
Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό ένα χωριό εδώ στην Κρήτη που το λέγανε Βαρβάροι. Εκεί είχε εγκαταστήσει αλλόφυλους
στρατιώτες -βαρβάρους μ’ άλλα λόγια, αφού δεν μιλούσαν την ελληνική- ο Νικηφόρος Φωκάς το 961 μ.Χ. όταν ελευθέρωσε το νησί από τους Άραβες.
Αργότερα, στα χρόνια μας, τώρα που επικράτησε η πολιτική κομψότητα -άλλοι τη λένε ορθότητα πολιτική- κάποιος νους ευφυής (απ’ αυτούς που περισσεύουν στη φυλή μας, που, ως γνωστόν, είναι η πιο έξυπνη στον κόσμο) κάποιος λοιπόν αποφάσισε το χωριό εκείνο με το ιστορικό όνομα να ευπρεπιστεί και να ονομαστεί Μυρτιά -γιατί Μυρτιά κι όχι Αγριελιά ή Συκομουριά, είναι άλλο θέμα.
Σ’ αυτό το χωριό που στο εξής θα ονομάζω Μυρτιά για να μη με μηνύσουν ομαδικά οι κάτοικοί του, με κάλεσε να πάμε παρέα ένα βράδυ ο ευπατρίδης του Ηρακλείου -που κράτησε τ’ όνομά του αυτός- ο Νίκος Ματζαπετάκης.
“Τι λογής διεστραμμένη ιδέα είναι ετούτη να τρέχουμε νυχτιάτικα στα ορεινά του νομού;” ρώτησα τον φίλο μου. “Ακόμη και το μουσείο του Καζαντζάκη θα είναι κλειστό τέτοια ώρα”.
“Ακριβώς εκεί θα πάμε”, είπε ο Νίκος. “Θα τιμήσουνε απόψε δυο ανθρώπους που βοήθησαν το μουσείο να γίνει αυτό που είναι σήμερα. Θα ακολουθήσει μάλιστα και τραπέζι με κρητικά εδέσματα”.
Αυτό το τελευταίο έκαμψε και τις πιο σθεναρές μου αντιρρήσεις. Ποτέ δεν λέω όχι στα κρητικά εδέσματα.
Σουρούπωνε όταν φτάσαμε με τον Νίκο και την αδελφή του την Αλίκη στο χωριό εκείνο με το αλλαγμένο όνομα. Είχαν περάσει κιόλας δέκα χρόνια από την τελευταία μου επίσκεψη εκεί. Και η έκπληξή μου ήταν μεγάλη. Για το μουσείο Καζαντζάκη μιλώ.
Καινούργια κτήρια μοντέρνας αρχιτεκτονικής σχημάτιζαν ένα σκηνικό κάτω από το ανοιξιάτικο φεγγάρι που θα το ζήλευε κι ο ίδιος ο Ανεμογιάννης -κι έυχομαι να ‘ναι από κάποια μεριά και να βλέπει την άξια πορεία των επιγόνων του στο έργο του μουσείου που έφτιαξε πριν 33 χρόνια (ναι, πέρασαν κιόλας τόσα).
Άφησα τον Ματζαπετάκη να ανακατευτεί με τον κόσμο που είχε μαζευτεί για την εκδήλωση κι άρχισα να περιεργάζομαι τον χώρο. Το μουσείο βέβαια ήταν κλειστό τέτοια ώρα, όμως ένα από τα καινούργια κτήρια στεγάζει σήμερα το καφέ και το πωλητήριο του μουσείου. Και ήταν μεγάλη η χαρά μου που είδα ένα πωλητήριο ευρωπαϊκού επιπέδου πρώτης γραμμής, με σύγχρονα εκθέματα και περιβάλλον υψηλής αισθητικής. Αχ, τι ωραία που είναι, σκέφτηκα, να βλέπεις ότι κάποιοι άνθρωποι -πατριώτες σου- ξεφεύγουν απ΄τη μιζέρια και την κακογουστιά.
Δεν χρειάζεται να πω ότι η αισθητική είναι θέμα παιδείας. Και οι άνθρωποι που νοιάστηκαν και εργάζονται -μα και κόπιασαν- για το μουσείο είναι άνθρωποι μιας παιδείας ξεχωριστής. Και ο Ρούσσος Κυπριωτάκης, κι ο Κώστας Παπαδάκης κι ο Γραμματικάκης κι η Βαρβάρα Τσάκα αλλά βέβαια κι ο τωρινός πρόεδρος που δουλεύει ακάματα, ο Στέλιος Ματζαπετάκης.
Συνέχισα τις βόλτες μου. Πίσω ακριβώς από το μουσείο υπάρχει ένα λιλιπούτειο πάρκο αφιερωμένο στη μνήμη του
Ανεμογιάννη. Και πιο ‘κει μια εκκλησία πετρόχτιστη προσδίνει μια βυζαντινή θρησκευτικότητα στον τόπο και σε κάνει να συλλογιστείς τον αγώνα του Καζαντζάκη με το Πνεύμα.
Κάποτε τέλειωσαν οι ομιλίες κι οι βραβεύσεις κι ήρθε η ώρα των κρητικών εδεσμάτων. Πεινούσα σα λύκος. Στα τραπέζια είδα να απλώνονται κάθε λογής καλούδια. Πλησίασα με όρεξη μεγάλη, όμως γρήγορα διαπίστωσα με φρίκη πως οι πιατέλες ήταν γεμάτες κρέατα. Κάθε λογής και κάθε ψησίματος, μα όλα κρέας. Έλα όμως που ήταν Σαρακοστή κι εγώ νηστεύω το κρέας!
Πήρα στο χέρι ένα παξιμάδι, εποίησα την ανάγκη φιλοτιμία, κι άρχισα να ροκανίζω σαν ένας άλλος Φτωχούλης του θεού.
Υ.Γ. Η Δρέσδη ισοπεδώθηκε στον Β’ Πόλεμο απο τη συμμαχική αεροπορία κι ωστόσο χτίστηκε πάλι ακριβώς ίδια όπως πρώτα. Εμείς, οι Ηρακλειώτες, μιας και αδυνατούμε να φτιάξουμε ξανά το σπίτι του Καζαντζάκη εδώ που κάποιοι ασύνειδοι γκρεμίσαν, μήπως να φροντίσουμε τουλάχιστον να πηγαίνει το ΚΤΕΛ ως το μουσείο του; Υπάρχουν πολλοί βάρβαροι που θέλουν να πάνε μια βόλτα στους Βαρβάρους...
* Ο Άρης Σφακιανάκης, είναι πεζογράφος, την Hμέρα της Ποίησης

