Κάλεσμα για διάλογο απηύθυνε εκ νέου στους αγρότες ο υπουργός Εργασίας Γιώργος Κατρούγκαλος, μετά την ολοκλήρωση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Οικονομικής και Κοινωνικής Πολιτικής, που πραγματοποιήθηκε χθες.

Ο κ. Κατρούγκαλος επανέλαβε ότι η κυβέρνηση έχει καλέσει σε διάλογο τους αγρότες.

«Θα ακούσετε τις προτάσεις της κυβέρνησης από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, όταν θα έρθουν οι αγρότες, όπως ελπίζουμε και προετοιμάζουμε αυτήν τη συνάντηση στο τέλος της εβδομάδας» ανέφερε χαρακτηριστικά. Παράλληλα, ο υπουργός Εργασίας τόνισε ότι η κυβέρνηση έχει ήδη διατυπώσει τις προτάσεις της για τα περισσότερα θέματα που υπάρχουν παραμετρικές αλλαγές, όπως για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους επιστήμονες.

Σε ερώτηση για το αν η κυβέρνηση εξετάζει το ενδεχόμενο να παραμείνει αυτόνομο το Ταμείο των επιστημόνων, ο κ. Κατρούγκαλος δήλωσε: «Δεν μπορώ να φανταστώ από που βγαίνουν αυτά τα σενάρια, δεν μπορώ να καταλάβω. Δεν έχουν καμία επαφή με το σχεδιασμό του υπουργείου μας».

Από την πλευρά της, η αναπληρώτρια υπουργός Κοινωνικής Αλληλεγγύης Θεανώ Φωτίου, υπογράμμισε ότι σχεδιάζεται η συνολική εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος από 1/1/2017. Μεταξύ άλλων, η κα Φωτίου σημείωσε ότι πρόκειται για μια δυναμική διαπραγμάτευση, επισημαίνοντας ότι «είναι ανοιχτό το πεδίο των βελτιώσεων και των τροποποιήσεων, διότι ακριβώς αυτό είναι μια δυναμική διαπραγμάτευση. Δεν είναι τίποτα παγιωμένο».

Η νέα πρόταση Κατρούγκαλου

Πάντως, στόχο του υπουργού Εργασίας είναι να “σβήσει” την κόκκινη γραμμή του “αναδιανεμητικού” συστήματος κοινωνικής ασφάλισης προκειμένου όπως λένε παράγοντες του υπουργείου να πείσει τους αγρότες να δεχθούν το ασφαλιστικό χαράτσι του 20% επί του εισοδήματός τους για τον κλάδο κύριας σύνταξης.

Ένα από τα βασικά σημεία του πακέτου μέτρων το οποίο επεξεργάζεται ο κ. Κατρούγκαλος είναι η δυνατότητα κάθε ασφαλισμένου να επιλέξει το ύψος της εισφοράς την οποία θα καταβάλλει με την προϋπόθεση ότι ανάλογο θα είναι και το ύψος της σύνταξης την οποία θα λάβει.

Οι επιλογές θα είναι τρεις και συγκεκριμένα συντελεστής 12%, 14% και 20%, ενώ η σύνταξη την οποία θα λαμβάνει ο ασφαλισμένος στον ΟΓΑ θα κυμαίνεται ανάλογα.

Ειδικοί της κοινωνικής ασφάλισης σημειώνουν πως η υλοποίησης μίας τέτοιας πρότασης θα αποτελούσε χτύπημα στην "καρδιά" του ασφαλιστικού συστήματος που διέπεται από το αναδιανεμητικό χαρακτήρα, δηλαδή από τη μεταβίβαση των εσόδων που εισπράττει το σύστημα από τις τρέχουσες ασφαλιστικές εισφορές των οικονομικά ενεργών ασφαλισμένων στους νυν συνταξιούχους.

Έτσι ενώ μέχρι πρότινος, τόσο ο κ. Κατρούγκαλος όσο και συνολικά κυβέρνηση έστηνε "τείχος" για την υπεράσπιση του αναδιανεμητικού χαρακτήρα του συστήματος ενάντια κυρίως στο ΔΝΤ που τάσσεται υπέρ του ανταποδοτικού συστήματος (σ.σ. να παίρνει κανείς σύνταξη αποκλειστικά με βάση τις εισφορές που έχει καταβάλλει), μελετά να φέρει από το … παράθυρο μία ανταποδοτική "συνιστώσα" στον ΟΓΑ.

Θυμήθηκαν…

την Επιτροπή Σοφών

Υπενθυμίζεται πως υπέρ του ανταποδοτικού και κεφαλαιοποιητικού συστήματος είχε ταχθεί και η Επιτροπή των Σοφών που είχε συστήσει ο κ. Κατρούγκαλος τον περασμένο Αύγουστο. Στο πόρισμα της (το οποίο δεν είχε γίνει δεκτό από τον Πρωθυπουργό, κ. Αλέξη Τσίπρα) δημοσιεύτηκε στις 15 Οκτωβρίου και ανέφερε χαρακτηριστικά πως:

- "η βασική ιδέα του προτεινόμενου συστήματος που στοχεύει στην πραγματοποίηση της ανταποδοτικής δικαιοσύνης, είναι απλή : ο εργαζόμενος συσσωρεύει σ' έναν ατομικό λογαριασμό όλες τις εισφορές της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας

- "η σύνταξη είναι αναλογιστικά δίκαιη (actuarially fair), αφού το κεφάλαιο που σχηματίζεται (ατομικά) από τις συσσωρευμένες εισφορές του ασφαλισμένου, μετατρέπεται σε ισόβια σύνταξη, με βάση ένα συντελεστή μετατροπής (ράντα) ο οποίος εξαρτάται και από το προσδόκιμο ζωής της γενεάς του ασφαλισμένου".

Προβληματική

η εφαρμογή στον ΟΓΑ

Ωστόσο η εισαγωγή μίας ανταποδοτικής "συνιστώσας" στον ΟΓΑ δεν πρέπει να θεωρείται και τόσο εύκολη υπόθεση.

Και αυτό γιατί :

- Το 91% των εσόδων του προέρχεται από τον κρατικό προϋπολογισμό

- Μόνο ένας στους τρεις οικονομικά ενεργούς ασφαλισμένους του καταβάλλει με συνέπεια τις τρέχουσες ασφαλιστικές εισφορές του.

Έτσι η ενδεχόμενη επιλογή του χαμηλότερου συντελεστή 12% από τους περισσότερους ασφαλισμένους που σήμερα καταβάλλουν εισφορές θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση των εσόδων στον ΟΓΑ και στην ανάγκη για επιπλέον κρατική χρηματοδότηση προκειμένου να καταβληθούν οι σημερινές συντάξεις.