Του Μύρωνα Μιγάδη*
Μέρες πολλές πάλευε ο Γαρμπής (Ν.Δ.) με τον Γραίγο Β.Α. ποιος θα κερδίσει. Κι η άγρια θάλασσα ξύδι, έλουζε εύκολα το βενετσιάνικο κάστρο στην μπούκα του μικρού ενετικού λιμανιού μας, βιγλάτορας του μεγάλου Κάστρου να διαφεντεύει περήφανος, ουρανό και θάλασσα και να δέχεται αδιάκριτα τα καπρίτσια της.
Η δυνατή βροχή που μέρες έπεφτε αργά, αργά πότιζε το διψασμένο κορμί της Κρήτης και εμείς κακομαθημένοι Μεσογειακοί, ψάχνομε την στερνή στιγμή να βρούμε τα εφόδια του χειμώνα. Αρχές Γενάρη τα πρώτα χιόνια άρχισαν να ντύνουν λευκά τα βουνά, ξεκινώντας από τα βόρεια σύνορα της χώρας μας, ενώ το νησί μας είχε να δει τόσο χιόνι από το 1982.
Στην αρχή το χαλάζι και μετά πυκνό χιόνι σκέπασε κάθε γωνιά της κρητικής γης φθάνοντας έως τα γυρογυάλια. Τα δέντρα άφησαν τα λίγα φύλλα στη γη που ακόμα έμεναν στα κλαδιά τους και οι γυμνοί καρποί τους νθύθηκαν στα λευκά. Τα βαπόρια λόγω μποφόρ, έμειναν μερόνυχτα μποδισμένα στα λιμάνια και οι ξωμάχοι μας σταμάτησαν κάθε γεωργική εργασία. Βροχές, χιόνια, φουρτούνα στα πέλαγα, ανάγκασαν όλους μας να μπούμε βαθιά στο θολάμι μας.
Όμως σχεδόν πάντα μετά την καταιγίδα έρχεται η γαλήνη, οι δυνατοί βοριάδες εξασθένησαν και ο γκρίζος ουρανός καθάρισε και έγινε ξανά γαλανός.
Στο βοριά ο πολικός αστέρας φάνηκε λαμπρός, μπούσουλας για τους ναυτικούς μας.
Στην εξοχή τα τιτιβίσματα των πουλιών τραγουδούσαν την αναπάντεχη χειμωνιάτικη καλοκαιρία και οι τολμηρές μυγδιαλιές στόλιζαν δειλά δειλά τα κλαδιά τους με λευκές και ροζ βουλίτσες, οι νυφούλες του χειμώνα, όπως κάθε χρόνο το συνηθίζουν τέτοια εποχή.
Οι άσπρες και μοβ ανεμώνες σπαρμένες, θες κυλισθείς πάνω τους, και οι ηλιόλοστες μέρες σε καλούν να βγεις έξω κοντά τους από τη ζεστή φωλιά σου. Η γαλήνια θάλασσα και εκείνη σε καλεί κοντά της. Περπατώντας στην έρημη πανέμορφη παραλία στα στενά της πόλης μας νιώθεις έντονα την επιθυμία να ριχτείς στην αγκαλιά της και σ’ ό,τι με ηδονική ανατριχίλα διαπερνά το κορμί σου που δέχεται τα χάδια της.
Τη νύχτα το λειψό φεγγάρι γέμισε σιγά σιγά και ολοστρόγγυλο φώτιζε όλη την πλάση. Η πανσέληνος στην άνοιξη του Γενάρη σ’ έπαιρνε μαζί της να ταξιδεύεις νοερά σε χρόνια περασμένα, νύχτες μαγικές, χωρίς αρχή και τέλος, και όλα μαζί μοιάζουν με πίνακα που θεϊκό χέρι ζωγράφισε και ανοίγεις την αγκαλιά σου και προσπαθείς και θέλεις όλα να χωρέσουν μέσα σ’ αυτή και να χαθείς στην φυσική πανδαισία που ο Πλάστης απλόχερα μας χάρισε.
*Ο Μύρων Κ. Μιγάδης είναι συνταξιούχος

