Η επιλογή πιτσαρίας κι όχι ταβέρνας με τυπική – τοπική κουζίνα, (πράγμα που συμβαίνει συχνά σε ταξίδια στο εξωτερικό), δεν ήταν και από τα μεγαλύτερα γαστριμαργικά αμαρτήματα, αν λάβουμε υπόψη ότι η Μάλτα απέχει μόνο μιάμιση ώρα με το πλοίο από τη Σικελία. Εξάλλου, όχι μόνο η ζωή, αλλά τόσο η γλώσσα όσο και η κουζίνα έχουν επηρεαστεί από τη μεγάλη γειτονική χώρα, την Ιταλία. Το σύμπλεγμα των επτά νησιών που αποτελεί τη Δημοκρατία της Μάλτας είναι σε έκταση (316 τ.χλμ.), δηλ. ελάχιστα μικρότερο από τη … Λευκάδα (320 τ.χλμ.). Είναι όμως πυκνοκατοικημένη και μαζεύει γύρω στους 425.000 κατοίκους (λιγότερους απ’ ό,τι η Κρήτη). Κι αν θυμάμαι καλά, λίγα χρόνια πριν μας είχε κερδίσει και στο ποδόσφαιρο, πράγμα που δείχνει πως όλα δεν είναι ζήτημα αριθμών…

Ουσιαστικά, τα νησιά που κατοικούνται είναι η Μάλτα, όπου βρίσκεται και η πρωτεύουσα η Βαλέτα, το Γκόζο στα βορειοδυτικά, πιο μικρό και το Κομίνο, ανάμεσά τους, κάτι σαν βραχονησίδα, που μένει και δε μένει κανείς, ανάλογα με τη εποχή. Η Μάλτα έχει αρκετά κοινά με το δικό μας τόπο … γεωγραφικά αλλά και ιστορικά. Ιστορικά, γιατί απ’ ό,τι ξέρουμε, οι πρώτοι κάτοικοι που υπήρχαν εκεί από το 5.000 π.Χ., κατακτήθηκαν από τους Έλληνες (που δεν τους λέμε ποτέ κατακτητές, αλλά εποικιστές ή εκπολιτιστές, όπως π.χ. ο Μέγας Αλέξανδρος) και της έδωσαν το όνομα Μελίτα, απ’ όπου προκύπτει και το σημερινό Μάλτα, προφανώς λόγω της παραγωγής μελιού. Ακολούθησαν οι Φοίνικες, οι Καρχηδόνιοι με τον Ανίβα και στη συνέχεια ήρθαν οι Ρωμαίοι. Άλλο κοινό με εμάς (την Κρήτη ιδιαίτερα) είναι και ο Απόστολος Παύλος. Κατά τη θαλάσσια διαδρομή του προς τη Ρώμη, αποκλείστηκε στα νότια της Κρήτης, στους Καλούς Λιμένες, από την κακοκαιρία (ευκαιρία να γνωρίσει τον Τίτο και να διαδώσουν το χριστιανισμό στο νησί). Η συνέχεια, όμως, ήταν πιο δραματική, γιατί ναυάγησε στη Μάλτα, αλλά διασώθηκε.

Ακολούθησαν οι Βυζαντινοί και μετά οι Άραβες, από τους οποίους δέχτηκε πολλές επιρροές, τόσο στη γλώσσα, όσο και στην αρχιτεκτονική. Ακολούθησαν οι Νορμανδοί, οι Γάλλοι, οι Γερμανοί. Τελικά, όμως, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν εδώ, οι Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ, όταν το 1552 εκδιώχθηκαν από τους Οθωμανούς, από τη Ρόδο (άλλος ιστορικός κρίκος). Έχτισαν μεγάλα και περίτεχνα οχυρωματικά έργα, που παραμένουν ως σήμερα και προκαλούν το θαυμασμό του επισκέπτη και την υπερηφάνεια των κατοίκων της Μάλτας. Πηγαίνοντας προς την Αίγυπτο, ο Ναπολέων κατέλαβε το νησί, αλλά αργότερα, μετά την πτώση του, κατέληξε προτεκτοράτο της Μεγάλης Βρετανίας. Τελικά, από το 1964 είναι ανεξάρτητο κράτος, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ευτυχώς και μέσα στη ζώνη του Ευρώ, έτσι ώστε δεν χρειάστηκε να αλλάξουμε συνάλλαγμα. Το καταναλώσαμε αυτούσιο!

Από το αεροπλάνο, το τοπίο δεν διαφέρει από το δικό μας. Μικρά τεμάχια γης, που καλλιεργούνται. Γενικά, το πράσινο είναι λίγο, όπως λίγο είναι και το νερό στο βραχώδες αυτό νησάκι. Η οδήγηση γίνεται στα αριστερά, κατάλοιπο της πολύχρονης βρετανικής παρουσίας στο νησί. Η Βαλέτα είναι μια πόλη με έντονο και χαρακτηριστικό χρώμα. Η παλιά πόλη έχει ρυμοτομία με κάθετους δρόμους και ενδιαφέροντα οικήματα, που προδίδουν το μεγάλο και ένδοξο παρελθόν της. Το ίδιο και τα σκαλισμένα ή ανάγλυφα οικόσημα, στις προσόψεις μεγάρων και οικιών. Έντονο στοιχείο, που επικρατεί στις προσόψεις είναι η χρήση των καφασωτών μπαλκονιών, gallerias στη γλώσσα την τοπική, κατάλοιπο των Αράβων της Ισπανίας. Το μεσαιωνικό χρώμα είναι παντού έντονο και οι στενοί παράδρομοι με τα ψηλά λιθόκτιστα κτήρια δημιουργούν μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα.

Σε αρκετά σημεία της ακτογραμμής της, σχηματίζονται πολλά και περίπλοκα φιόρδ, πράγμα που κάνει εύκολο και ασφαλή τον ελλιμενισμό των σκαφών, που είναι πολυάριθμα σε όλη την παραλία της Βαλέτας. Ταυτόχρονα, η μόνιμη ηρεμία των νερών μέσα στους δαντελωτούς κόλπους και η προστασία τους από τους ανέμους, επιτρέπουν τη διαμόρφωση τρόπου ζωής κοντά στη θάλασσα και ανάπτυξη χαρακτηριστικής δόμησης στο παραλιακό μέτωπο. Εδώ, επικρατούν τα δεκαόροφα μοντέρνα κτίσματα, που εντυπωσιάζουν περισσότερο με το ύψος, παρά με το πλάτος τους. Οι δρόμοι ευρύχωροι και τα πεζοδρόμια φαρδιά, δίπλα στη θάλασσα, με πολυάριθμα παγκάκια, όπου ο επισκέπτης μπορεί να καθίσει, να ξεκουραστεί και να απολαύσει το θαλασσινό τοπίο. Τα φυτά που επικρατούν είναι τα φοινικοειδή, που δεν έχουν μεγάλες απαιτήσεις σε νερό. Τα ιστιοπλοϊκά σκάφη και τα γιότ είναι πολυάριθμα, ενώ στα πάμπολλα καφέ κατά μήκος της παραλίας ο κόσμος απολαμβάνει τον ήλιο, τη θάλασσα, το ποτό και τη θέα των κάθε λογής περαστικών και ιδιόρρυθμων πρώιμων τουριστών.

Η απογοήτευση μιας κυρίας δεν ήταν χωρίς λογική βάση… σε όλες τις εκκλησίες υπήρχε εισιτήριο εισόδου. «Ούτε την προσευχή σου δεν μπορείς να κάνεις, αν δεν πληρώσεις… πόσο μάλλον και την ανάγκη σου», είπε. Κι αφού ήταν έτσι, το ίδιο ισχύει και για τα πολυάριθμα μουσεία και τους άλλους χώρους γενικού ενδιαφέροντος. Γενικά, η ζωή στη Μάλτα δεν είναι φτηνή. Το φαγητό, όπως και η γλώσσα έχουν δεχτεί πάμπολλες επιρροές. Η γλώσσα ένα μίγμα αραβικών και ιταλικών, κυρίως. Είναι μια σημιτική γλώσσα της αφροασιατικής οικογένειας και η μόνη σημιτική γλώσσα που γράφεται με το λατινικό αλφάβητο, με την προσθήκη μερικών ακόμη χαρακτήρων και είναι η μόνη σημιτική γλώσσα που ομιλείται ιστορικά στην Ευρώπη. Έτσι, η Μάλτα είναι μια δίγλωσση χώρα. Στο σχολείο διδάσκονται τα Μαλτέζικα (που είναι και μια από τις γλώσσες της Ε.Ε.) και τα Αγγλικά.

Στη Μάλτα ζουν και εργάζονται πάνω από χίλιοι έλληνες, νέοι στο μεγαλύτερο ποσοστό τους. Έχουν δημιουργήσει σύλλογο και προσπαθούν να διατηρήσουν την επαφή και την ελληνικότητα μεταξύ τους. Υπάρχει ακόμα και ελληνορθόδοξος ναός, όπου γίνεται λειτουργία κατά τις μεγάλες εορτές.

Η πιτσαρία έγραφε: The oldest pizzeria in Malta και ίσως να ήταν σωστό κι όχι ένα κοινό διαφημιστικό τρικ. Τρίφατση, γωνιακή, σεμνή, οργανωμένη. Το φαγητό καλό. Όμως, εκείνο που βασάνιζε συνέχεια το μυαλό μου ήταν το όνομά της, γραμμένο κάτω και αριστερά, στα μαλτέζικα, πάνω στο χάρτινο σουπλά. «IR ROCNA». Από διαίσθηση, υπέθεσα ότι αυτό το IR είναι το μαλτέζικο και αντίστοιχο του ιταλικού, το οριστικό άρθρο IL. Όμως, εκείνο το ROCNA, τι ήθελε να πει; Λίγο πριν αναχωρήσουμε ήρθε ο σερβιτόρος. Έφερε το λογαριασμό. Έπεσαν και οι ερωτήσεις: Από πού είστε κ.λπ. Καταλήξαμε στο προσφυγικό, μας είπε τους φόβους του, γιατί το πρόβλημα κι εκεί είναι έντονο, μια και το μέρος είναι μικρό και ένας ακόμα και μικρός αριθμός μεταναστών γίνεται εύκολα αντιληπτός… Φτάσαμε και στο «IR ROCNA». Μας εξήγησε ότι σημαίνει THE CORNER, δηλ. «Η ΓΩΝΙΑ». Αυτόματα μου ήρθε στο μυαλό μια αστραπή έμπνευσης. Σε χωριά της Κρήτης, τη γωνία και ειδικότερα τους μεγάλους κατεργασμένους ογκόλιθους, που τοποθετούσαν στις γωνίες των κτισμάτων τους έλεγαν ΡΟΥΚΟΥΝΑ. Άρα, τι Ρούκουνα, τι Ρόκνα. Ίδια ρίζα. Ένιωσα ακόμα πιο κοντά σ’ αυτή τη χώρα, έστω και εξαιτίας των μακρινών αραβικών γλωσσικών καταβολών μας…

[email protected]