
Ενσυνείδητα αντισυμβατικός ο τίτλος, αποσκοπεί να εκφράσει τη σκέψη πολλών Ελλήνων εντός και εκτός Ελλάδας, αλλά και φιλελλήνων απανταχού γης. Δε νομίζω ότι χρειάζεται να ξοδέψουμε πολύ χρόνο και μελάνι για να πεισθούμε ότι η Ελλάδα έχει περάσει τα όρια όπου η κοινή λογική μπορεί να αποφέρει αποτελεσματικές λύσεις.
Στο κείμενο αυτό θα προσεγγίσουμε εξίσου αντισυμβατικά το «ευτυχώς» του τίτλου και θα αφήσουμε στον αναγνώστη την αξιολόγηση της συλλογιστικής μας και της όποιας αξίας της.
Όλοι γνωρίζουμε ότι ο τρόπος της λογικής λειτουργεί με συγκεκριμένους κανόνες και εργαλεία. Στηρίζεται σε ορισμούς και κατηγορίες, σε συλλογισμούς και υποθέσεις, σε πρόταξη προτεραιοτήτων, σε ανάλυση ρίσκων και αξιολόγηση επιλογών. Η λογική λειτουργεί με κοινούς στόχους, με επιλογές βάσει κριτηρίων, με μετρήσιμες και αντικειμενικά επαληθεύσιμες δράσεις, με ανάθεση ευθυνών σε ευθεία αναλογία με κανόνες υπευθυνότητας, με συστηματικές διορθώσεις πορείας και, τέλος, με διαφάνεια ως προς τα αποτελέσματα και τις επιπτώσεις τους. Το τελευταίο σημείο είναι σημαντικό διότι οδηγεί σε αυτό που ονομάζουμε «συνεχή βελτίωση». Αν ο τελευταίος αυτός κρίκος της λογικής αλυσίδας σπάσει, τότε εύκολα ξεφεύγουμε από το χώρο της λογικής και φτάνουμε σε αυτόν της παραφροσύνης, όπου κατά τον Αϊνστάιν επαναλαμβάνουμε τα ίδια και τα ίδια προσδοκώντας κάθε φορά διαφορετικά αποτελέσματα. Είναι εφικτά αυτά τα λογικά αυτονόητα σήμερα στην Ελλάδα;
Με την παραπάνω έννοια είναι δύσκολο να φανταστούμε λογικές λύσεις που να οδηγούν την Ελλάδα σε έξοδο από την κρίση στην παρούσα φάση. Τι απομένει; Ο χώρος «εκτός» λογικής. Αυτό δε σημαίνει αναγκαστικά το χώρο του παραλόγου. Ας ξαναδούμε το λογικό αδιέξοδο που περιγράψαμε παραπάνω από μια διαφορετική πλευρά για να αφουγκρασθούμε τη φύση των ορίων της λογικής σε ένα πρόβλημα όπως αυτό που ταλανίζει τη χώρα -επίσημα τουλάχιστον- από το 2009.
Όταν επιχειρούμε να προσεγγίσουμε ένα δύσκολο πρόβλημα και να το λύσουμε ακολουθώντας τους κανόνες και τα εργαλεία της λογικής είναι σημαντικό να σκεφτούμε στρατηγικά και να δούμε πώς ακριβώς πρέπει να δομηθεί αυτή η προσπάθεια. Όταν τα προβλήματα είναι σύνθετα, πρέπει να αξιολογήσουμε τα αρχικά ρίσκα και να δημιουργήσουμε τις κατάλληλες βάσεις πάνω στις οποίες θα χτιστεί η όλη προσπάθεια. Είναι μια πυραμίδα αποτελούμενη από πολλές μικρότερες οι οποίες στηρίζουν η μια την άλλη.
Η λογική συνθέτει την μεγαλύτερη αυτή πυραμίδα (λύση) από τις μικρότερες (δυνατότητες) με προβλέψιμους τρόπους. Γενικά μιλώντας, αν κάποιο σύνθετο σύστημα -είτε αυτό είναι μια τοπική κοινωνία, μια χώρα, μια συμμαχία χωρών ή μια πολύπλοκη και κοινωνικά σημαντική διαδικασία- λειτουργεί εντός κανονικών συνθηκών (όποιες και αν είναι αυτές) τότε αρκεί ένας καλός διαχειριστής. Αν όμως το σύστημα βγει εκτός κανονικής ζώνης, τότε απαιτείται ένας ηγέτης για να το επαναφέρει σε μια νέα κανονικότητα, η οποία θα είναι μεν διαφορετική από την κανονικότητα του παρελθόντος αλλά θα αποτελεί ένα σταθερό λειτουργικό σημείο μέχρι την επόμενη διαταραχή της ισορροπίας του συστήματος. Η λογική λειτουργεί μεν αλλά το υψηλό διορθωτικό κόστος κάνει τις αποφάσεις δύσκολες, παρακινδυνευμένες και επείγουσες – συνδυασμός άκρως επικίνδυνος. Ακόμη παραπέρα και η λογική καταρρέει: απαιτείται τόσο τύχη (εξωτερικός αστάθμιστος παράγοντας) όσο και ένας Μεσσίας με θαυματουργικές δυνατότητες για την επαναφορά του συστήματος στην τάξη και την κανονικότητα. Με άλλα λόγια, σε αυτό το σημείο η λογική σηκώνει τα χέρια ψηλά και ομολογεί ότι οι λύσεις πρέπει να προέλθουν έξωθέν της.
Υπ’ αυτό το πρίσμα, αν θέλουμε να ακολουθήσουμε τον τρόπο της λογικής, η πρώτη κίνηση που οφείλουμε να κάνουμε είναι διαγνωστική: σε ποιο στάδιο βρίσκεται η Ελλάδα σήμερα, έξι χρόνια μετά από την απαρχή της κρίσης; Θα μπορούσε ένας ηγέτης να αντιστρέψει την διολίσθηση της χώρας και να την οδηγήσει σε ήρεμα νερά και καλύτερες μέρες; Ή μήπως έχουμε περάσει ανεπιστρεπτί αυτό το σημείο;
Οι τελευταίες εκλογές μάλλον αυτό είχαν ως σκοπό. Η πολιτική ηγεσία της χώρας ανανεώθηκε πολύπλευρα και ριζικά. Όμως τα δεδομένα μιλούν από μόνα τους. Η σημερινή κυβέρνηση της Αριστεράς είναι σε πορεία σύγκρουσης με τους αγρότες, οι οποίοι μόλις πριν λίγους μήνες της εμπιστεύτηκαν την ψήφο τους. Στην Κρήτη ιδιαίτερα, τα ποσοστά που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ και στους τέσσερεις νομούς ήταν θεαματικά. Τώρα όμως η κυβέρνηση αναγκάζεται να προτάσσει τα ΜΑΤ ενώ οι αγρότες «βούλιαξαν το Σύνταγμα» με τα τρακτέρ και τις διαμαρτυρίες τους. Μπλόκα στους εθνικούς δρόμους, ο υπουργός Εσωτερικών απορεί γιατί οι αγρότες δεν δέχονται να συζητήσουν μαζί του, ενώ ταυτόχρονα η κυβέρνηση δηλώνει ότι είναι στην «ίδια όχθη» με όλους εκείνους που διαμαρτύρονται.
Είναι δύσκολο να βρεθεί λογική βάση σε όλα αυτά και ακόμα δυσκολότερο να βγάλει κάποιος συμπεράσματα που να οδηγούν σε επόμενα βήματα ή προοπτικές λύσεων. Ίσως πάλι η λογική αυτή να είναι μεν υπαρκτή αλλά ο γράφων να μην είναι αρκετά οξύνους για να την αντιληφθεί…εδώ πια τα πράγματα παίρνουν υποκειμενική χροιά και ο κάθε αναγνώστης πρέπει να πορευτεί με οδηγό το ένστικτό του. Η ίδια η λογική απαιτεί να είμαστε ανοιχτοί σε όλα τα ενδεχόμενα και τουλάχιστον σε αυτό θα επιμείνουμε, αφού ξαναυπενθυμίσουμε στον αναγνώστη ότι βγαίνουμε εκτός των ορίων της συμβατικής λογικής.
Αν λοιπόν παραδεχθούμε ότι έχουμε ως χώρα εισέλθει στην περιοχή «φθινουσών αποδόσεων» (τεχνικός όρος, «diminishing returns» στα Αγγλικά) τότε η λογική είναι στυμμένο λεμόνι, δεν οδηγεί σε λύση. Το κοινό αίσθημα είναι αυτό ενός επίπονου και επίμονου αδιεξόδου.
Ως προς τη δυνατότητα ενός ηγέτη να λειτουργήσει καταλυτικά, η λογική μάλλον είναι με το μέρος της απαισιοδοξίας (με την έννοια του στατιστικά απίθανου) μια και έχουν χαθεί χρόνος και ευκαιρίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πιθανότητες είναι μηδενικές, απλώς ότι μάλλον δεν αρκούν για παράγουν λογικά προβλέψιμες δυνατότητες. Για να το πούμε διαφορετικά: έστω ότι κάποιος μας ζητά να ονομάσουμε έστω και έναν από τους σημερινούς εν ζωή Έλληνες ως τον ηγέτη ή την ηγέτιδα που νομίζομε ότι μπορεί προβλέψιμα και αδιαμφησβήτητα να οδηγήσει την Ελλάδα εκτός κρίσης. Ποια θα είναι η απάντησή μας;
Τι απομένει λοιπόν; Τι συμβαίνει όταν ένα σύστημα έχει ξεφύγει τόσο έξω από την όποια κανονικότητα είχε πριν, όπου η λογική παραδίδει τα όπλα; Πώς αναζητούνται και πώς επιτυγχάνονται λύσεις σε τέτοιες ακραίες περιπτώσεις; Εδώ μπαίνουμε σε βαθιά αχαρτογράφητα νερά χωρίς δοκιμασμένες συνταγές, ιστορικά προηγούμενα ή διδακτικά παραδείγματα για να καθοδηγήσουν τη συλλογιστική μας.
Είναι προφανές ότι αναζητούμε λύσεις που ούτως ή άλλως προϋποθέτουν όλα όσα η λογική απαιτεί: ανεξαρτησία, ελευθερία σκέψης, τόλμη, μέτρο, μεθοδικότητα, αυταπάρνηση κλπ. Όλα αυτά είναι λογικά αναγκαία αλλά όχι και ικανά. Αν ήταν, η λογική θα είχε θριαμβεύσει είτε με τους κ. Σαμαρά και Στουρνάρα, είτε με τον κ. Τσίπρα και τον κ. Βαρουφάκη, είτε με τον κ. Τσίπρα και τον κ. Τσακαλώτο. Αν είχε αποτύχει ο ένας, θα είχε διορθώσει πορεία ο δεύτερος και στην χειρότερη περίπτωση θα είχε επιτύχει ο τρίτος συνδυασμός (συνεχής βελτίωση). Όμως κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να έχει συμβεί.
Άραγε τι θα μπορούσε να συμπληρώσει αποτελεσματικά το κενό για να μεταβούμε από το αναγκαίο στο ικανό και σε μια σταθερή προοπτική λύσης;
Αυτό που απομένει είναι ίσως η ιδέα της «μαγιάς» του Μακρυγιάννη. Η μαγιά έχει τρία πολύ σημαντικά και αντισυμβατικά χαρακτηριστικά: δρα αθόρυβα, δρα στοχευμένα, δρα προσωρινά. Ας δημιουργήσουν οι πολιτικοί αρχηγοί των δύο μεγαλύτερων κομμάτων τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να λειτουργήσει αναπόσπαστη μια ομάδα Ελλήνων (προς Θεού όχι «σοφών»), χωρίς κομματικές βλέψεις ή άλλες δεσμεύσεις, ως μαγιά, λειτουργώντας αθόρυβα, στοχευμένα και προσωρινά ώστε να οδηγηθεί η χώρα δημοκρατικά και ειρηνικά σε ασφαλή νερά πριν είναι αργά.
Αν υπάρξει πολιτική βούληση, έστω αυτή την ύστατη ώρα, οι κατάλληλοι άνθρωποι θα βρεθούν, διότι ο Ελληνισμός έχει φλέβες βαθιές και κοιτάσματα πλούσια. Οι άνθρωποι που θα κληθούν να σώσουν τη χώρα θα ανταποκριθούν σε ένα πολύ συγκεκριμένο κάλεσμα που θα διέπεται από τα αλάνθαστα χαρακτηριστικά της μαγιάς του Μακρυγιάννη. Αρκεί η πρόσκληση των πολιτικών αρχηγών να έχει τη σοβαρότητα, το ήθος και το εύρος που απαιτείται για να γίνουν ορισμένες άμεσες αντισυμβατικές διορθωτικές κινήσεις για να φανούν επιτέλους οι σταθερές αξίες της νέας Ελλάδας και να δημιουργηθούν δυναμικές εξόδου τόσο από την οικονομική κρίση όσο και από μια οδυνηρή περιδίνηση δεκαετιών ως προς την εθνική μας ταυτότητα και τον πολιτισμό μας στην Ευρώπη και τον κόσμο γενικότερα.
Δεν υπάρχουν δυστυχώς καλούπια για αυτό ούτε ιστορικά παραδείγματα προς μίμηση. Όμως, σε τέτοιες ακραίες περιπτώσεις -και εδώ έρχομαι στο «ευτυχώς» του τίτλου- είναι που οι Έλληνες «ανεβάζουν στροφές» και αποτολμούν μοναδικές υπερβάσεις που όχι μόνο παράγουν λύσεις αλλά διευρύνουν τον ίδιο το χώρο της λογικής.
Διότι ο χώρος της λογικής δε διευρύνεται μόνο μέσω της επιστημονικής έρευνας ή της τεχνολογίας. Διευρύνεται και όταν κάτι αδοκίμαστο που αρχικά φαινόταν παράλογο (ασύμβατο με την κοινή λογική), εκ των υστέρων αποδεικνύεται όχι μόνο λογικό αλλά και πολιτισμικά ανώτερο. Ίσως να είναι η μοίρα της Ελλάδας να κάνει τις μέγιστες αυτές υπερβάσεις όταν έχει το πιστόλι στον κρόταφο και οι υπόλοιποι λαοί είναι ανώριμοι πολιτισμικά για να αντιληφθούν το βάθος και το εύρος τους. Όταν οι Αθηναίοι εξίσωναν κάθε πολίτη με μια ψήφο -τι παράλογο εγχείρημα αλήθεια κι αυτό μπροστά στο πανίσχυρο Αιγυπτιακό ή Περσικό παράδειγμα διακυβέρνησης ή στην πίεση των αριστοκρατών και των τυράννων να κυβερνήσουν- έστελναν πολιτισμικά τεκτονικά κύματα στο μέλλον όχι μόνο το δικό τους αλλά όλου του πλανήτη και μάλιστα στο διηνεκές της Ιστορίας.
Μας δίδαξαν πώς ΝΑΙ, υπάρχει τρόπος να είσαι ελεύθερος και να κυβερνάσαι αποτελεσματικά από άλλους. Η λαμπρή συνέχεια της υπέροχης αυτής ελληνικής υπέρβασης είναι γνωστή.
Σε αυτές τις παράτολμες υπερβάσεις είναι που λάμπει η πραγματική, η διαχρονική, η άλλη Ελλάδα. Και τότε πέφτουν τα εισαγωγικά στα «ευτυχώς» και γράφονται κεφάλαια ελληνικής και παγκόσμιας Ιστορίας για να αναχθούν, σε βάθος χρόνου, σε πολιτισμικά ιδεώδη και θεμελιώδεις κατακτήσεις του ανθρώπινου πνεύματος.
Απαιτείται πολιτική γενναιότητα που μόνο ένα οδυνηρό κοίταγμα στον εθνικό καθρέφτη μπορεί να αποφέρει, για να διαλυθούν οι τελευταίες αυταπάτες και να αντιληφθούμε επιτέλους πού είμαστε, πού θα μπορούσαμε να είμαστε και πού οφείλομε να πάμε όσο γίνεται πιο μεθοδικά, πιο στοχευμένα και προπαντός χωρίς άλλες απώλειες.
* Ο Γιάννης Παπαδάκης κατάγεται από το Ηράκλειο της Κρήτης. Είναι Ηλ/γος Μηχανικός (PhD), ζει και εργάζεται στις ΗΠΑ

