστικά προς το συμφέρον της παγκόσμιας κοινότητας).

(Και πριν κάποιος ιδεοληπτικός βιαστεί να διαμαρτυρηθεί και να προβεί στους γνωστούς «αχαρακτήριστους» χαρακτηρισμούς, σπεύδω να συμπληρώσω ότι η εφαρμογή των διεθνών συνθηκών και των Ελληνικών νόμων στο εν λόγω ζήτημα δεν υστερούν καθόλου ούτε σε αλληλεγγύη, ούτε σε φιλοξενία των προσφύγων, ούτε και σε κάθε είδους βοήθεια προς τους παράνομους οικονομικούς μετανάστες. Απλούστατα όλα τα παραπάνω, όταν γίνονται εκ μέρους της πολιτείας σε εφαρμογή των συνθηκών και των νόμων, γίνονται με σοβαρότητα, με τάξη και με αποτελεσματικότητα, και όλα αυτά βεβαίως προς την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ωφέλεια και ασφάλεια των προσφύγων και των οικονομικών μεταναστών. (Και μόνο το αίσχος της Ειδομένης άλλωστε με τις απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης των παραπάνω, αρκεί για να αποδείξει άνευ άλλου τινός την αλήθεια των παραπάνω!)

Δυστυχώς όμως μέχρι σήμερα, και σε εφαρμογή της παραπάνω «καταστροφικής ασάφειας» βλέπουμε την Ελληνική κυβέρνηση, να έχει τόσο σαν κόμμα όσο και σαν Διοίκηση, μία προσέγγιση η οποία βρίσκεται αποκλειστικά στην κατεύθυνση του συναισθηματικού χειρισμού και όχι του πολιτικού-νομικού.

Τόσον δηλαδή οι θέσεις κορυφαίων κομματικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ ότι δηλαδή «κανείς δεν έχει το δικαίωμα να θέτει εμπόδια σε οποιονδήποτε (πρόσφυγα ή οικονομικό μετανάστη) να βρεί την τύχη του» όσον και κορυφαίων υπουργών της προηγούμενης και τωρινής κυβέρνησης του στύλ «τι σας πειράζουν οι μετανάστες αφού τη μέρα λιάζονται στην Ομόνοια και το βράδυ εξαφανίζονται», έφεραν τα γνωστά αποτελέσματα: Την έλευση και σώρευση στη χώρα μας μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα όλων των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων και παράνομων οικονομικών μεταναστών του τελευταίου έτους που «προορίζονται» για την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη.

Και πριν βιαστεί κανείς να αμφισβητήσει τα παραπάνω καλό είναι να διαβάσει τα παρακάτω δεδομένα, που κατά τη γνώμη μου οδηγούν αναμφισβήτητα στο εν λόγω συμπέρασμα, δηλαδή:

Το γεγονός ότι μετά από 5 χρόνια πόλεμο στη Συρία (άρχισε την Άνοιξη του 2011), οι ροές αυξήθηκαν τόσο πολύ και τόσο ξαφνικά την Άνοιξη 2015 και όχι νωρίτερα.

Το γεγονός ότι οι ροές αυτές αυξήθηκαν ακριβώς τη στιγμή που το Ισλαμικό κράτος άρχισε να ηττάται στο πεδίο της μάχης (από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς) και να υποχωρεί εδαφικά, ενώ όλα τα προηγούμενα χρόνια επέκτεινε την επικράτειά του δημιουργώντας πρόσφυγες.

Το γεγονός ότι σε όλα τα άλλα σημεία (Ισπανία, Γαλλία και κυρίως Ιταλία) οι ροές αυτές μειώθηκαν αντίστοιχα σε τεράστιο βαθμό, σχεδόν εκμηδενίστηκαν (ακριβώς διότι όλοι αυτοί από τα κράτη της βόρειας Αφρικής βλέποντας τη θετικότατη θέση της δικής μας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και αντίθετα την αρνητικότατη θέση των υπόλοιπων χωρών, μεταφέρθηκαν - με τη βοήθεια των δουλεμπόρων – στη χώρα μας).

Το γεγονός ότι κατά τα πρώτα χρόνια των αυξημένων προσφυγικών ροών η Ιταλία ήταν αυτή που απορροφούσε το 75-80 % (μπορεί και παραπάνω) των ροών αυτών και η Ελλάδα το υπόλοιπο 20-25%. Γιατί λοιπόν, ξαφνικά, την Άνοιξη του 2015 η κατάσταση αντιστράφηκε πλήρως με αποτέλεσμα έκτοτε και μέχρι σήμερα οι ροές να χρησιμοποιούν την Ελλάδα κατά 98-99 % και την Ιταλία κατά το υπόλοιπο 1-2% (και ούτε);

Το γεγονός ότι η χώρα μας, τους προωθούσε όλους - μα όλους, ανεξαιρέτως (πρόσφυγες και παράνομους οικονομικούς μετανάστες) χωρίς κανένα διαχωρισμό και καταγραφή, στα ενδότερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης «εξαφανίζοντάς» τους ως διά μαγείας τις νύχτες. Χωρίς να εφαρμόζει ούτε τις διατάξεις των Ελληνικών νόμων περί παράνομης εισόδου στη χώρα όπου επιβάλλεται, ούτε τις ευρωπαϊκές συνθήκες και καταργώντας επί πλέον και τις μέχρι τότε υπάρχουσες «Αμυγδαλέζες», χωρίς να τις αντικαταστήσει με κάτι άλλο. Πράγμα το οποίο έκανε τους Ευρωπαίους (δικαιολογημένα άλλωστε αφού τα σοβαρά κράτη θέλουν να γνωρίζουν ποιοι είναι, πόσοι είναι και τι είναι αυτοί που εγκαθίστανται και κυκλοφορούν στις χώρες τους) να τα πάρουν στο κρανίο και να κλείσουν άρον-άρον τα σύνορά τους.

(Εάν δεν τα έκλειναν, στα επόμενα δύο-τρία χρόνια οι πρόσφυγες-μετανάστες που θα έφταναν στην Ελλάδα από την Αίγυπτο και την Κεντρική Αφρική με προορισμό την Ευρώπη, δεν θα ήταν τρία – τέσσερα εκατομμύρια, αλλά τριάντα -σαράντα εκατομμύρια).

Το γεγονός τέλος, ότι το καρτέλ των δουλεμπόρων, βλέποντας ακριβώς την θετικότατη θέση της κυβέρνησης, την ανεξέλεγκτη είσοδο και διαμονής τη χώρα μας και την ελεύθερη και ανεμπόδιστη μεταφορά τους στην Ευρώπη, έφεραν στις απέναντί μας Τουρκικές ακτές, εκτός από τους πρόσφυγες της Συρίας, και όλους τους οικονομικούς μετανάστες από τη Βόρεια Αφρική (Λιβύη, Τυνησία, Αλγερία ακόμα και το Μαρόκο που έχει ακτές στον Ατλαντικό ωκεανό, και οι οποίοι μέχρι τότε κατευθύνονταν στην Ιταλία) με πάμφθηνα αεροπορικά εισιτήρια των 40-60 ευρώ.

Εάν δεν υπήρχε η παραπάνω συγκεκριμένη κυβερνητική θέση και πρακτική γιατί να το κάνουν αυτό; Τι περισσότερο έπρεπε να ακούσουν και να δούν δηλαδή οι δουλέμποροι για να τους μεταφέρουν σωρηδόν στα Ελληνικά σύνορα, αφού η Ευρώπη είναι ο σκοπός τους.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: 1ο) Μήπως τελικά συμβαίνει αυτό ακριβώς που δήλωσε πρόσφατα ο Ερντογάν στους Ευρωπαίους για το θέμα, αλλά απ’ την ανάποδη, όταν είπε ότι «δεν έχουμε γραμμένο στο μέτωπο ότι είμαστε βλάκες»; Μήπως τελικά εμείς - σαν κράτος εννοώ, γιατί οι ιδιώτες είναι αξιέπαινοι-, το έχουμε πράγματι γραμμένο στα κούτελα των κυβερνητών μας; Και μάλιστα με μεγάλα φωσφορίζοντα γράμματα για να διακρίνονται και τη νύχτα από τις απέναντι ακτές της Τουρκίας και της Βόρειας Αφρικής;

2ο) Θα πρέπει επιτέλους σ’ αυτό τον τόπο να γίνει κατανοητό ότι ούτε ο ιδιώτης-πολίτης πρέπει να δρα σαν κράτος και να υποκαθιστά το κράτος (όπως επί δεκαετίες συμβαίνει στη χώρα μας με το ρουσφέτι, την αναξιοκρατία, το μπαξίσι κ.λπ.), ούτε πολύ περισσότερο το κράτος να δρά σαν ιδιώτης, όπως εν προκειμένω συμβαίνει στο προσφυγικό.

Είναι εγκληματικό ο πρωθυπουργός, οι υπουργοί της κυβέρνησης ή οι κρατικοί αξιωματούχοι γενικότερα, να ταυτίζουν την προσωπική-ατομική τους άποψη για ένα θέμα δημόσιο-κρατικό, με την θέση που πρέπει να έχει η χώρα στο θέμα αυτό. Διότι απλούστατα, οι συνέπειες στην τελευταία περίπτωση μπορεί να αποβούν καταστροφικές και μοιραίες, όπως εν προκειμένω συνέβη με το υπό συζήτηση θέμα.

3ο) Τέλος, η κα Χριστοδουλοπούλου θα πρέπει να καταλάβει ότι σαν άτομο έχει το δικαίωμα να φιλοξενήσει στο σαλόνι του σπιτιού της όσους πρόσφυγες θέλει (αρκεί να το θέλουν και οι ίδιοι). Δεν μπορεί όμως να φιλοξενήσει κανέναν παράνομο οικονομικό μετανάστη (ακόμα και αν το θέλουν και οι δύο), αφού τούτο απαγορεύεται από τους Ελληνικούς νόμους, εάν δε το κάνει, παρανομεί. Και εάν τούτο το κάνει σαν υπουργός, ενεργώντας αντίθετα με τους ισχύοντες Ελληνικούς και ευρωπαϊκούς νόμους, η περίπτωσής είναι περισσότερο επιβαρυντική. Εάν η Ελληνική Πολιτεία αλλάξει τους νόμους της, τότε αλλάζει αναλόγως και το πράγμα.

Μέχρι τότε όμως η κ. Χριστοδουλοπούλου (όσο περήφανη κι αν δηλώνει για την μέχρι σήμερα πολιτική της κυβέρνησής της στο προσφυγικό) οφείλει να ενεργεί με βάση τους ισχύοντες νόμους και όχι με ότι τυχόν υπάρχει στο ιδεοληπτικό μυαλό της.

* Ο Θανάσης Καραγιάννης

είναι δικηγόρος