Toυ Νίκου Λεβεντάκη *

Από τη μαζική κινητοποίηση των αγροτών τις τελευταίες εβδομάδες θα μπορούσε να αντλήσει η κοινή γνώμη σημαντικά ενθαρρυντικά μηνύματα για την πορεία της χώρας στους μήνες που έρχονται. Διαπιστώσαμε μια μεγάλη ανανέωση με νέο αίμα του μέχρι πρόσφατα γερασμένου αγροτικού κλάδου. Αλλά και μια σθεναρή απόφαση να βελτιώσουν τη ζωή τους τα αγροτικά νοικοκυριά. Η εικόνα αυτή του αγροτικού δυναμικού σ’ όλη τη χώρα ταιριάζει

με τα ευρήματα νέων καινοτόμων επιχειρήσεων του Ηρακλείου που παρουσιάστηκαν στις 12 και 13/2 στη Βασιλική Αγ. Μάρκου. Διαπιστώθηκε εκεί πως νέοι και όχι μόνο επιχειρηματίες δίνουν νέα πνοή τόσο στο γεωγραφικό μας περίγυρο, όσο και στην οικονομία της χώρας. Κατά συνέπεια οι νέοι που φεύγουν για δουλειά στο εξωτερικό κι όσοι περιορίζονται από τον καναπέ τους να καταστροφολογούν για το μέλλον της χώρας, δεν αντιπροσωπεύουν το σύνολο του δυναμικού της: Η Ελλάδα διαθέτει ζωτικές δυνάμεις που μπορούν και πασχίζουν να ανοίξουν νέους δρόμους μέσα από μια εξαιρετικά δύσκολη, αγχωτική καθημερινότητα.

Πολλά θα μπορούσε να σχολιάσει κανείς για το αγροτικό μερίδιο του πληθυσμού μας, που αποτελεί 10% του συνόλου, ενώ καθηλώθηκε σταδιακά για δεκαετίες στο 2,5% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος! Πόσο απλό είναι να αποκατασταθεί μια τέτοια ανισότητα; Και πόσο μπορούν να συνεισφέρουν στην αποκατάσταση του ρόλου τους οι αγρότες με φόντο τις ευθύνες όσων διαλύσανε την κυρίαρχη δύναμη του κλάδου, το συνεταιριστικό κίνημα; Ή όσους πρωτοστάτησαν ώστε αυτό το 2,5% εισοδημάτων που απολαμβάνει ο κλάδος να είναι μοιρασμένο ανάμεσα στους κερδισμένους και τους χαμένους της μεταπολίτευσης; Ανάλογοι προβληματισμού μπορούν να αναπτυχθούν και για τους επιχειρηματίες που με σφιχτά δόντια ανοίγουν νέους δρόμους: Με ποιους φορολογικούς και ασφαλιστικούς όρους θα αντέξουν στο διεθνή ανταγωνισμό; Πόσο αναγνωρίζουν η κοινωνία και το κράτος τις προσπάθειες αυτές, να τις στηρίξουν, να προτιμήσουν τα προϊόντα τους; Η λίστα των ερωτηματικών αυτού του τύπου είναι ατέλειωτη, όπως και οι αφορμές για κάθε λογής κριτική.

Σε τελική, όμως, ανάλυση όσοι ενδιαφέρθηκαν να βγάλουν συμπεράσματα και να κατανείμουν ευθύνες από τις εμπειρίες που βιώσαμε για δεκαετίες, τόχουν ήδη κάμει. Οι υπόλοιποι πρέπει, ίσως, να περιμένουν την κρίση της ιστορίας. Διότι η Ελλάδα δεν έχει χρόνο για χάσιμο με γενικόλογες συζητήσεις. Οφείλει να κάμει βήματα προς τα εμπρός. Αντί δε ατέρμονων συζητήσεων, πρέπει να συνειδητοποιηθεί ότι κλειδί των παραπέρα εξελίξεων είναι η επανεκκίνηση της οικονομίας. Μια χώρα που επρόκειτο να γίνει ο λαχανόκηπος της Ευρώπης, ενώ σήμερα εισάγει τα σαλατικά της, μπορεί εύκολα να καλύψει τα κενά των ελλείψεων κάνοντας αναπτυξιακά άλματα. Οι φυσικές δυνατότητες της χώρας και η ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού της είναι οι πραγματικοί σύμμαχοι αυτής της πορείας.

Υλικός πλούτος

Ο μεγάλος αριθμός νέων καινοτόμων επιχειρήσεων που διαπιστώθηκε πως ιδρύονται μέσα στην κρίση σ’ όλους τους κλάδους παραγωγής, δεν είναι το μοναδικό δείγμα δυναμισμού της ελληνικής οικονομίας. Άλλωστε επιλέχθηκαν όσες παρουσιάσθηκαν, εκτός των μεγάλων παραγωγικών μας κλάδων και των παραδοσιακών μας προϊόντων. Η συμμετοχή των τελευταίων στο δείγμα που παρουσιάσθηκε δημόσια προϋπέθετε βαθιά γνώση των δεδομένων και των συνθηκών, για να μη δημιουργηθούν λανθασμένες εντυπώσεις στην κοινή γνώμη. Αλλά και στους κλάδους αυτούς και στα προϊόντα συντελούνται κοσμογονικές εξελίξεις, με τις εξαγωγές λαδιού και κρασιών, την αναβάθμιση των προοπτικών σταφιδοποίησης, την αναγνώριση των δυνατοτήτων στους κλάδους της κτηνοτροφίας και των γαλακτοκομικών κλπ. Πόσο βελτιωμένη θα ήταν η εικόνα της τοπικής και, κατ’ επέκταση της δημόσιας οικονομίας, αν εκδηλωνόταν από χρόνια κρατικό ενδιαφέρον για σοβαρό σχεδιασμό της πορείας των κλάδων! Γνωρίζουμε πως ήταν σύμφυτη με τη σταδιακή πτώχευση της χώρας η στροφή της οικονομίας από παραγωγική που ήταν μέχρι το 1980 σε αποκλειστικά οικονομία παροχής υπηρεσιών. Ενώ είναι επιστημονικά γνωστό ότι ο δημόσιος πλούτος προέρχεται μόνο από την παραγωγή υλικών αγαθών.

Το γεγονός ότι οι επιχειρηματίες αναλαμβάνουν διαρκώς πρωτοβουλίες προσαρμογής στα οικονομικά δεδομένα, δεν σημαίνει πως πρέπει να αφήνεται στη δική τους προαίρεση η συνολική πορεία της χώρας και η εξασφάλιση των στόχων, ιδιαίτερα σε φάσεις όπως η σημερινή. Τέτοιοι «αυτοματισμοί» στους κανόνες της αγοράς που διαφημίζονται σαν χαρακτηριστικά του φιλελεύθερου οικονομικού συστήματος δεν εφαρμόζονται σε καμιά χώρα του κόσμου. Αντίθετα, τα κράτη σχεδιάζουν προσεκτικά, συνάπτουν κατάλληλες διεθνείς συμφωνίες, ορίζουν εσωτερικούς κανόνες και διαμορφώνουν κίνητρα συστηματικής κατεύθυνσης της οικονομίας τους. Πόσες φορές δεν έχουμε δει μεγάλα κράτη, ιδιαίτερα σε στιγμές αδυναμίας μας όπως σήμερα, να υπαγορεύουν εξυπηρετήσεις υπέρ επιχειρηματιών ή προϊόντων τους, συχνά προς μεγάλη ζημιά των δικών μας συμφερόντων; Η απουσία κυβερνητικής πολιτικής στο σχεδιασμό και τη στήριξη της πορείας της οικονομίας αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία της χώρας μας που πρέπει σήμερα να τερματισθεί.

Αν αφηνόταν σήμερα, δίχως σχεδιασμό και πρόγραμμα να βγει η οικονομία από τη βαθιά κρίση που τη μαστίζει, θα επαναλάμβανε στην καλύτερη περίπτωση πρακτικές που καθόλου δεν οδηγούν σε διέξοδα. Αυτό έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια των μνημονίων. Με επιχειρήσεις που εξάγουν ελληνικό ιδιωτικό χρυσό σε κράτη που τον συγκεντρώνουν για τα δικά τους συμφέροντα. Με αδιάκοπη σύσταση νέων επιχειρήσεων που ασχολούνται με την εστίαση και τη διασκέδαση. Με τις προσθαφαιρέσεις τριχών, τα τατουάζ και τον γενικό καλλωπισμό. Με τη διακίνηση και την προστασία κατοικίδιων ζώων. Με επιδεικτικά μέσα αυτοφωτογράφησης και παραμιλητών στη δημόσια θέα και ακρόαση. Όλα τούτα και χιλιάδες ανάλογα επαγγέλματα, όση απήχηση κι αν βρίσκουν σε επιχειρηματίες και υποψήφιους πελάτες, δεν βελτιώνουν, αντίθετα βλάπτουν σοβαρά το οικονομικό μας περιβάλλον.

Αποτελεί σοβαρό ζήτημα, σήμερα, ο εντοπισμός και η αξιολόγηση των τάσεων της οικονομίας, Όχι, όμως, σαν αυτοσκοπός. Σαν ενδιάμεσο στάδιο ενός σοβαρού σχεδιασμού για την επιδίωξη στόχων που θα βοηθήσουν να βγει η χώρα από τη μιζέρια που τη μαστίζει. Το καθήκον αυτό πρέπει να αναληφθεί από την κυβέρνηση. Όχι κατά το πρότυπο των «πατριωτών» που μεθόδευαν για δεκαετίες την άμυνα, υποτίθεται, της χώρας. Αλλά με γνώση, μεθοδικότητα, κατεύθυνση, ακόμη και με αυταπάρνηση για το καλό της χώρας και του λαού της. Η μείωση του δημόσιου χρέους μας ίσως δεν είναι στην παρούσα φάση εφικτή με όρους πραγματικά επωφελείς και όχι όρους μεταφοράς στις μελλούμενες γενιές των αμαρτιών της σημερινής. Είναι όμως ορατή η ανάκτηση του οικονομικού μας δυναμισμού, της εθνικής μας αξιοπρέπειας. Που θα βάλουν όλα τα συνακόλουθα στοιχεία της κρίσης μας σε μια προοπτική που θα συνάδει με τη λαϊκή μας κυριαρχία. Με τα πραγματικά συμφέροντα του λαού.

* Ο Νίκος Λεβεντάκης είναι μηχανικός