Είμαι σχεδόν σίγουρος, όσο σίγουρος θα μπορούσε να είναι κάποιος ακροβατώντας με σκέψεις που αφορούν το μετά το τέλος της ζωής, ότι πλέον η μητέρα μου- η Κερά Σοφία- η παλαιότερη γειτόνισσα του νεκροταφείου των Αγίων Αναργύρων, του προαστίου των Νέων Αλατσάτων, βρίσκεται κάπου εκεί ψηλά με τον προ οκταετίας αποδημήσαντα πατέρα μου και βιώνουν πλέον την αιωνιότητα.
Αυτό θέλω να πιστεύω ότι συμβαίνει όπως μου το υπαγορεύει η θρησκευτική μου συνείδηση και πεποίθηση.
Όμως το πρόσωπο του πατέρα μου, στα όνειρά μου, από την ημέρα της ταφής της μητέρας μου το βλέπω να είναι θλιμμένο. Τα υγρά του μάτια στάζουν ανελέητα γιατί. Γιατί, με ρωτούν, δεν την πήγα κοντά του στους Αγίους Αναργύρους που ήταν η επιθυμία της πάντα, αλλά και η τελευταία της;
- Πατέρα, του λέω, το αποφάσισε το εκκλησιαστικό συμβούλιο, δεν ήταν πλέον ενορίτισσα διότι τα τελευταία πέντε χρόνια που ήταν ανήμπορη την είχαμε πάρει κοντά μας σε παραπλήσια ενορία. Κατόπιν πιέσεων, μου είπαν ότι θα μπορούσαν ίσως να τη δεχτούν όμως σαν ξένη, πληρώνοντας με άλλη οικονομική συμφωνία. Δηλαδή το πρόβλημα ήταν καθαρά οικονομικό. Συναλλαγή δηλαδή μεταξύ εμένα και της ενορίας, που λυνόταν μόνο με αργύρια. Όχι, πατέρα, δεν ενέδωσα, δεν ήθελα να προσβάλω τη μνήμη της, αγοράζοντας κάτι που δεν θα έπρεπε να πωλείται καν και μάλιστα με τέτοιο χυδαίο τρόπο και δη από τον οίκο του Θεού.
-Γνωρίζουν, παιδί μου, ότι η μητέρα σου υπήρξε ο κοντινότερος γείτονας των Αγίων Αναργύρων; Γνωρίζουν ότι στην αυλή της αλλά και στην αγκαλιά της έκλαψαν και παρηγορήθηκαν επί πενήντα και πλέον χρόνια σχεδόν όλοι οι ενορίτες και οι συγγενείς των αποδημησάντων;
-Ναι πατέρα, είμαστε τόσο λίγοι που γνωριζόμαστε όλοι πολύ καλά.
-Γνωρίζουν ότι πάντα, ακόμα και το τελευταίο διάστημα που αδυνατούσε η ίδια να παρευρίσκεται, έκανε ανελλιπώς αρτοκλασίες στους αγαπημένους της Αγίους Αναργύρους, όπου θα ήταν και η τελευταία της κατοικία;
-Το γνωρίζουν, πατέρα, το γνωρίζουν.
-Μήπως, παιδί μου, το διάστημα που πήρατε κοντά σας τη μητέρα σας εγκαταλείψατε το προάστιο και την ενορία;
-Όχι, πατέρα, εγώ προσωπικά έχω και θα έχω καθημερινή φυσική παρουσία στον τόπο που μεγάλωσα και ανδρώθηκα, αλλά και τα εγγόνια σου ήταν και είναι κοντά στο προάστιο συμμετέχοντας στα δρώμενα του τόπου. Μάλιστα πριν από λίγους μήνες βάπτισα και το τρίτο μου εγγόνι στην εκκλησία του προαστίου μας.
-Τότε, παιδί μου, γιατί;
-Γιατί, πατέρα, πλέον τα εκκλησιαστικά συμβούλια έτσι αποφασίζουν. Αποτελούνται από κάποιους φαιά φορούντες, αλλά και κάποιους λαϊκούς που πάντα δυστυχώς και παντού είναι οι ίδιοι. Ίδιες φυσιογνωμίες, σοβαροφανείς, τυπολάτρες, άρτιοι οικονομικοί διαχειριστές, όμως με παγωμένες ψυχές και συναισθήματα, στυγνοί διεκπεραιωτές νόμων και αποφάσεων που οι ίδιοι θεσπίζουν, χωρίς φυσικά να εκφράζουν τη βούληση του ποιμνίου αλλά και το ρόλο της εκκλησίας. Όλα αυτά βέβαια, πατέρα και μητέρα, με πλήρη άγνοια ή αδιαφορία θα έλεγα εγώ της πραγματικής διδασκαλίας ΕΚΕΙΝΟΥ. Αποφασίζουν λοιπόν με ορθολογισμό και αυταρχισμό, που θυμίζει συμβούλιο πολυεθνικής εταιρείας ακόμα και για την τελευταία επιθυμία της κάθε «κερά Σοφίας».
Τελικά το πήραμε καλά το μάθημά μας από τη Δύση που τόσο επιδέξια μαϊμουδίζουμε . Ο Προτεσταντισμός κατασπαράζει πλέον την ορθόδοξη πρακτική μας, μετουσιώνοντας τον ξυπόλυτο και ταπεινό μας ΧΡΙΣΤΟ, τον κατεξοχήν εκφραστή της αγάπης και της ελευθερίας, σ 'ένα κανονιστικό σκληρό νομοθέτη που «δικαιοπραγεί» (κατά την γιανναρική έκφραση) στη ζωή του μέσου συνανθρώπου μας. Αυτό αποφάσισαν λοιπόν, πατέρα για τη μητέρα μας και τους παραδίδομε στην κρίση των ενοριτών τους αλλά και στις όποιες ερινύες τους.
Όμως θα ήθελα να κλείσω ποιητικά μ' ένα στίχο του Δ. Ποταμίτη που νομίζω εύστοχα αποτυπώνει την παθογένεια της σύγχρονης υποκριτικής κοινωνίας μας και κατ' επέκταση και της εκκλησίας μας και δη των φαιά φορούντων και περί ηθικής λαλούντων πατέρων μας.
Κι αν θες να μάθεις τον ορισμό της παρακμής ψάξε στο λεξικό στη λέξη δαίμονες.
Θα μάθεις ότι οι δαίμονες έχουν φτερά ίδια κι απαράλλαχτα ολότελα με των Αγγέλων.
Νικόλαος, ο έχων την ευθύνη του κειμένου, και Αναστάσιος Ζωγραφάκης

