Λόγω σεμνότητας είχε επιλέξει να ζήσει ως αντι-σταρ και «έφυγε» ως σούπερ-σταρ. Όλη η Ελλάδα έκλαψε στο τελευταίο αντίο για τον Παντελή Παντελίδη. Αυτό που έγινε το Σάββατο στον Ιερό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος στην Νέα Ιωνία και ακολούθως στο κοιμητήριο της Μεταμόρφωσης, δεν έχει προηγούμενο και δεν μπορεί να συγκριθεί ακόμα και με τεράστιους μύθους του ελληνικού καλλιτεχνικού στερεώματος.

Η αγάπη του κόσμου, οι εκδηλώσεις λατρείας και η συντριβή χιλιάδων ανθρώπων κάθε ηλικίας σε καθήλωναν. Ο Παντελής Παντελίδης τα έζησε όλα σε υπερθετικό βαθμό. Την αναγνωρισιμότητα, την δημοφιλία αλλά και το θάνατο. Ένας νέος άνθρωπος, ένα παιδί της διπλανής πόρτας που με τις δικές του δυνάμεις «εισέβαλε» σαν τυφώνας στο ελληνικό μουσικό στερέωμα και συμπαρέσυρε τους πάντες κόντρα ακόμα και σε σκληρές κριτικές,  πολλές από αυτές πλήρως απαξιωτικές για την καλλιτεχνική του οντότητα. Σας «τυφώνας» όμως έπεσε και η είδηση του πρόωρου και βίαιου θανάτου του.

Χιλιάδες άνθρωποι κατέκλυσαν το πατρικό του, την γειτονιά του, τον ιερό ναό όπου εψάλλη η εξόδιος ακολουθία και έπειτα το κοιμητήριο... Αν και επιθυμία των τραγικών γονιών και των αδελφών του ήταν να κρατήσουν την ιδιωτικότητα των τελευταίων στιγμών πριν το ύστατο χαίρε, να αποχαιρετήσουν τον «Παντέλο τους» με τον δικό τους τρόπο, αυτό δεν κατέστη δυνατό καθώς ο κόσμος, μία πραγματική λαοθάλασσα, είχε βρεθεί εκεί από τα ξημερώματα. Και οι πιο δυνατοί ξέσπασαν σε κλάματα όταν οι μουσικοί της μπάντας του 32χρονου άρχισαν να παίζουν τα τραγούδια του.

Ο πόνος της μάνας αβάσταχτος. Ο Παντελής είχε ιδιαίτερη αδυναμία στην μητέρα του Αθηνά, η οποία έφθασε μέχρι το κοιμητήριο υποβασταζόμενη. Ο πατέρας του λύγισε μέσα στην εκκλησία ενώ τα δύο πολυαγαπημένα αδέλφια του ακολουθούσαν την πομπή με δάκρυα στα μάτια. Σε κατάσταση ψυχολογικής κατάρρευσης εμφανίστηκαν και δημοφιλείς καλλιτέχνες με τους οποίους ο Παντελίδης ήταν πολύ παραπάνω από συνάδελφος. Είχαν γίνει οικογένεια με τον Βασίλη Καρρά, τον Αντώνη Ρέμο και την Πάολα.

Τώρα «πίνει από ‘κει ψηλά για σένα», όπως ήταν και ο τίτλος τραγουδιού που είχε κυκλοφορήσει τελευταία, περιγράφοντας τον θάνατο του φίλου του σε αυτοκινητικό δυστύχημα. «Την πόρτα έκλεισα σιγά,

τ’ αμάξι έβαλα μπροστά, και στην καρδιά μου είπα να χτυπά αθόρυβα, γκάζι πατάω δυνατά, ένα τσιγάρο και φωτιά, μα να τ’ ανάψω κοριτσάκι μου δεν πρόλαβα...».