
Το ότι ο κ. Τσίπρας δεν τα πάει καλά με το πολιτειακό σύστημα της Αντιπροσωπευτικής Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας το έχει δείξει τόσο από την εποχή που ήταν αντιπολίτευση αλλά και κυρίως τον τελευταίο χρόνο σαν κυβέρνηση.
Το ανησυχητικό μάλιστα μ’ αυτή την κυβέρνηση είναι ότι, αντί να αλλάξει προς το καλύτερο τα κακά των προηγούμενων κυβερνήσεων της Μεταπολίτευσης , προσπαθεί να αλλάξει, αλλοίμονο, τα λίγα καλά που έχουν κάνει προς το χειρότερο.
Τι κάνει;
1) Προσπαθεί να «ροκανίσει» με όλο και περισσότερες εξαιρέσεις το «νόμο Πεπονή», με τον οποίο τις τελευταίες δεκαετίες γίνονται, ως ελάχιστη εγγύηση αξιοκρατίας, οι προσλήψεις στο Δημόσιο μέσω Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).
2) Προσπαθεί με συνεχώς επιταχυνόμενο ρυθμό να «ξεδοντιάσει» όλες τις συνταγματικά κατοχυρωμένες Ανεξάρτητες Αρχές, με την, εν κρυπτώ τις περισσότερες φορές, ψήφιση νομοθετικών διατάξεων, με τις οποίες αφαιρούνται αρμοδιότητες από τις ανεξάρτητες αρχές, επ’ ωφελεία της εκτελεστικής εξουσίας-κυβέρνησης. Τούτο έχει καταστεί περισσότερο φανερό στις περιπτώσεις του Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου και τις τηλεοπτικές άδειες, της Επιτροπής Ανταγωνισμού, της Εθνικής Επιτροπής Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών (ΕΕΤΤ) κ.λ.π.
3) Προσπαθεί μετ’ επιτάσεως να κυρώσει μερικά τον πρωτοποριακό και μοναδικό κατά της διαφθοράς και της διαπλοκής θεσμό της «ΔΙΑΥΓΕΙΑΣ» με τη δυνατότητα μη αναγραφής στο εν λόγω σύστημα πολλών πράξεων της Διοίκησης, χάριν δήθεν της ταχύτητας.
4) Εξακολουθεί ακόμα και σήμερα (στις 11-02-2016 εξέδωσε 3 ΠΝΠ) να νομοθετεί με το όλως έκτακτο μέσο της έκδοσης Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου (τουλάχιστον τριάντα τον τελευταίο χρόνο), φαινόμενο που συνεχίζεται και τείνει να παγιωθεί.
5) Εξακολουθεί να είναι αρνητική στο θέμα της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, της αριστείας κ.λ.π.
6) Επανέφερε εντελώς αναιτιολόγητα, αδικαιολόγητα και εγκληματικά στα ελληνικά πανεπιστήμια το καθεστώς του 1981.
7) Κατήργησε επίσης εντελώς αναιτιολόγητα, αδικαιολόγητα και εγκληματικά το νόμο Διαμαντοπούλου για την ανώτατη εκπαίδευση, του μόνου ίσως νόμου της Μεταπολίτευσης που ψηφίστηκε με πλειοψηφία 255 βουλευτών.
Πέραν όμως των παραπάνω, ανησυχητικό είναι επίσης το ότι, εκτός από τον τομέα της υπό στενή έννοια Διοίκησης, και στα άλλα πεδία λειτουργίας της δημοκρατίας, τα σημάδια είναι ιδιαίτερα αποθαρρυντικά:
Όπως π.χ. στην επίκαιρη περίπτωση του νόμου για το ασφαλιστικό (που βασικά είναι φορολογικός) και του νόμου για το φορολογικό (που βασικά κανείς δεν ξέρει τι θα είναι), όπου περίσσεψε η περιφρόνηση των Ελλήνων εργαζομένων (εργατών, αγροτών, ιδιωτικών υπαλλήλων και ελεύθερων επαγγελματιών) και των νόμιμων αιρετών συνδικαλιστικών εκπροσώπων τους (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, δικηγόρους, μηχανικούς, λογιστές κ.λ.π.)., εκ μέρους μιας αριστερής υποτίθεται κυβέρνησης, πράγμα που αποδεικνύει περίτρανα:
Πρώτον, ότι ο κ. Τσίπρας, η κυβέρνησή του και το κόμμα του απαξιώνουν εντελώς τον ελεύθερο συνδικαλισμό, έναν από τους βασικούς πυλώνες λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, αποσκοπώντας προφανώς σε έναν κρατικό συνδικαλισμό (ο κρατισμός ηλίθιε!! που λέγαμε τις προάλλες) ή ακόμα και στην παντελή απουσία συνδικαλιστικού κινήματος.
Κι όλα αυτά, σε εφαρμογή προφανώς του αλήστου εποχής δόγματος: «αφού ο Πατερούλης αντλώντας νομιμοποίηση από εσάς σκέφτεται και φροντίζει αυτός για εσάς, τι σας χρειάζονται οι συνδικαλιστικοί σας εκπρόσωποι»; (Σαν Σοβιετία μού μυρίζει σύντροφοι ή κάνω λάθος;).
Γι’ αυτό και πριν πάει στις Βρυξέλλες με το νέο νομοσχέδιο Κατρούγκαλου, τους μόνους που κάλεσε στο Μαξίμου για διαπραγματεύσεις ο πρωθυπουργός ήταν οι εκπρόσωποι των εργοδοτών (Θ. Φέσσα για τον Σύνδεσμο Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών, Α.Ανδρεάδη για τον Σύνδεσμο Ελληνικών τουριστικών Επιχειρήσεων, Β. Κορκίδη για την Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας και Γ.Καββαθά για τη Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας).
Τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ δεν τις κάλεσε διότι λέει, άκουσον-άκουσον, δεν συμφωνούν μαζί του και στο δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015 εκφράστηκαν υπέρ του ΝΑΙ. Τι δημοκρατική συμπεριφορά αλήθεια, να έχεις την απαίτηση να συμφωνούν όλοι με σένα, τον Μεσσία; (Μήπως την έχουμε ψωνίσει εντελώς σύντροφοι ή κάνω λάθος;).
Δεύτερον ότι ο κ. Τσίπρας, μη γνωρίζοντας προφανώς άλλον τρόπο πολιτικής και διπλωματίας, εφάρμοσε και στο εσωτερικό, τον τρόπο που, αποδεδειγμένα ανεπιτυχώς και καταστροφικά, εφάρμοσε τους πρώτους εφτά μήνες του 2015 στο εξωτερικό με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς: τον εκβιασμό της τελευταίας στιγμής! Η κάνεις δεκτό το αίτημά μου ή θα σε καταστρέψω! (Όλοι είδαμε την κατάληξη και ποιος καταστράφηκε τελικά σύντροφοι, ή κάνω λάθος;).
Έτσι και εδώ με τις εγχώριες παραγωγικές τάξεις. Ενώ έπρεπε να τους καλέσει σε ουσιαστικό διάλογο, ήδη από την επομένη των εκλογών της 20ής Σεπτεμβρίου 2015, αφού γνώριζε πολύ καλά από την συμφωνία της 12ης Ιουλίου 2015 που ο ίδιος διαπραγματεύτηκε, συμφώνησε και υπέγραψε με τους θεσμούς για τα μέτρα που θα έπαιρνε, αυτός προσπάθησε χωστά-χωστά να τους εξαπατήσει.
Αντί να τους ενημερώσει υπεύθυνα ότι θα χρειαστεί να πάρει δύσκολα μέτρα εις βάρος τους, ούτως ώστε να καταλήξουν εγκαίρως σε ένα ικανοποιητικό για όλους αποτέλεσμα και, σε κάθε περίπτωση, να έχει και στα χέρια του τις θέσεις των παραγωγικών τάξεων σαν ένα ατού προς τους Ευρωπαίους αντιδραστικούς, αυτός τους άφησε (κι’ αυτούς και τον ελληνικό λαό γενικότερα) επί τέσσερις μήνες κυριολεκτικά στο σκοτάδι, μέχρι την παραμονή της μετάβασής του στις Βρυξέλλες, με τον Κατρουγκαλοτούργημα παραμάσχαλα, προφανώς για να τους φέρει κι’ αυτούς προ τετελεσμένου γεγονότος.
Και εδώ όμως, όπως και στην Ευρώπη, αυτός που τελικά πιάστηκε στην παγίδα που ο ίδιος έστησε ήταν ο κ. Τσίπρας, και όχι οι άλλοι. Το δείχνει περίτρανα η δύσκολη κατάσταση που βρίσκεται η κυβέρνησή του τον τελευταίο μήνα.
Εάν, συνεπώς, το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού, τότε το πολλάκις εξαμαρτείν οποίου ανδρός εστι, σύντροφοι, ή πάλι κάνω λάθος;
*Ο Θανάσης Καραγιάννης είναι δικηγόρος

