Του Γιάννη Τσερεβελάκη*

Τον τελευταίο καιρό πολλά έχουν ακουστεί και πολύς θόρυβος έχει γίνει για διορισμούς, ως μετακλητών υπαλλήλων προσώπων συγγενικών προς τα μέλη της κυβέρνησης ή προς πρόσωπα του κυβερνώντος κόμματος. Το κωμικοτραγικό, βέβαια, είναι ότι, όταν τα πρόσωπα αυτά ρωτούνταν γιατί προέβησαν σε αυτούς τους διορισμούς που όζουν οικογενειοκρατία, οι απαντήσεις ήταν ή ότι δεν υφίσταται καμιά παρανομία, αφού ο πρωθυπουργός ή ο κάθε υπουργός πρέπει να έχουν ανθρώπους της εμπιστοσύνης τους δίπλα τους (και ποιος περισσότερο έμπιστος από τον αδελφό ή τον ξάδελφο ή το σύζυγο ή τον κουμπάρο κλπ;) ή ότι την ίδια τακτική ακολουθούσαν και οι προηγούμενες κυβερνήσεις (άρα γιατί όχι κι εμείς;) ή ότι το δικαιούνται, βρε αδερφέ, από τη στιγμή που οι πρόγονοί τους πολέμησαν τους κατακτητές από τις τάξεις του ΕΑΜ (δηλαδή, αν είχαν πολεμήσει από τις τάξεις του ΕΔΕΣ, ας πούμε, δεν θα είχαν το ίδιο δικαίωμα;).

Με το δεύτερο επιχείρημά τους οι απαντώντες ξαναφέρνουν στην επιφάνεια μια βασική παθογένεια της πολιτικής μας ζωής που λέγεται νεποτισμός (από τη λατινική λέξη nepos-otis, που σημαίνει «έκγονος, απόγονος, ανιψιός») και κομματοκρατία. Αν θέλαμε να ορίσουμε τη λ. νεποτισμός, θα λέγαμε πως είναι η προώθηση συγγενικών προσώπων από πρόσωπα της εξουσίας σε δημόσιες θέσεις ή η παροχή πλεονεκτημάτων σε αυτά, με σκοπό οικονομικά, πολιτικά ή άλλα οφέλη. Το νεποτισμό και την κομματοκρατία (από εδώ πηγάζει το ρουσφέτι) τα γνώρισε ο ελληνικός λαός από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους κι εξακολουθεί να τα συναντά καθημερινά όχι απλώς στην πολιτική ζωή αλλά και σε δημόσιους οργανισμούς, στο στρατό, στα Πανεπιστήμια, στην τοπική αυτοδιοίκηση και αλλού (είδαμε π. χ. τι έγινε πρόσφατα στα νοσοκομεία, στηνε κπαίδευση κ.α.). Και βέβαια, τα ελληνικά κόμματα, ειδικά τα κόμματα εξουσίας, όσο βρίσκονται στην αντιπολίτευση, εξορκίζουν με κάθε τρόπο και κατακεραυνώνουν αυτές τις πρακτικές, υποσχόμενα ότι θα τις καταπολεμήσουν. Όμως, μόλις γίνονται κυβέρνηση τις εφαρμόζουν «χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ» (Κ. Καβάφης), ξεχνώντας πάραυτα τις υποσχέσεις τους και μάλιστα βρίσκοντας διάφορες δικαιολογίες, όπως αυτές που στον πρόλογο αναφέραμε, για να πείσουν πως ό, τι έκαναν και νόμιμο και ηθικό ήταν.

Το πιο τραγικό είναι ότι το χρησιμοποιούμενο επιχείρημα ότι «τα ίδια έκαναν και οι προηγούμενοι» δείχνει με τον πιο κατάδηλο τρόπο ότι όσοι το επικαλούνται δεν έχουν καταλάβει πως αυτό ακριβώς είναι και το πρόβλημά μας, ότι δηλαδή η επίκλησή του δεν λύνει αλλά διαιωνίζει το πρόβλημα και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται (η τωρινή κυβέρνηση, ειδικά, ψηφίστηκε από το λαό, για να μην κάμει όσα έκαναν οι προηγούμενοι, να κάμει, δηλαδή, «άλλα»από αυτά που έκαναν οι «άλλοι», όπως εξάλλου είχε υποσχεθεί σε όλους τους τόνους). Από τη στιγμή, πάντως, που βρισκόμαστε σε αυτό το σημείο, είναι σίγουρο ότι η λύση είναι μακριά και η απαλλαγή και απελευθέρωση από το θανάσιμο εναγκαλισμό της κομματοκρατίας είναι φρούδα ελπίδα. Διότι νεποτισμός και κομματοκρατία αποτελούν την απόδειξη ότι το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα είναι νοσηρό, ότι πολιτικό ήθος δεν υπάρχει, ότι η χώρα μας είναι καθυστερημένη κοινωνικά, πολιτικά και πολιτιστικά, αφού μόνο σε τέτοιες χώρες παρατηρούνται αυτά τα φαινόμενα, στην έκταση και στο βάθος που παρατηρούνται στη χώρα μας.

Τα φαινόμενα στα οποία αναφερόμαστε, φαινόμενα πολιτικής διαφθοράς, έχουν ως επιφερόμενο την αναξιοκρατία, αφού η πολιτεία τη διδάσκει με τον πιο καταφανή τρόπο σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, όπου γεννήθηκε η έννοια και η πρακτική της αξιοκρατίας. Ας θυμηθούμε τον Επιτάφιο του Περικλή, όπως τον διασώζει ο Θουκυδίδης και όπως τον διδάχθηκαν και τον διδάσκονται όλοι οι Έλληνες: «Καθένας προτιμάται στις δημόσιες θέσεις ανάλογα με το πόσο διακρίνεται σε κάποιο τομέα, όχι τόσο λόγω καταγωγής, όσο λόγω αξιοσύνης. Αν μπορεί να προσφέρει κάτι στην πόλη, δεν εμποδίζεται λόγω της άσημης κοινωνικής του θέσης» (Ιστοριών, 2,37). Το κείμενο είναι σαφέστατο και δεν χρειάζεται σχολιασμό: το βασικό για την κατάληψη μιας δημόσιας θέσης δεν είναι ούτε η καταγωγή ούτε η κοινωνική θέση αλλά η αξιοσύνη, τα προσόντα. Εμείς, οι θεωρούντες εαυτούς απογόνους των αρχαίων Ελλήνων, μάλλον τους θυμόμαστε στις «ακίνδυνες» επετείους και όχι για να αντλούμε νοήματα και πρακτικές από τα υψηλά επιτεύγματά τους. Αλλιώς θα ντρεπόμαστε να εφαρμόζουμε και να ακολουθούμε πρακτικές αναξιοκρατίας, δηλαδή νεποτισμού και ευνοιοκρατίας.

Αλλά η χρησιμοποίηση προσώπων ανάξιων ή ανεπαρκών για τις δημόσιες θέσεις (ειδικά αν αυτές είναι θέσεις υψηλής ευθύνης) έχει σοβαρές επιπτώσεις στην εν γένει ανάπτυξη του τόπου (οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική) καθώς και στην επίλυση των προβλημάτων του λαού, της κοινωνίας, της χώρας γενικότερα. Αντιπαραγωγικότητα, χαμηλή αποδοτικότητα και κάθε λογής δυσλειτουργίες είναι τα συμπαρομαρτούντα της κομματοκρατίας και του νεποτισμού, όπου αυτές οι παθογένειες κάνουν την εμφάνισή τους. Εξάλλου, δεν είναι άνευ σημασίας και το φαινόμενο, άνθρωποι που καταλαμβάνουν μια θέση χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα, να μεταβάλλονται σε μικρούς τυραννίσκους, ακριβώς επειδή το μόνο προσόν που έχουν είναι η υψηλή «προστασία» (κομματική ή οικογενειακή) και νιώθουν μικροί και ανεπαρκείς μπροστά στους κατωτέρους τους. Αυτό κάνει την κρατική μηχανή ακόμη πιο αργή, γεννά τη γραφειοκρατία, ευνουχίζει τις ιδέες που μπορεί να έχουν οι προσοντούχοι «κατώτεροι», αυτοί που δεν έχουν «μπάρμπα στην κορώνη» κι έτσι το πράγμα δεν προχωρεί, η χώρα δεν μπορεί να προοδεύσει. Από την άλλη, οι άξιοι απογοητεύονται, αδιαφορούν κι επικρατεί η αρχή «της ήσσονος προσπαθείας», που είναι και η θανάτωση κάθε φρέσκιας ιδέας, κάθε ελπίδας ότι ο τόπος μπορεί να πάει μπροστά.

Αν, λοιπόν, η πολιτεία, το κράτος μας θέλει ο τόπος αυτός να πάει μπροστά, ας αλλάξει τακτική, ας αλλάξει το «έθος»του νεποτισμού και της κομματοκρατίας. Ας καταλάβουν ότι οι ανάξιοι σε δημόσιες θέσεις, και μάλιστα σε υψηλές θέσεις ευθύνης, βλάπτουν το ίδιο το μέλλον της χώρας. Οι εκάστοτε κυβερνώντες πρέπει να κατανοήσουν ότι οι πρακτικές που εφαρμόζουν διδάσκουν ανάλογα και τους πολίτες: αν το κράτος διδάξει την αναξιοκρατία, εφαρμόζοντας πρακτικές νεποτισμού και κομματοκρατίας, τότε και οι πολίτες αυτήν θα εφαρμόζουν στη ζωή τους, αυτήν θα διδάξουν στα παιδιά τους. Η πολιτεία έχει χρέος να διδάξει τους πολίτες της, με την εφαρμογή της αξιοκρατίας, το ήθος και τις αξίες της δημοκρατίας. Εδώ, νομίζω, ταιριάζουν τα λόγια του Πρωταγόρα από τον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα, ο οποίος αναφερόμενος στην παιδεία των Αθηναίων γράφει: «Η πολιτεία αναγκάζει τους νέους να συνειδητοποιήσουν τους νόμους και να ζουν σύμφωνα με αυτούς(…) Τους αναγκάζει ακόμα να κυβερνούν και να κυβερνιούνται σύμφωνα με τους νόμους, κι όποιον βγαίνει από το δρόμο τους τον τιμωρεί. Μάλιστα, αυτή την τιμωρία την αποκαλούμε «ευθύνη», επειδή αυτή βάζει το νέο στον ίσιο δρόμο» (326 c). Έχουν συνειδητοποιήσει, άραγε, οι πολιτικοί μας το μέγεθος των δικών τους ευθυνών;

*Ο Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης είναι εκπαιδευτικός