Με απώλειες που ξεπέρασαν το 1% και πολύ κοντά στα χαμηλά ημέρας έκλεισε τελικά το Χρηματιστήριο Αθηνών χθες, μετά από μία συνεδρίαση έντονης μεταβλητότητας και αρκετών διακυμάνσεων, όπου οι τραπεζικές μετοχές είπαν τον τελευταίο λόγο στην πτώση, επισκιάζοντας την ανοδική αντίδραση αρκετών άλλων τίτλων.

Ειδικότερα, ο γενικός δείκτης έκλεισε με απώλειες 1,09% στις 503,88 μονάδες, ενώ ενδοσυνεδριακά κινήθηκε μέσα στο εύρος των 503-514 μονάδων, ή από το -1,15% έως το +0,93%. Σε επίπεδο εβδομάδας έκλεισε με απώλειες 8,85%, ενώ από την αρχή του έτους οι απώλειες ξεπερνούν το 20%. Ο τζίρος διαμορφώθηκε στα 66,6 εκατ. ευρώ, ενώ ο όγκος ανήλθε στα 141,22 εκατ. τεμάχια, εκ των οποίων τα 11,57 εκατ. διακινήθηκαν μέσω προσυμφωνημένων συναλλαγών.

Ο δείκτης υψηλής κεφαλαιοποίησης έκλεισε με απώλειες 1,56%, στις 135,34 μονάδες, ενώ στο -0,99% ολοκλήρωσε τις συναλλαγές ο Mid Cap και στις 626,05 μονάδες. Ο τραπεζικός δείκτης έκλεισε με απώλειες 5,10% στις 31,61 μονάδες, αντιμετωπίζοντας με όλο και μεγαλύτερες πιθανότητες το ενδεχόμενο ενός reverse split, προκειμένου να διευκολυνθεί η αγορά παραγώγων.

Στο πενθήμερο ο FTSE 25 έχασε 11,77% και ο τραπεζικός κλάδος είδε να εξανεμίζεται το 24,32% της αξίας του. Η πρώτη εβδομάδα του Φεβρουαρίου θυμίζει πολύ την έναρξη του Ιανουαρίου, με την αγορά και πάλι να βρίσκεται στο έλεος της αβεβαιότητας. Άλλωστε, από την αρχή του έτους, οι τέσσερις συστημικές μετοχές χάνουν πάνω από 40%, ενώ η κεφαλαιοποίησή τους έχει υποχωρήσει στα... 6,7 δισ. ευρώ, από σχεδόν 11,5 δισ. στις αρχές του 2016.

Σύμφωνα με τον επικεφαλής ανάλυσης της Beta Securities, Μ. Χατζηδάκη, οι πρόσφατες μνήμες των επενδυτών της ελληνικής αγοράς ευθύνονται για την μεγέθυνση των φαινομένων. Η υπερβολή στην ένταση των αρνητικών διακυμάνσεων έχει οδηγήσει σε πρωτοφανείς στρεβλώσεις. Ο τραπεζικός κλάδος αποτιμάται 6,7 δις ευρώ όταν τα συνολικά νέα κεφάλαια που αντλήθηκαν τον Δεκέμβριο ήταν σχεδόν διπλάσια (13,75 δισ. ευρώ). Το μέγεθος της υπερβολής φαίνεται και από τις πρόσφατες ανακοινώσεις των πωλούμενων συμμετοχών: Η Εθνική Τράπεζα συμφώνησε τίμημα πώλησης 2,6 δις ευρώ για την Finansbank και η κεφαλαιοποίηση της έχει υποχωρήσει στο 1,8 δις ευρώ. Η τεκμαρτή τιμή που προκύπτει για το κόστος του μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών σε αυτές τις τιμές είναι 22% μέγεθος το οποίο συναντάται σε χώρες με υπερπληθωρισμό ή σε διαπιστωμένη μακροχρόνια χρεοκοπία.

Σύμφωνα με τον Μ. Χατζηδάκη, ο παράγοντας φόβος είναι η αιτία που οδηγεί τις τιμές των τραπεζών στην Αγορά και ακολούθως φτιάχνει κλίμα σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό και για τις υπόλοιπες μετοχές. Μπορεί η έννοια της "ευκαιρίας" να έχει χάσει την ισχύ της από την συνεχή, γρήγορη και έντονη υποτιμητική κίνηση ωστόσο από αυτό το ξεπούλημα είναι πολύ δύσκολο να διακρίνει κανείς ποιο είναι το ακραίο πολιτικό ή οικονομικό σενάριο που προεξοφλείται. Ακόμα και το ενδεχόμενο μιας –ακόμη- πρόωρης προσφυγής στις κάλπες μπορεί να υποτεθεί ότι έχει πλέον αποτιμηθεί σε αυτές τις τιμές.

Τεχνικά οι ενδείξεις παραμένουν ισχυρά πτωτικές αφού το μικρό διάλειμμα ανόδου δεν είχε τα απαιτούμενα καύσιμα (συναλλαγές) για κάτι καλύτερο από τις 560 μονάδες. Ουσιαστικά η άνοδος της Δευτέρας (558,6 μονάδες) έδωσε το "φιλί του αποχαιρετισμού" στην ανοδική προσπάθεια διαφυγής και η συνέχεια ήταν βγαλμένη από το γνώριμο 2012. Η υποχώρηση στην ζώνη των 500 μονάδων έφερε το Γενικό Δείκτη στα επίπεδα διαπραγμάτευσης του Ιουνίου του 2012 έχοντας πλέον διασπάσει κάθε τεχνική στήριξη.