Την γιατρειά απού ’ψαχνα στα χέρια σου τη βρήκα
κι είσαι Κλειώ μου των γονιώ η πια μεγάλη προίκα.
Από μικιή εφαίνου σου πως τα χαρίσματά σου
σού τα ’δωσαν η Παναγιά και τα γονεϊκά σου.
Όπου περνά το ζάλο σου αροδαρές φυτρώνουν
κι όσο κι αν είναι το τοπιό άγριο το μερώνουν.
Είσαι μια υπαρξη σεμνή του ουρανού καμάρι
και για ’κειονά ’χεις ’πο μικιή τση αρχοντιάς τη χάρη.
Η αθρωπιά σε πλούμισε κι αξίες φόρτωσε σε
κι η μοίρα φύλακά ’γγελο του κόσμου ήπεψέ σε.
Πολλοί μιλούν για τη γιατρό που τηνε λέν’ Κλεάνθη
κι έχει για πλούτο στη γ-καρδιά τση άνοιξης τα άνθη.
Από τ’ ανεθροφίκια σου ελέγαμε για σένα
πως μόνο προτερήματα σου ’χε ο Θιος δοσμένα.
Τσι κόπους που ’καμες καρπούς τση επιστημοσύνης,
τη γεύση ντως, για φάρμακο, στ’ αρρώστους σου τη δίνεις.
Θαρρώ πως λίγοι ωσάν κι εσέ κατένε να γιατρεύγουν
τσι πόνους για δεν μάθασι τσι τρόπους να γυρεύγουν.
Ο πόνος θέλει αθρωπιά κι όι τ’ αέρα λόγια
γιατί ’ναι αυτή που μονομιάς σβήνει τη στεναχώργια.
Βάνεις τα χέργια στη φωθιά και σώζεις πονεμένους
κι έτσα μοιράζεις τη δροσιά στσι απογκαρδιωμένους.
Ευκές σου δίνω από καρδιά [Βονιανές] σαν τα βουνά να ζήσεις
να χαίρεσαι ό,τι αγαπάς και να μεγαλουργήσεις.
Στάθης Φραγκιαδουλάκης

