Του Άρη Σφακιανάκη

Κατέβηκα πάλι στο Ηράκλειο τούτες τις μέρες. Αυτή τη φορά ο λόγος που με έφερε ήταν άγριος, οδυνηρός, ένα ξερίζωμα σωστό. “Πέθανε η μάνα σου”, μου 'πε ο πατέρας μου στο τηλέφωνο. Ύστερα τον έπνιξαν τα κλάματα. Πέθανε εκείνη που μ' έφερε στη ζωή! Είχε συμβεί λοιπόν. Όσο κι αν το περίμενα, ο νους μου αδυνατούσε να το χωρέσει. Μάζεψα ό,τι μαύρα ρούχα βρήκα μπροστά μου και πήρα την πρώτη πτήση για την Κρήτη. Έφτασα βράδυ στη γειτονιά. Η αγαπημένη μου μανούλα δεν ήταν πια εκεί. Τρεις άντρες απομείναμε στο σπίτι: ο πατέρας μου, ο αδερφός μου κι εγώ -κι όμως το σπίτι φάνταζε άδειο, κενό. Μια ψύχρα μούδιαζε τους τοίχους. Πένθιμοι ασφοδελοί ριγούσαν στην ψυχή μου. Κρατούσα ένα μαντίλι στα μάτια.

Την άλλη μέρα τη θάψαμε πλάι στους γονείς της, σε τάφο οικογενειακό, στο παλιό νεκροταφείο της πόλης. Γύρω μας βρίσκονταν φίλοι και συγγενείς, μα ο πόνος δεν μοιραζόταν. Φίλησα για τελευταία φορά εκείνη που με αγάπησε περισσότερο απ' όλους, το καπάκι έκλεισε μ' έναν ήχο αποτρόπαιο, και την είδα να γλιστράει στα παγωμένα σκοτάδια της κρύπτης.

Στα τριήμερα, αφού σκόρπισε ο παπάς το βρασμένο σιτάρι πάνω στον τάφο κι είπε μιαν ευχή, πλανήθηκα για λίγο ανάμεσα στα μνήματα. Δεν ξέρω γιατί, μου ήρθε στο νου το Παράπονο του νεκροθάπτου, ένα διήγημα του Ροϊδη. Σε λίγο, φωνές παιδιών τάραξαν τη γαλήνη του τόπου. Είχε φτάσει ένα δημοτικό σχολείο. Τα μαθητούδια, ξέγνοιαστα, σπρώχνονταν στα σκαλιά του παλιού οστεοφυλάκιου με την αρχαιοπρεπή όψη. Απέναντι ακριβώς από το ναό του Αγίου Κωνσταντίνου όπου στις αρχές του περασμένου αιώνα είχε παντρευτεί ο Καζαντζάκης το Κρίνο του, την Γαλάτεια.

“Τι θέλουν εδώ τα παιδιά” ρώτησα μιαν εκκλησάρισσα. Δεν θυμάμαι να μας πήγαιναν εμάς σχολικές εκδρομές σε νεκροταφεία, σκέφτηκα.

“Θα κάνουν ξενάγηση στο μουσείο”, μου είπε εκείνη.

“Ποιο μουσείο. Έχει γίνει μουσείο το οστεοφυλάκιο” ρώτησα.

“Το οστεοφυλάκιο μεταφέρθηκε πιο πέρα”, μου εξήγησε. “Εδώ τώρα το έχουν κάνει μουσείο της Ταφής”.

Έκπληκτος, ακολούθησα τα παιδιά στην είσοδο του κτηρίου. Εκεί όπου παλιά φυλάσσονταν τα κασελάκια με τα οστά, τώρα βρίσκονταν άμφια, εικόνες μεγάλων αγιογράφων, εκκλησιαστικά είδη διαφόρων εποχών αλλά κι ένα μικρό εκθετήριο δώρων. Μια νέα κοπέλα άρχισε να εξηγεί στα παιδιά τα εκθέματα, όμως η βαβούρα ήταν μεγάλη και για να βρω λίγη ησυχία κατέφυγα στον πάνω όροφο που έμοιαζε να έχει πρόσφατα φτιαχτεί.

Εκεί επάνω, κυκλικά, αναπτυσσόταν η Ιστορία της ταφής στην Κρήτη από τα χρόνια του Μίνωα και της Πασιφάης μέχρι σήμερα. Πήλινα κιούπια, λάρνακες, ακόμη και μια αναπαράσταση καύσης νεκρού είχανε στήσει. Και στον τοίχο μια εκπληκτικής ομορφιάς αγιογραφία του Κλώντζα από τα χρόνια της Ενετοκρατίας σε μεγέθυνση. Μια άλλη κοπέλα, εθελόντρια κι αυτή, ανέλαβε πρόσχαρα να με ξεναγήσει στον χώρο. Μια μουσική υποβλητική ξεχυνόταν από τα κρυμμένα ηχεία.

Μα τι υπέροχη ιδέα είναι ετούτο το μουσείο, σκεφτόμουν όλη εκείνη την ώρα που κοίταζα ένα γύρο. (Αργότερα έμαθα πως πίσω απ' όλα αυτά -κι άλλα ακόμη- κρυβόταν ο ζήλος του ιερέα του ναού, του πατέρα Κωνσταντίνου Πιτσικάκη. Θα ήθελα εδώ να αναφέρω και τα ονόματα των δυο κοριτσιών που βοηθούν εθελοντικά σε τούτο το έργο του μουσείου, την Ανδρονίκη Καλομοίρη και την Μαρία Πιτσικάκη. Το καλό έχει όνομα και πρέπει να φανερώνεται).

Φεύγοντας από το μουσείο, αγόρασα το ξεχωριστό βιβλίο του Μανώλη Δρακάκη, Η Ιστορία της ταφής στην Κρήτη. Σαν βγήκα έξω, ο ήλιος που χτυπούσε πάνω στα μάρμαρα των τάφων, με τύφλωσε προσωρινά. Φόρεσα τα μαύρα γυαλιά μου. Και πριν βγω από τη σιδερένια καγκελόπορτα του κοιμητηρίου και χαθώ στη βουή της πόλης, συλλογίστηκα πως ακόμη κι από μακριά, από τις Ουράνιες βοσκές που λέει κι ο Στάινμπεκ, η μάνα μου μου 'καμε ένα τελευταίο δώρο, τούτη την επίσκεψή μου στο Μουσείο της Ταφής, επίσκεψη αναπάντεχη που απάλυνε κάπως -αν γίνεται- τον πόνο της απουσίας της.

Άρης Σφακιανάκης,

εντός των τειχών του Μεγάλου Κάστρου.