
Μια αγαπημένη ελληνική κωμωδία επιστρέφει παραμορφωμένη.
Η ΓΥΝΗ ΝΑ ΦΟΒΗΤΑΙ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ
Σκην.: Γιώργος Τζαβέλλας
Πρωτ.: Γιώργος Κωνσταντίνου, Μάρω Κοντού, Δέσπω Διαμαντίδου, Σταύρος Ξενίδης, Τασσώ Καββαδία
Ο κακότροπος Αντώνης Κοκοβίκος απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα της σχέσης του με την καλωσυνάτη κι αφοσιωμένη Ελένη, με την οποία συζεί πλέον δέκα χρόνια, χωρίς ν’ αποφασίζει να την παντρευτεί, ώσπου ο αιφνίδιος θάνατος ενός από τους καλύτερούς του φίλους θα του αλλάξει τη γνώμη.
Η πασίγνωστη και πολυαγαπημένη ασπρόμαυρη κωμωδία του 1965 επανακυκλοφορεί ψηφιακά αποκατεστημένη κι επιχρωματισμένη, σε μια κακόγουστη απόπειρα της εταιρείας Καραγιάννης-Καρατζόπουλος να εκμεταλλευτεί εμπορικά τις ταινίες της λεγόμενης ‘χρυσής’ εμπορικής εικοσαετίας 1950-’70 του ελληνικού κινηματογράφου. Δυστυχώς όμως, μετά από τα πρόσφατα ριμέικ παλιών ελληνικών κωμωδιών από τον Στράτο Μαρκίδη και άλλους, αυτή αποδεικνύεται άλλη μία μέθοδος κακοποίησης της παλιότερης κωμικής παραγωγής. Μπορεί να μην πρόκειται για ριμέικ, αλλά ακόμη κι αυτό θ’ αποτελούσε καταρχήν ένα εντιμότερο καλλιτεχνικό εγχείρημα, από την επέμβαση πάνω στο ίδιο το πρωτότυπο καλλιτεχνικό έργο και την αλλοίωσή του με τόσο θρασύ και ανώφελο τρόπο.
Στη διαφημιστική εκστρατεία της, η εταιρεία Καραγιάννης- Καρατζόπουλος ταυτίζει τον επιχρωματισμό με την αληθοφάνεια και τη γενικότερη ψηφιακή αναπαλαίωση της ταινίας (“ΕΓΧΡΩΜΟ σαν να γυρίστηκε χτες”, όπως ανακοινώνει). Αφενός όμως η ψηφιακή αποκατάσταση ενός φιλμ δεν προϋποθέτει κανενός είδους αισθητικές αλλαγές, όπως η προσθήκη χρώματος και οι εντελώς ξένοι με το υπόλοιπο ύφος της ταινίας ψηφιακοί τίτλοι αρχής και τέλους. Το αντίθετο μάλιστα, αποσκοπεί να διατηρήσει ή να επαναφέρει μια ταινία στην αρχική της κατάσταση, παρότι αποτελεί ξεχωριστή συζήτηση το κατά πόσο η ψηφιακή υψηλή ευκρίνεια αποτελεί αισθητική παρέμβαση από μόνη της σε ταινίες της αναλογικής εποχής.
Αφετέρου, η αληθοφάνεια είναι μόνο ένα δευτερεύον, επιφανειακό θέλγητρο, που πηγάζει από την περιέργεια ν’ αντιληφθεί κανείς μια παλιότερη εποχή ‘απομυθοποιημένη’, χωρίς το ασπρόμαυρο επίχρισμα των τεκμηρίων της. Επειδή όμως εδώ δεν πρόκειται για ντοκιμαντέρ, όπου ενδεχομένως και πάλι καθόλου αναγκαστικά αυτή η παρέμβαση ν’ αποκτούσε περισσότερη χρησιμότητα, η ταινία εξακολουθεί ν’ αποτελεί ένα αισθητικό σύνολο, όπως αυτό συντέθηκε κι οφείλει να παραμείνει, με τα τεχνικά μέσα της εποχής της και τις επιλογές του δημιουργού της.
Επιπλέον, είναι η χαμηλή ποιότητα του χρωματισμού που χειροτερεύει ακόμη περισσότερο το αποτέλεσμα, και το οποίο μπορώ να περιγράψω μόνο πολύ χοντρικά, αφού δεν είμαι ειδικός στην τεχνική πλευρά του ζητήματος. Τα χρώματα λοιπόν άλλοτε μοιάζουν πειστικά, π.χ. όταν πρόκειται για σκηνικά αντικείμενα, όπως ένα έπιπλο ή μια γυναικεία τσάντα, κι άλλοτε είναι απογοητευτικά, ειδικά στον τρόπο με τον οποίο αποδίδουν τις αποχρώσεις του δέρματος.
Ωστόσο, εκ των πραγμάτων κάποιοι θα επιλέξουν να παρακολουθήσουν την ταινία στη μεγάλη οθόνη και θ’ απολαύσουν μία κωμωδία εκμοντερνισμού ηθών και τρόπου ζωής, στην ίδια θεματική κατηγορία με τίτλους όπως «Η θεία απ’ το Σικάγο» (Αλέκος Σακελλάριος, 1957) και «Θα σε κάνω βασίλισσα» (Αλέκος Σακελλάριος, 1964), όπου ο συντηρητικός αρσενικός πρωταγωνιστής προσαρμόζεται στον εκσυγχρονισμό της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας, όπως αυτός εκφράζεται μέσα από την ισότητα των δύο φύλων και τις σαρωτικές αρχιτεκτονικές αλλαγές στο αθηναϊκό αστικό περιβάλλον.
Γλυκόπικρη όπως οι περισσότερες κωμωδίες του Τζαβέλλα, η ταινία προσφέρει ένα από τα πιο επιτυχημένα κάστινγκ στην παραγωγή εκείνης της εποχής, το σενάριο κι ο Κωνσταντίνου φτιάχνουν έναν από τους πιο αξιομνημόνευτους χαρακτήρες με το μεγαλύτερο στραβόξυλο του ελληνικού κινηματογράφου, κι η ταινία ξεχωρίζει για τον έξυπνο τρόπο με τον οποίο ισορροπεί την κοινωνική ρητορική της με τον ρομαντισμό. Το σενάριο πληγώνει και αδικεί ολοένα και περισσότερο την Ελενίτσα, ώστε στο τέλος να τη δικαιώσει, όχι απλώς αποκαθιστώντας την κοινωνική της θέση (η ιστορία δεν τελειώνει στο διαζύγιο), αλλά εκπληρώνοντας το αίσθημά της για τον Αντωνάκη, αφού προηγουμένως τον έχει εξαναγκάσει σε διετή ‘ποινή μετανοίας’.
Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΛΙΣΗΣ: ΑΦΟΣΙΩΣΗ - ALLEGIANT
Σκην.: Ρόμπερτ Σβέντκε
Πρωτ.: Σαϊλίν Γούντλι, Θίο Τζέιμς, Άνσελ Έλγκορτ, Μάιλς Τέλερ, Ναόμι Γουότς, Τζεφ Ντάνιελς, Ζόι Κράβιτς, Μάγκι Κιού
Η Τρις με τον Φορ τολμούν να περάσουν το τείχος που κρατάει απομονωμένο το Σικάγο, και ανακαλύπτουν την ανατρεπτική αλήθεια για την κατάσταση του πλανήτη.
Φουτουριστική περιπέτεια, που αποτελεί μεταφορά του τρίτου, ομώνυμου βιβλίου στη λογοτεχνική τριλογία της 28χρονης αμερικανίδας Βερόνικα Ροθ, το οποίο κυκλοφόρησε το 2013.
Η αφέλεια, η προχειρότητα κι η εσωτερική ασυνέπεια υπονομεύουν συνεχώς την αληθοφάνεια και την αξιοπιστία της πλοκής. Πώς η Έβελιν είναι τόσο αφελής ώστε να νομίζει ότι θα έσβηνε τη μνήμη μόνο των μισών κατοίκων; Η καταδίωξη με το αυτόματο σκάφος δε βγάζει σκηνοθετικό νόημα, και το αέριο διεισδύει στον θάλαμο όπου βρίσκονται οι ήρωες, αλλά επειδή μένει χαμηλά, αυτό σημαίνει ότι εκείνοι δε μπορούν να το αναπνεύσουν, παρότι παραμένουν για πολλή ώρα στον ίδιο περιορισμένο εσωτερικό χώρο;

