Του Αιμίλιου Ψαθά*

Θυμάμαι τον γυμνασιάρχη μου Χατζηανδρέου Βασίλειο στο Γ’ Γυμνάσιο Αρρένων στο Ισλαχανέ της Θεσσαλονίκης. Ήταν ψηλός, με αρχοντική εμφάνιση. Είχε εξαιρετικές ηγετικές και διοικητικές ικανότητες. Ήταν πρόσφυγας όπως πολλοί από τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης τον καιρό εκείνο. Καταγόταν από τα Μοσχονήσια του Αϊβαλί. Μιλούσε και γαλλικά. Τότε είχε πέραση η γαλλική. Αργότερα αναδείχτηκαν τα αγγλικά ως παγκόσμια γλώσσα και επικράτησαν στην οικουμένη εκτοπίζοντας τα γαλλικά.

Άοκνος και αυστηρός, είχε οργανώσει το σχολείο του με τέτοιον τρόπο, που φημιζόταν ως ένα από τα καλύτερα γυμνάσια της πόλης. Ήταν εξαίρετος ομιλητής. Από το στόμα του έρεε ο λόγος πιο γλυκός και από το μέλι. Οι μαθητές του τον ακούγαμε γοητευμένοι. Μας συμβούλευε. «Η μόρφωση» μας έλεγε «θα σας βοηθήσει να ζήσετε σωστά, να δουλέψετε σωστά, να προκόψετε και να ευτυχήσετε. Και να απολαύσετε και την ομορφιά του τόπου αυτού που είναι η πατρίδα μας. Να μην την χαλάσετε. Εσείς να την παραδώσετε στους δικούς σας απογόνους ευτυχέστερη και ομορφότερη από ό,τι την παραλαβαίνετε από εμάς. Αυτό είναι καθήκον κάθε συνετού πολίτη». Και μας είχε εμφυσήσει αγάπη στην πατρίδα.

Δίδασκε μόνο αρχαία και νέα ελληνικά, μόνο στην έκτη τάξη τού τότε εξαταξίου γυμνασίου. Ποτέ του δεν κρατούσε βιβλίο στα χέρια. Ήξερε όλα τα κείμενα απ’ έξω: όλη την Αντιγόνη του Σοφοκλέους, όλο τον Εθνικό ύμνο , όλα τα αποσπάσματα των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Σολωμού, που τα απάγγελλε από στήθους και μας τα ανέλυε. Έτσι μας δίδασκε. Εμείς τον θαυμάζαμε.

Καθηλωμένοι τον ακούγαμε, ιδιαίτερα όταν μας ανέλυε ο ίδιος, κατά την παράδοση των εκθέσεών μας, το θέμα που μας είχε βάλει να αναπτύξομε. Το μάθημά του ήταν συναρπαστικό. Δεν καταλαβαίναμε πότε περνούσε η ώρα και χτυπούσε το κουδούνι για διάλειμμα.

Τότε ήμασταν μια κοινωνία αναδυόμενη. Λίγοι ήταν οι μορφωμένοι. Και τους σεβόμασταν. Σεβόμασταν ιδίως τους δασκάλους μας. Και πειθαρχούσαμε στην συμβουλή τους. Όποιος τελείωνε σπουδές στο πανεπιστήμιο γινόταν ανάρπαστος και διοριζόταν αμέσως σε κάποια υπηρεσία. Θυμάμαι ότι στο σχολείο που αργότερα τοποθετήθηκα, στο Σιδηρόκαστρο Σερρών, υπηρετούσαν ένας μαθηματικός και δύο φυσικοί αποσπασμένοι από τον στρατό, μέχρι να τελειώσει η στρατιωτική τους θητεία. Γιατί τότε υπήρχε έλλειψη καθηγητών.

Σήμερα, μολονότι όλοι είμαστε πια μορφωμένοι, έχομε γίνει μια κοινωνία που βουλιάζει. Τους δασκάλους μας δεν τους σεβόμαστε. Οι σπουδές στο πανεπιστήμιο δεν έχουν πια μεγάλη αξία. Άνεργοι κυκλοφορούν οι νέοι μας με τα πτυχία τους και τα διδακτορικά τους διπλώματα στο χέρι. Και αισθάνονται αδικημένοι. Χαμένοι οι κόποι τους.

Και με την μόρφωση που πια όλοι μας αποκτήσαμε νομίζομε πως όλοι γίναμε σοφοί. Μικροί και μεγάλοι. Και πως όλοι τα ξέρομε όλα καλύτερα από όλους τους άλλους. Και συμβουλές πια δεν δεχόμαστε. Μόνο δικαιώματα ως αδικημένοι ξέρομε να διεκδικούμε. Και ξεχνούμε πολλές φορές τις υποχρεώσεις μας. Και δεν σεβόμαστε πια κανέναν. Ούτε δάσκαλο ούτε πολιτικό ούτε προϊστάμενο… Μέσα στην απελπισία μας και την απογοήτευσή μας από την παρηκμασμένη κοινωνία αντιδρούμε άπρεπα, αντιμιλούμε, προπηλακίζομε, ξεσηκωνόμαστε, βιαιοπραγούμε, καταστρέφομε… Λες και μισούμε την πατρίδα μας. Δεν θέλομε πια ούτε καν την σωστή συμβουλή να ακούσομε.

Όμως με τις συνεχείς διαφωνίες, με τους ξεσηκωμούς, με τις συνεχείς διαδηλώσεις και τις καταστροφές προκοπή δεν πρόκειται να δούμε. Αντιθέτως όλο και περισσότερο χαλάμε την ευτυχία και την ομορφιά του τόπου μας.

Πέρα από το ατομικό ή το συντεχνιακό συμφέρον, ας φροντίσομε και για το συμφέρον το γενικό. Το συμφέρον της πατρίδας. Και ας συμβιβαστούμε.

Και όταν η πατρίδα μας ευτυχήσει, τότε όλοι θα αισθανθούμε και θα ζήσομε ευτυχισμένοι.

* Ο Αιμίλιος Ψαθάς είναι εκπαιδευτικός