Της Ελένης Μακράκη*
Μη φοβηθείς το βοριά που σφυρίζει προσπαθώντας να γκρεμίσει ό,τι μπορεί να νικήσει.
Το ποτάμι που τρέχει ορμητικό, θυμωμένο να πνίξει ό,τι στέκεται εμπόδιο στο περασμά του μη σε φοβήσει.
Μη λυπηθείς το δέντρο που λύγισε από τις ριπές του ανέμου. Σε λίγο θα κοιτάξει πάλι τον ουρανό.
Μη φοβηθείς την κορυφή που σκεπάστηκε με πυκνό χιόνι.
Σε λίγο πάλι κάποιος αετός θα κάθεται στο ριζιμιό χαράκι.
Η βροντή που ξεκουφαίνει τ’ αυτιά σου μη σε τρομάξει. Γιατί εσύ μπορείς να κρυφτείς σε κάποια ζεστή αγκαλιά.
Όλα από μόνα τους θα βρουν το δρόμο τους και θα ξεχαστούν.
Να φοβηθείς, όμως πρέπει όταν χτυπά η πόρτα σου και συ την κρατάς ερμητικά κλειστή όπως και την καρδιά σου.
Να φοβηθείς όταν στη γωνιά κάποιου δρόμου ένα χεράκι απλωμέμο τρέμει αδειανό.
Να κλάψεις πρέπει με σπαραγμό όταν αντικρίζεις μια παραλία γεμάτη κουφάρια.
Να πνιγείς στο κλάμα όταν ο Άιλαντ και τόσοι Άιλαντ δεν μπορούν να σε κοιτάξουν κατάματα γιατί έχουν μετακομίσει σε άλλους ουρανούς.
Πρέπει να χτυπηθείς από ενοχές και πόνο όταν δεις το μετανάστη να κυνηγά την ελπίδα και λίγο ψωμί.
Να φοβάσαι! Να φοβάσαι πολύ,
γιατί κάποτε, το ποτάμι με αίμα που κυλάει στο χώμα που μια φορά περπάτησε ο Θεάνθρωπος, θα ενωθεί με τη φουσκωμένη από ψυχές Μεσόγειο.
Ε! τότε θα σημάνουν οι καμπάνες το χαμό του κόσμου και το δικό σου το χαμό.
Άκου ανθρωπάκο.
*Η Ελένη Μακράκη είναι
συνταξιούχος εκπαιδευτικός

