Ποτέ δεν περιμέναμε να ζούμε σαν ζητιάνοι
και να μας λεν οι άχρηστοι η “σύνταξή σας φτάνει;”
Μια σύνταξη σαν ζητιανιά να φαν οι πεινασμένοι
γιατί δεν επεινάσανε ποτέ οι χορτασμένοι
Αυτοί που πέρνουνε μισθούς όσο το χρόνο άλλοι
πολιτικοί αργόμισθοι μαζί και κάτι παπαγάλοι.
Ποτέ δεν είδαν του φτωχού τι έχει το τραπέζι
ακούνε μόνο τρεις φορές καμπάνα όταν παίζει.
Κάποιος φτωχός θα πέθανε λεέν σαν την ακούνε
και δεν ακουν τα ορφανά στους δρόμους που πεινούνε.
Αυτόν το κόσμο φτιάξανε οι κλέφτες και προδότες
εκοίνοι που φορούσανε των Γερμανών τις μπότες.
Αυτοί που κάνανε πιο πριν τους Γερμανούς παρέα
αυτοί μας κυβερνούσανε και ζουν παντα ωραία.
Πάντα υπήρχαν άχρηστοι προδότες για την χώρα
και οι φτωχοί πληρώνανε πάντα την κάθε μπόρα
Ποτέ δεν εδικάσανε τους κλέφτες και προδότες
γι αυτούς υπάρχουν ανοικτές των φυλακών οι πόρτες.
Μα θα ξυπνήσει ο λαός να κάμει ό,τι πρέπει
και θα κρατά στα χέρια του μια βέργα νά ‘ναι ντρέτη.
Αυτή που σπα τα κόκκαλα και κάθε ζώο πιάνει
να μην υπάρχουν άχρηστοι και κλέφτες και ρουφιάνοι.
Τότε θα ξεβρωμίσουμε από τη δυσωδία
χωρίς προδότες κι άχρηστους σ’ αυτήν την κοινωνία.
Κάθε φτωχός στο σπίτι του θα νιώθει όπως πρώτα
να μη θωρεί την Τρόικα να του κτυπά την πόρτα.
Ζαχαρίας Ζ. Λιναρδάκης

