Του Ν. Καρούζου
Όλοι εμείς οι μεγαλύτεροι που μεγαλώσαμε στο χωριό που τότε δεν υπήρχε ούτε ρεύμα, ούτε τηλεόραση, μόνο κανένα ραδιόφωνο, στο καφενείο πηγαίναμε κάθε βράδυ και εκεί πείραζε ο ένας τον άλλο.
Και θυμάμαι όταν οι γέροι παίζανε πρέφα και ρωτάει ο πιο μεγάλος, 90 χρονών, τον άλλο που έγραφε, “με εφτάρια βγαίνω?” και του λέει όχι. “Ντα που είναι η κάσα μου” και αυτός του απαντάει, “στου Μαρκουλάκη”, και ξέρετε τι δουλειά έκανε ο Μαρκουλάκης; Πουλούσε φέρετρα.
Όλα στα χωριά τα λέγανε “κάσα”. Ένας άλλος πηγαίνει στο καφενείο και λέει στον καφετζή “κάνε μου ένα καφέ μέτριο” αλλά βλέπει σύννεφο τις μύγες και αστειευόμενος του λέει να του βάλει και δύο μύγες στον καφέ. Και ο καφετζής που ήταν καλαμπουρτζής, του βάζει δύο μύγες στο καφέ και του τον πάει, πίνει ο πελάτης το καφέ και του φωνάζει “έλα εδώ, μια μύγα στο καφέ” και αυθόρμητα ο καφετζής του απαντάει “πιο κάτω θα βρεις και την άλλη”.
Μπαίνει μέσα στο καφενείο ο Νικολής και του λέει μια παρέα “Μωρέ Νικολή, θα πιεις πράμα να σε κεράσομε”, μπαίνει άλλος ενας και λέει “κερασέτονε”, “δώσε μου ένα κουτί σπίρτα” και τα καφενεία τότε είχανε τεφτεράκια και γράφανε τους καφέδες όταν δε κρατούσανε λεφτά οι πελάτες. Έτσι, είχαμε δεν είχαμε χρήματα, πηγαίναμε όλοι στο καφενείο.
Ένα άλλο σοβαρό αστείο που είχε γίνει στο καφενείο του χωριού μου: είχε έρθει από το Ηράκλειο ένας τσαγκάρης με το όνομα Ζωγραφάκης Γιώργος και ένα βράδυ κοιμήθηκε στη καρέκλα του καφενείου, μια παρέα έπαιζε πρέφα και όταν τελείωσαν βλέπουν το τσαγκάρη να κοιμάται, τότε σβήνουν τα λουξάκια και ήταν πίσσα σκοτάδι και αυτοί χτυπάνε τον τραπέζι και φωνάζει ο ένας “κούπες εφτά“ και λένε οι άλλοι “παίζε”, ο Γιωργάκης ξυπνά και ακούει τους άλλους να παίζουν πρέφα και δε βλέπει τίποτα και σέρνει μια φωνή “Παναγιά μου, έχασα το φως μου”. Αυτά τα αστεία εσκαρώνανε τότε και χωρίς καμία παρεξήγηση.

