Της Σοφίας Μακράκη

σοφίας... νεύματα!

Η Πραγματική Αλήθεια δεν συμφωνεί με κάτι άλλο παρά μόνο με τον Εαυτό της, ό,τι λέγει αυτό και Είναι, και ό,τι Είναι αυτό και λέγει.

(Ενν. V.5.2.18-20)


Για τη ζωή του Ηρακλείτου δεν γνωρίζουμε πολλά. Ό,τι μαθαίνουμε ή υποθέτουμε, γι’ αυτόν, είναι αφηγήσεις άλλων. Οι περισσότερες είναι εικασίες και συμπεράσματα από αναφορές που βρίσκουμε στο έργο του φιλοσόφου.

Γεννήθηκε και έζησε περί τον 6ο - 5ο π.Χ αιώνα. Γόνος ιερατικής και αριστοκρατικής οικογένειας της Εφέσου, της οποίας το γένος αναγόταν στο βασιλιά της Αθήνας Κόδρο.

Από παιδί ξεχώριζε, «ως θαυμάσιος εκ παίδων». Όταν ήταν νέος έλεγε ότι γνώριζε τα πάντα, τα οποία δεν τα έμαθε από άλλους παρά μόνο από τον εαυτό του, («'Εδιζησάμην εμεωητόν» δηλαδή, αναζήτησα τον εαυτό μου). Για χάρη της επιστήμης χαρίζει το ιερατικό του αξίωμα στον αδελφό του. Αφοσιώνεται αποκλειστικά στον στοχασμό και ζεί την απομόνωση του φιλοσοφικού βίου.

Οι σχέσεις του με τους συμπολίτες του, τους Εφέσιους, ήταν πολύ άσχημες. Αυτοί τον αγνοούσαν και εκείνος τους περιφρονούσε βαθύτατα. Ένοιωθε αποστροφή για το πλήθος διότι ο καθένας τους νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του και όχι για το σύνολο. Ο Διογένης Λαέρτιος γράφει αναφορικά με αυτό: «Ο Ηράκλειτος, έλεγε, ότι αξίζει στους Εφέσιους, μόλις πάνε να μεγαλώσουν, να τους στρίβουν το λαιμό και η διοίκηση να ανατεθεί στους ανήλικους, διότι εξόρισαν τον φίλο του Ερμόδωρο τον καλύτερο όλων, με την αιτιολογία ότι μεταξύ αυτών ουδείς δικαιούται να υπερέχει. Αν είναι ανώτερος ας πάει να δείξει τα προσόντα του αλλού και σε άλλους».

Ο Πρόκλος (5ος μ.Χ) κατανοεί το υψιπετές πνεύμα του φιλοσόφου και υπερασπίζεται τη συμπεριφορά του λέγοντας: «ο ευγενικός Ηράκλειτος επιτιμά τον λαό ως απερίσκεπτο και ανόητο, αφού οι περισσότεροι είναι θλιβεροί και άθλιοι. Δεν αξίζουν παρά ελάχιστοι».

Παρά την αντιπάθεια του πλήθους, η πόλη τον προσκαλεί να συμμετέχει στα κοινά. Απορρίπτει την πρόσκληση, αρνούμενος να συναινέσει στον τρόπο διακυβέρνησης και στην υπάρχουσα νομοθεσία. Την κρίνει ελεεινή και αισχρή.

Γράφει μόνο ένα βιβλίο, με τον τίτλο, «Περί Φύσεως», το οποίο αφιερώνει στο ναό της Αρτέμιδος (ένα από τα επτά θαύματα της αρχαιότητας). Στο μέλλον, ο Ευριπίδης θα το ανακαλύψει και θα το μεταφέρει στην Αθήνα. Όταν ο Σωκράτης ανάγνωσε το περιεχόμενο του βιβλίου είπε: «Χρειάζεται να είναι κανείς τολμηρός και ικανός, ένας Δήλιος κολυμβητής, για να διασχίσει τις σκέψεις του».

Το εμβριθές πνεύμα του Ηρακλείτου θα έχει γενική αναγνώριση και το βιβλίο του θα διαβαστεί από όλους τους μετέπειτα φιλοσοφούντες. Ο Χέγκελ λέει χαρακτηριστικά: «με τον Ηράκλειτο, βλέπουμε επιτέλους από το κατάρτι ξηρά».

Από το έργο του διασώθηκαν μόνο 129 αποσπάσματα. Τα περισσότερα είναι δυσνόητα για το λόγο αυτό παρέμεινε στην ιστορία ως σκοτεινός φιλόσοφος. Ο Αριστοτέλης εξηγεί τους λόγους αυτής της δυσνόητης γραφής, λέγοντας ότι, η νοηματική ασάφεια οφείλεται στη χαλαρή συναρμογή των λέξεων και στην έλλειψη στίξης. Έτσι κανείς δεν είναι σίγουρος αν μια λέξη αναφέρεται στα προηγούμενα ή στα επόμενα.

Οι πριν από τον Ηράκλειτο φιλόσοφοι, Θαλής, Αναξιμένης και Αναξίμανδρος εστίασαν, κυρίως, στην αναζήτηση της πρώτης Αρχής του κόσμου. Θέλησαν να μάθουν ποιό είναι εκείνο το στοιχείο που είναι το πρώτο δομικό υλικό για τη δημιουργία του κόσμου. Υπέθεσαν ότι ήταν το νερό, ο αέρας ή το άπειρο.

Σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, το βασικό χαρακτηριστικό του κόσμου είναι το γίγνεσθαι, η αέναη μεταβολή. (Μια εντελώς αντίθετη θεωρία από τη θεωρία του Παρμενίδη, -σύγχρονου του Ηρακλείτου- ο οποίος υποστήριξε ότι ο κόσμος ήταν πάντα αυτό που είναι, έχει σταθερότητα, είναι αμετάβλητος). Για τον Ηράκλειτο τα πάντα είναι γίγνεσθαι. Η φύση ουδέποτε ησυχάζει. Το Σύμπαν είναι η συνεχής μετάβαση από το ένα, στο αντίθετό του, από τη διάσπαση στην ενότητα και αντιστρόφως. Η περίφημη διατύπωσή του: «πάντα ρει, πάντα χωρεί και πάντα μένει» δηλώνει αυτήν την αδιάκοπη εναλλαγή των αντιθέτων δυνάμεων. Ουδέποτε τα ρεύματα ενός ποταμού δεν είναι ίδια μας λέει. Ο ποταμός είναι ένας όμως, τα νερά του ποτέ δεν παραμένουν ίδια στις κοίτες του. Ο Αριστοτέλης στα Μετά τα φυσικά, (IV, 5) προσθέτει ότι ο Ηράκλειτος ισχυρίζεται ότι υπάρχει μόνο το Ένα, το οποίο διαρκεί. Από αυτό απορρέουν όλα τα υπόλοιπα, τα οποία μεταστοιχειώνονται και ποτέ τίποτε δεν μένει σταθερό.

Η αρχή της θεωρητικής σκέψης του Ηρακλείτου, είναι ότι: «Ό,τι υπάρχει, ταυτόχρονα δεν υπάρχει, και ότι η αισθητηριακή μας αντίληψη δεν μπορεί να συλλάβει την αλήθεια». «Τον κόσµο αυτόν», έλεγε, «τον ίδιο για όλους, ούτε κάποιος απ' τους θεούς ούτε κάποιος απ' τους ανθρώπους τον έφτιαξε, αλλά ήταν πάντα, και είναι, και θα είναι, φωτιά αιώνια που ανάβει σύµφωνα µε ένα µέτρο και σβήνει σύµφωνα µε το ίδιο µέτρο».

Θεωρούσε το πυρ ως το πρωταρχικό στοιχείο του κόσμου και το ταύτιζε με τον λόγο ο οποίος αποτελεί την υπέρτατη Αρχή. Μια σταθερή, αιώνια, ρυθμιστική αρχή που εξασφαλίζει την ενότητα του κόσμου. Πίσω από τη φαινομενική, ακατάπαυστη εναλλαγή των αντιθέτων [«τα πάντα δημιουργούνται από τη διαμάχη» (πόλεμο)] αναδεικνύεται η ωραιότερη αρμονία, η «παλίντονος αρμονία», η οποία παρακινείται από τον λόγο ώστε τα πάντα να ξεδιπλωθούν και να εκδηλωθούν σύμφωνα με τη φύση τους. Αφανή μεν, εκ πρώτης όψεως, όμως συνεχώς δρούσα.

Μερικά από τα αποσπάσματα του:

• «Η φωτιά ζει µε τον θάνατο της γης και ο αέρας µε τον θάνατο της φωτιάς, το νερό ζει µε τον θάνατο του αέρα και η γη µε τον θάνατο του νερού».

• Η αρρώστια κάνει την υγεία πράγμα ευχάριστο και αγαθό, η πείνα τον χορτασμό, η κούραση την ανάπαυση.

• «Για κείνους που είναι ξύπνιοι ο κόσμος είναι ένας και κοινός» (ενώ εκείνοι που κοιμούνται στρέφονται ο καθένας στον δικό του)

• «Η διαμόρφωση του χαρακτήρα σου γίνεται από τις επιλογές σου, μέρα με τη μέρα. Ποια είναι τα ενδιαφέροντά σου; Ποιες είναι οι σκέψεις σου; Ποιες είναι οι πράξεις σου; Αυτό θα γίνεις».