Του π. Ηλία Βολονάκη

Η Εκκλησία είναι ένας θεανθρώπινος οργανισμός. Είναι το Σώμα του Χριστού. Είναι κοινωνία θεώσεως κατα τον άγιο Γρηγόριο Παρλαμά.

Οδηγεί τον άνθρωπο στην κοινωνία με τον Θεό, στην κατά χάρη θέωση, που είναι η υπέρβαση του θανάτου Κέντρο της Εκκλησίας η Θεία Ευχαριστία.

Το κατ’ εξοχήν μυστήριο της Εκκλησίας, που συγκροτεί και συνάγει “επί το αυτό, τον διασκορπισμένο λαό του Θεού” . Η Θεία Ευχαριστία είναι πρόγευση των Εσχάτων.

Ο Χριστός είναι η κεφαλή της Εκκλησίας. Ο Θεός Πατήρ “τα σύμπαντα τα υπέταξε στην εξουσία του κι αυτόν τον ίδιο τον Χριστό τον έδωσε στην Εκκλησία ως υπέρτατο αρχηγό” μας λέγει ο Απόστολος Παύλος (Εφ. α’ 22-23).

Η κοινωνία των πιστών με τον Χριστό δεν είναι ιδεολογική, στοχαστική, συναισθηματική, ηθική, αλλά πραγματική “γιατί όλοι είμαστε μέλη του σώματός του, από τη σάρκα του, και τα οστά του” (Εφεσ. Ε’ 30).

Ολοι οι πίστοί αποτελούμε “το πλήρωμα της Εκκλησίας”.

Ο Απόστολος Πέτρος επισημαίνει στην πρώτη του επιστολή:

“Εσείς είστε η εκλεκτή γενιά, το βασιλικό ιερατείο, το άγιο έθνος, ο λαός τον οποίο διάλεξε ο Θεός για να διακηρύξει τα μεγαλεία εκείνου που σας οδήγησε απ’ το σκοτάδι στο θαυμαστό του φως”. (Α. Πετρ. β’ 9).

Ο Λειτουργός ιερεύς στην οπισθάμβωνα ευχή παρακαλεί: “το πλήρωμα της Εκκλησίας φύλαξον”.

Το πλήρωμα της Εκκλησίας δεν συνιστά απλά το “άθροισμα” των αμαρτωλών και αναξίων ανθρώπων που εκκλησιάζεται, αλλά το Σώμα του Χριστού. Με την συνείδηση αυτή πηγαίνει κανείς στην Εκκλησία, στη σύναξη των πιστών, για να είναι αυτό που έγινε κατά την ημέρα του βαπτίσματός του, μέλος του Σώματος του Χριστού. (Α. ΣΜΕΜΑΝ στο βιβλίο του Ευχαριστία - το μυστήριο της Βασιλείας).

Στη λειτουργική μας παράδοση είναι δεδομένο ότι η Θεία Λειτουργία, το μυστήριο της συνάξεως και της κοινωνίας δεν μπορεί να τελεσθεί μόνο από τον ιερέα χωρίς την παρουσία, έστω και ενός, των πιστών - μελών της Εκκλησίας, γιατί, όπως λέγει ο ίδιος ο Χριστός: “όπου είναι συναγμένοι δύο ή τρεις στο όνομα μου, εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσά τους” (Ματθ. ιη’20).

Ο Ιερός Χρυσόστομος μέμφεται “ως φίλος οδυνώμενος” τόσον αυτούς που απέφευγαν τον εκκλησιασμό, όσο και αυτούς που αναχωρούσαν από το ναό πριν την απόλυση της Θείας Λειτουργίας.

Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι η “κοινή προσευχή μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν προσωπική υποχρέωσις και προσωπική ευθύνη για τον καθένα που μοιράζεται μαζί με όλους τον κοινό θησαυρό της απολυτρώσεως”.

Ο σκοπός της ζωής του πιστού μέσα στην αγία μας Εκκλησία δεν είναι να γίνει απλά καλός άνθρωπος αλλά η απόκτηση του αγίου Πνεύματος, όπως μας λέγει και ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ.

Εισερχόμενος ο πιστός με το βάπτισμα στην Εκκλησία καλείται να θεραπεύσει την άρρωστη φύση του με την άσκηση των αγίων αρετών και τη μετοχή του στα ιερά Μυστήρια. Να δεχθεί τον θείο φωτισμό του Aγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα μας δίνει την πίστη, μας ενώνει με τον Χριστό. Μορφώνει μέσα μας τον Χριστό.

Με την μυστηριακή ζωή ο πιστός μετέχει στην Ιερvσύνη του Χριστού. Με το Βάπτισμα, αποκτά την Θεία υιοθεσία, ενώ με το Χρίσμα λαμβάνει τα πνευματικά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Αποτυπώνεται επάνω του το τριπλό αξίωμα του Κυρίου. Το Ιερατικό, το προφητικό, το Βασιλικό.

Κάθε πιστός, ως βασιλεύς κατεξουσιάζει τα πάθη του, τις αμαρτίες του.

Ως ιερεύς ευχαριστεί τον Θεό για όλες τις δωρεές και ευεργεσίες Του. Ζει όχι εγωκεντρικά. Θυσιάζεται για τον αδελφό του. Γίνεται προσευχόμενη ύπαρξη για κάθε συνάνθρωπο, για την όλη δημιουργία.

Ως διδάσκαλος η ζωή του γίνεται ζωή προσφοράς και θυσίας. Γίνεται ένα σημείο της παρουσίας του Θεού, της αγάπης του Θεού στον σύγχρονο κόσμο.

Κατά τους πατέρες η γενική βαπτισματική ιερωσύνη διακρίνεται από την ειδική μυστηριακή ιερωσύνη.

Στην πρώτη μετέχουν όλοι οι βαπτισμένοι πιστοί. Στη δεύτερη οι χειροτονημένοι κληρικοί. Μοναδική διαφορά το μυστήριο της Ιερωσύνης δια του οποίου, κατόπιν επιθέσεως των χειρών του Επισκόπου, μεταδίδεται η Θεία Χάρη στον υποψήφιο και τον καθιστά φορέα της θείας Εξουσίας και δυνάμεως ώστε να επιτελεί τις αναγκαίες ιερουργίες για να συνεχίζεται η πραγμάτωση του απολυτρωτικού έργου του Χριστού στον κόσμο.

Ο Χριστός μετέδωσε την ιεροσύνη στους αποστόλους την ημέρα της Πεντηκοστής. Οι άγιοι Απόστολοι έλαβαν τα χαρίσματα του Παναγίου Πνεύματος. Στη συνέχεια οι ίδιοι οι Απόστολοι δια προσευχής και επιθέσεως των χειρών χειροτονούσαν τους διαδόχους τους. Είναι σημαντική η πληροφορία που μας δίνει ο Απόστολος Παύλος στην επιστολή του προς Τίτον τον πρώτο Επίσκοπο της Κρήτης: “Ο λόγος που σε άφησαστην Κρήτη ήταν να συνεχίσεις να διορθώνεις τις ελλείψεις και να εγκαταστήσεις σε κάθε πόλη πρεσβυτέρους, σύμφωνα με τις οδηγίες που σου έδωσα” (Τιτ. α’ 5).

Για κάθε κληρικό η ιερωσύνη είναι ένα μυστήριο μεγάλο και θαυμαστό. Ο ιερεύς διακονεί, δεν εξουσιάζει. Ενώνει, δεν διχάζει. Συγχωρεί, δεν καταδικάζει.

Διάκριση γενικής και μυστηριακής ιερωσύνης

Συνυπάρχουην αχώριστα και αδιαίρετα στην Εκκλησία, εφ’ όσον έχουν αναφορά στη μια και μοναδική ιερωσύνη του Χριστού.

Η συνύπαρξη φανερώνεται κυρίως στη μυστηριακή ενότητα και ιδιαίτερα στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, το οποίο προσφέρει από κοινού κλήρος και λαός.

Το “ψάλλειν εν Εκκλησίαις” ήταν έργο όλης της σύναξης του λαού του Θεού, που στις συνάξεις του ευχαριστούσε και δοξολογούσε τον Τριαδικό Θεό. Με το πέρασμα του χρόνου το διακόνημα της ψαλμωδίας ανέλαβαν συγκεκριμένα πρόσωπα μέσω της εκκλησιαστικής τέχνης, η οποία εντωμεταξύ διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε.

Στην Ελλαδική Εκκλησία από τους χρόνους του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου έγινε προσπάθεια για την ενεργό συμμετοχή των πιστών στη Λειτουργία. Καθιερώθηκε να απαγγέλλεται από το εκκλησίασμα το “Πάτερα ημών” και το “Πιστεύω”. Καλή και ευλογημένη προσπάθεια.

Στο Ηράκλειο, στο παρεκκλήσιο που είναι αφιερωμένο στην Παναγία την Μεσοπαντήτισσα - στο κέντρο της αγοράς - κάθε Παρασκευή ψάλλεται η παράκληση από το σύνολο των γυναικών που συμμετέχουν στη σύναξη.

Κατά την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής αντί της παράκλησης ψάλλεται επίσης από το σύνολο των γυναικών η ακολουθία των Χαιρετισμών. Χαίρεται κανείς και μάλιστα ο περαστικός από το άκουσμα της ψαλμωδίας. Και περισσότερο, πιστεύω, χαίρεται η ίδια η Παναγία.