
Τέλη του Γενάρη στα 1881. Ο Γεώργιος Σουρής παντρεύτηκε την αγαπημένη του Μαρία Κωνσταντινίδου. Στο γάμο τους παρευρέθηκαν οι συγγενείς του νεαρού ποιητή και οι στενοί του φίλοι. Το ίδιο και από την πλευρά της νύφης, που λίγες μέρες πριν, την είχαν προβληματίσει τα λόγια του Ανδρέα Συγγρού. Ο Συγγρός ήταν φίλος και προστάτης της οικογένειας Κωνταντινίδου και προσπαθούσε ν’ αποτρέψει τη Μαρία, προκειμένου αυτή να μην παντρευτεί τον φτωχό νέο ποιητή. Λέγεται ότι ο Σουρής είχε γνωρίσει τη Μαρία το 1873, όταν αυτή ήρθε με τη χήρα μητέρα της από την Κωνσταντινούπολη προκειμένου να τελειοποιήσει τις σπουδές της. Η μητέρα του Σουρή ήταν συγγενείς με τη μητέρα της Μαρίας και έτσι οι δύο νέοι γνωρίστηκαν σε οικογενειακό περιβάλλον. Η Μαρία λοιπόν γράφτηκε στο Αρσάκειο και ο Σουρής την βοηθούσε στα μαθήματα.
Λένε όμως οι πιο έμπειροι της ζωής: “Ο έρωτας, ο βήχας και κάτι άλλο...” πως δεν κρύβονται. Πράγματι, έτσι είναι και έχουν απόλυτο δίκιο. Μια μέρα λοιπόν ο ποιητής, δεν άντεξε και έγραψε στη Μαρία του, στο τετράδιό του τη λέξη “Σ’ αγαπώ”. Δεν πέρασαν δύο ημέρες και κάτω ακριβώς από το δικό του ερωτικό μήνυμα βλέπει την απάντηση - ανταπόκριση της Μαρίας με τη φράση: “Και εγώ”.
Τι άλλο λοιπόν απ’ αυτό ήθελαν δύο νέοι; Τι καλύτερη επιβεβαίωση των συναισθημάτων τους;
Όταν η Μαρία με τη μητέρα της, το καλοκαίρι του 1874 πήγαν για διακοπές στη Χίο, στο σπίτι της γιαγιάς της, ο Σουρής την έπνιγε στην κυριολεξία με γράμματα πλημμυρισμένα με την αγάπη του. Μπορεί ο ίδιος καθημερινά να σύχναζε στα καφενεία της Ομόνοιας με τους αμέτρητους φίλους του, όμως το μυαλό του ταξίδευε διαρκώς στο νησί των εφοπλιστών καισ την πανέμορφη Μαρία του. Και τι δεν της έγραφε... για τα ενοίκια που ακρίβαιναν επειδή μπήκαν νέοι φόροι (τότε φυσικά δεν υπήρχε ο ΕΝΦΙΑ), της έγραφε για τη μεγάλη ακρίβεια που υπήρχε, όπως επίσης και για τις Αρσακειάδες, τις συμμαθήτριές της που φορούσαν μαύρα, γιατί πέθανε ο ευεργέτης και ιδρυτής του σχολείου τους, Απόστολος Αρσάκης.
Τα χρόνια περνούν και ο Σουρής βλέπει να φουντώνει όλο και περισσότερο το αίσθημά του, ο νταλκάς, όπως θα λέγαμε σήμερα για τη Μαρία. Το 1877 τελειώνει η ίδια τις σπουδές της και σύμφωνα με επιθυμία πλουσίων μελών της οικογένειάς της, δύο θείων της συγκεκριμένα, πρέπει να ταξιδέψει στην Αγγλία για να συνεχίσει τις σπουδές. Ξανά ο Ανδρέας Συγγρός, οικογενειακός φίλος, όπως προαναφέραμε, την πιέζει να μην παντρευτεί τον ποιητή, αφενός γιατί είναι μικρή στην ηλικία της και αφετέρου γιατί ο φτωχός Σουρής δεν θα τις εξασφάλισε την υλική ευτυχία!
Ίσως εκείνη την περίοδο ο Γιώργος Σουρής να μην είχε ακόμα αποκαλυφθεί για το ταλέντο του και την προσφορά του. Αυτός, ο πιο αποκαλυπτικός, για τη νοοτροπία του Ρωμιού, σατιρικός ποιητής που έχει να επιδείξει η ελληνική ποιητική ανθολογία.
Αυτός, που τόσο καλά ψυχολόγησε τον Έλληνα και φυσικά τον κάτοικο της πρωτεύουσας, που με τους μοναδικούς του σατιρικούς στίχους φιλοσοφεί αφενός και αφετέρου έδωσε προεκτάσεις των σκέψεων του για το κατάντημά μας και όχι λίγες φορές ειρωνεύθηκε τους Έλληνες για την επιπολαιότητά τους, για τις αποφάσεις τους, για τον τρόπο που αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα.
Αυτός που δεν δίσταζε να σατιρίσει ακόμα και τις αρχές του τόπου για τα παραστρατήματα αλλά και τις βλακείες των αρμοδίων, με τις οποίες ο λαός γελάει, διασκεδάζει αλλά και εξοργίζεται. Δεν παρέλειψε ακόμα να σατιρίσει και την αστυνομία, η οποία πολλές φορές του είχε κάνει συστάσεις να μαλακώσει τις επιθέσεις με την πένα του. Βέβαια, η αστυνομία ήταν ευγενική απέναντί του, όπως και ο ίδιος της συμπεριφέρονταν κατά τον καλύτερο ευγενικό και σατιρικό του τρόπο. Οι στίχοι που ακολουθούν είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικοί.
«Κακούργημα μεγάλο,
βαρύ τρομακτικό,
μας γράφει το δελτίο,
το αστυνομικό.
Ενας τρελλός μια γάτα,
ελάδωσε στακτιά,
και για να κάνει γούστο,
της έβαλε φωτιά.
Κι εκοίτετο η γάτα
ανάμεσα των δρόμων.
Προς δόξαν αιωνίαν,
κλητήρων κι αστυνόμων…
Είδησις τελευταία!...
μέσα σε μία στράτα,
ετσάκωσαν Εκείνον!
που έκαψε τη γάτα».
Παρ’ όλα αυτά όμως ο Σουρής, κατά την άποψη των συγγενών της Μαρίας, δεν ήταν ο ιδανικός σύζυγος. Η έκρηξη όμως του έρωτα δεν αρκεί να γίνει, λαμβάνει τεράστιες διαστάσεις και η Μαρία παίρνει τη μεγάλη απόφαση. Δεν πρόκειται να φύγει πια για την Αγγλία, προκειμένου να μην αποχωριστεί τον αγαπημένο της ποιητή και ευτυχώς στην απόφασή της αυτή έχει σύμμαχο τη μητέρα της που βρίσκει σύμφωνη τη γνώμη της. Όμως όλα έχουν ένα κόστος, ακόμα και αποφάσεις που αφορούν τους ίδιους τους νέους. Οι πλούσιοι συγγενείς της Μαρίας, θείοι, οικογενειακοί φίλοι, ενοχλούνται από την απόφασή της και από την επιλογή της και ζητούν εκδίκηση για την απείθειά της. Ποιος είναι για όλα αυτά ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος; Ποιος άλλος; Σταματούν την προστασία τους και την οικονομική βοήθεια, τόσο στη χήρα μητέρα, όσο και στη Μαρία, η οποία δεν το βάζει κάτω. Ανασκουμπώνεται και αρχίζει να παραδίδει μαθήματα Γαλλικής και Ελληνικής σε παιδιά φιλικών οικογενειών και έτσι λύνεται το πρόβλημα. Το ίδιο κάνει και η μητέρα της, η οποία παίρνει δίπλωμα μαίας, χωρίς να χρειαστεί ν’ ασκήσει το επάγγελμα, γιατί βρήκε εργασία στο ίδρυμα Απόρων Γυναικών, όπου έγινε προϊσταμένη.
Στα 1881, γίνεται ο γάμος του ποιητή με τη Μαρία, η οποία τόσο πολύ συμπαραστάθηκε στον ίδιο και τον βοήθησε να φθάσει τόσο ψηλά, να δημιουργήσει τόσα πολλά. Ο ίδιος την Μαρία, την Μαρή όπως την έλεγε, την αποκαλούσε μούσα του. Φυσικά δεν χάνει τίποτα να της το πει με έμμετρο τρόπο την ημέρα της γιορτής της:
«Εις τη γιορτή σου πάλι,
της Παναγιάς τη μέρα,
θα σ’ ευχηθώ Μαρή,
να τη γιορτάζεις πάντα,
σαν κόρη, σα μητέρα.
Σα Μούσα του Σουρή».
Και όμως… αυτός ο ποιητής, ο μοναδικός στο είδος του, απορρίφθηκε στις εξετάσεις του Πανεπιστημίου. Φυσικά κάτι τέτοιο ήταν καθοριστικό στην πορεία του, επανεξέδωσε το «Ρωμηό». Ένα έργο που ασφαλώς τον τοποθετεί στο ΠΑΝΘΕΟΝ των μεγάλων, γιατί ο Σουρής δεν υπήρξε ένας μεγάλος μόνο των ελληνικών γραμμάτων. Ήταν ένα αστέρι λαμπερό της Παγκόσμιας Φιλολογίας.
Ο Κωστής Παλαμάς τον χαρακτήριζε γόη, έλεγε δηλαδή ότι ανήκε στη φυλή των γοήτων που καλούνται ποιητές. Όσα έλεγε τα έλεγε ξάστερα και δεν ήταν απλός αντιγραφέας των εικόνων που του έδινε η ελληνική κοινωνία. Προσθέτει μάλιστα ο Παλαμάς και τούτο το σημαντικό, ότι: «οι νεώτεροι Έλληνες αναγνωρίζονται πολύ ευχερέστερον και καθαρώτερον εν τοις στίχοις του Σουρή ή όσον αναγνωρίζονται εν τοις ποιήμασι των εθνικών ημών ποιητών».
Μεγάλο τεχνίτη τον αποκαλεί και ο Γρηγόριος Ξενόπουλος γιατί μπόρεσε να βρει και να παρουσιάσει καινούριες σχέσεις κωμικού. Τον θεωρεί ότι ήταν προικισμένος απ' τη φύση με τη θαυμαστή ικανότητα να διακρίνει αμέσως σε κάθε πράγμα την αστεία όψη. Λέει ακόμη ότι δεν μοιάζει με κανένα άλλον Έλληνα ή και ξένο σατιρογράφο. Τον χαρακτηρίζει γίγαντα, βουνό, όγκο.
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Παύλος Καρολίδης τον θεωρούσε τον μέγιστο και μεγαλοφυέστερο των συγχρόνων ποιητών και είναι γεγονός ότι υπήρξε ο μοναδικός Έλληνας ποιητής που βιογραφήθηκε σε τόση έκταση από ξένους κριτικούς. Τον παρομοίαζαν με δεύτερο Αριστοφάνη. Ξένες εφημερίδες δημοσίευαν ακόμη και μεταφρασμένους στίχους του απ' το «Ρωμηό», γιατί προκαλούσαν μεγάλη εντύπωση όταν αναφέρονταν σε θέματα, όπως η παραίτηση του Βίσμαρκ ή ο θάνατος της βασίλισσας της Αγγλίας Βικτωρίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι μεγάλες πένες στο εξωτερικό ασχολήθηκαν με το έργο του και πολλοί Άγγλοι και Γερμανοί συγγραφείς έγραψαν ολόκληρες μελέτες για τον Σουρή και τον «Ρωμηό» του. Ο περίφημος Αυστριακός φιλόσοφος Μαξ Νορντάου, που είχε κάνει σύσταση στη Σουηδική Ακαδημία για να απονείμει το βραβείο Νόμπελ στον Γεώργιο Σουρή, τον αποκαλούσε «Ένδοξε ποιητά». Τον έλεγε θαυμαστό τραγουδιστή, ψάλτη της μεγάλης γενεάς.
Ο Σουρής ξεκίνησε να γράφει κάποιους στίχους ύστερα από παράκληση φίλου του για να διαβαστούν στο μνημόσυνο του Δημοσθένη Βρατσάνου, άλλοτε διευθυντή της Αστυνομίας και για ένα διάστημα γραμματέα της Δούκισσας της Πλακεντίας. Ο Σουρής μετέφρασε τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη. Ανέβηκαν στο Δημοτικό Θέατρο στις 26 Οκτωβρίου του 1900. Τις δοκιμές διηύθυνε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Νικόλαος Πολίτης με την παρουσία του Σουρή, ενώ την υπόκριση χορού μελοποίησε ο μουσουργός Διονύσιος Λαυράγκας.
Ο Γεώργιος Σουρής! Αυτός ο μεγάλος ποιητής που τον απασχόλησαν όλα τα θέματα, πολιτικά, κοσμικά, κοινωνικά, αθλητικά, εκκλησιαστικά, ακόμα και θέματα της βασιλικής οικογένειας. Αυτός ο ποιητής που τόσο ασχολήθηκε με τον Ελληνα, με τον κάθε τύπο του Ελληνα!

