
Ιερός πόλεμος για την καύση
Αντισυνταγματικό χαρακτηρίζει τον νόμο η Ιερά Σύνοδος
Ιερό πόλεμο έχει κηρύξει η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος με αφορμή τον νόμο για την καύση των νεκρών τον οποίο χαρακτηρίζει αντισυνταγματικό.
Το θέμα μαζί με το προσφυγικό απασχόλησαν μάλιστα τη χθεσινή συνεδρίαση που έγινε υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών αποφαινόμενη ότι:
«Η Πολιτεία οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι η θρησκευτική ελευθερία ισχύει για όλους, επομένως νομοθετικά μέτρα προς όφελος όσων είναι άθεοι ή θρησκευτικά αδιάφοροι δεν μπορούν να επιβληθούν στην πλειοψηφούσα θρησκευτική κοινότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας».
Σε ανακοινωθέν που εκδόθηκε αναφέρεται:
«Η Ιερά Σύνοδος έλαβε γνώση του νέου νόμου 4368/2016, με τον οποίο: α) νομοθετείται η υποχρεωτικότητα της δηλωθείσας επιθυμίας του νεκρού για τον τύπο τελετής της κηδείας του, αρκεί να μην προσκρούει στη δημόσια τάξη, δημόσια υγεία και τα χρηστά ήθη, β) ρυθμίζεται η χωροθέτηση αποτεφρωτήριων ή τεφροφυλακείων μέσα σε κοιμητήρια (ακόμα και εάν ανήκουν κατά κυριότητα σε Ενορίες) και επιτρέπεται η ελεύθερη διασπορά ανθρώπινης τέφρας στην θάλασσα ή σε υπαίθριους χώρους εκτός κατοικημένων περιοχών. Παρατηρείται ότι η επιλογή της χριστιανικής κήδευσης, εάν συνδυασθεί με την επιλογή της αποτεφρώσεως, προσκρούει στις παραδόσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας, περί των οποίων ο νομοθέτης σιωπά. Η Ιερά Σύνοδος είχε ζητήσει από τον αρμόδιο υπουργό με επιστολή, η οποία έτυχε αδιαφορίας, να προστεθεί επιφύλαξη υπέρ των κανόνων και παραδόσεων κάθε θρησκευτικής κοινότητας». Η Ιερά Σύνοδος θεωρεί τις παραπάνω διατάξεις ως αντισυνταγματικές» και διευκρινίζεται «προς απόκρουση ψευδολόγων διαδόσεων, ότι τα έσοδα όλων των κοιμητηρίων των αστικών κέντρων εισπράττουν κατά νόμον οι τοπικοί Δήμοι και σε κάθε περίπτωση, εάν ήθελε η Εκκλησία να μη μειωθούν τα δήθεν έσοδά της, θα συμφωνούσε και δεν θα διαφωνούσε με την τέλεση κηδεύσεως και μνημοσύνων για όσους επιλέγουν την αποτέφρωση».
Το προσφυγικό
Σε ό,τι αφορά το προσφυγικό ζήτημα, η Εκκλησία της Ελλάδος διά του ανακοινωθέντος εκφράζει την επιθυμία να καταθέσει την πρόθεσή της να συνεχίσει να βοηθά συντελώντας στην ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου. «Το έπραξε συνειδητά σε όλη τη δισχιλιετή πορεία της, το πράττει και σήμερα, και θα συνεχίσει να το πράττει όσο οι περιορισμένοι πόροι της και η μεγάλη καρδιά του λαού μας το επιτρέπουν», υπογραμμίζει σχετικά. Ωστόσο, δηλώνει ότι «κατανοούσα τη σχετική θέση της Ελληνικής Πολιτείας, θεωρεί πως το προσφυγικό πρόβλημα δεν μπορεί η μικρή μας πατρίδα, όσο φιλόξενη και αν είναι, να το αντιμετωπίσει μόνη. Για τον λόγο αυτό, απαραίτητη είναι η επίδειξη ευρωπαϊκής αλληλεγγύης προς τη χώρα μας, πρώτιστα με την επανεξέταση των αποφάσεων για φράκτες αλλά και με ουσιαστικές προσπάθειες για ανάσχεση των προσφυγικών ροών».
Στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίζει ότι «Η Ιερά Σύνοδος παρατηρούσα με θλίψη τα ατελείωτα καραβάνια προσφύγων, τα οποία κατακλύζουν τη μικρή μας χώρα, επιθυμεί να απευθύνει έκκληση σε κάθε άνθρωπο καλής θελήσεως, ώστε αφ’ ενός μεν να σταματήσει ο αδελφοκτόνος πόλεμος στην ευρύτερη περιοχή της Συρίας, να πάψουν οι άνθρωποι να ξεριζώνονται από τις εστίες τους, αλλά και να υποστηριχθούν οι ήδη πρόσφυγες στην ανακούφιση του πόνου τους. Την έκκλησή της αυτή η Ιερά Σύνοδος τη συγκεκριμενοποιεί με σαφείς επιστολές προς τον κ. Jean-Claude Juncker, πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και Αρχηγούς Εκκλησιών, ώστε από κοινού άνθρωποι με αρμοδιότητα αλλά και κοινωνική επιρροή να εργασθούν για την επίλυση του μεγαλύτερου προβλήματος που δημιουργήθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο».
Επιπρόσθετα, εκφράζει τη βαθιά της λύπη «για την εκατόμβη των θυμάτων που ο πόλεμος και η προσφυγιά έχουν προκαλέσει και εύχεται υπέρ αναπαύσεως των ψυχών όλων των θυμάτων, αλλά και υπέρ αποκαταστάσεως της ειρήνης στο σύμπαντα κόσμο».

