
“Τα γηρατειά δεν έχουν πλάκα, ξέρεις...” Σ. Μπέκετ
Σήμερα οι συνταξιούχοι αποτελούν ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, το οποίο βρίσκεται στις παρυφές της δραστήριας ζωής. Τρόπους ν' αγωνιστούν δυναμικά για τα δικαιώματά τους δεν διαθέτουν. Όσο και αν συμπεριφέρονται δραστήρια και με όρεξη για τη ζωή, κάθε μέρα τούς θυμίζει πως αποσύρονται... Τους μένει μόνο ένας θησαυρός: η με πόνο και μόχθο αποκτημένη σοφία... Αυτή η σοφία, παρέα με τη μοναξιά, είναι ο σύντροφός που τους γαληνεύει και τους βοηθά να επισκοπήσουν την περασμένη τους ζωή και ν' ατενίσουν από μακριά τη σημερινή, που φεύγει.
Γι' αυτούς μιλώ σήμερα.
Κι έχω στο νου μου, βέβαια, όλους όσοι ευτυχείς κατάφεραν να μείνουν δραστήριοι και δημιουργικοί ως την ηλικία της βαθιάς σωματικής, νοητικής και ψυχικής αδυναμίας. Εκείνους που και την εργασία τους αγάπησαν και τη συνείδησή τους υπηρέτησαν. Αυτούς που θέλησαν να φύγουν, χρησιμοποιημένοι απολύτως, να μην κρατήσουν τίποτα αδιάθετο από ό,τι τους συνθέτει... Που έδωσαν όσα μπόρεσαν για τους άλλους και κράτησαν μόνο λίγο, ελάχιστο σφρίγος σώματος και μυαλού, για να καταφέρουν να παρακολουθήσουν τη συνέχεια. Αυτούς που ξέρουν πως το μόνο που μπορούν τώρα είναι να παρακολουθούν και να εύχονται...Εκείνους που εργάστηκαν με πόνο, κόπο και ιδρώτα, θυσίασαν συνειδητά και με συνέπεια ένα μεγάλο μέρος ψυχής και σώματος, για να σπρώξουν τον τροχό της ζωής, περιμένοντας το τέλος της να είναι τουλάχιστον όπως το είχαν ονειρευτεί: καλό. Που ονειρεύονταν, μετά τη συνταξιοδότησή τους, να αρχίσουν μια νέα ζωή όπως τη θέλουν, χωρίς ωστόσο να ξέρουν πώς ακριβώς τη θέλουν. Σκεφτόντουσαν πως τότε θα δημιουργούσαν, θα έκλειναν τους λογαριασμούς με τα εφηβικά τους όνειρα, θα απολάμβαναν όσα η μοίρα δεν τους έδωσε από νωρίς (χωρίς και πάλι να ξέρουν τι είναι αυτό που χάσανε και που στα εξήντα ή στα εβδομήντα θα το βρούνε). Ακόμα και τον έρωτα ανέβαλλαν για τα χρόνια της χολέρας! Μα προπαντός, έχω στο νου μου εκείνους με τα χαρακωμένα, σακάτικα κορμιά, που δε βολεύονται σε πολυθρόνες αναπαυτικές. Με τα αμβλυμμένα πνεύματα, που παρ’ όλα αυτά φυλάσσουν σπόρους σοφίας για τους νεότερους.
Από την άλλη υπάρχουν και αυτοί που δεν ήταν συνεπείς με τη ζωή και το γνωρίζουν και οι ίδιοι, πλην επαναπαυμένοι, με την καρδιά τους ελαφρά απολαμβάνουν προνόμια, που δεν άξιζαν και που κανείς δεν τους χρωστούσε. Αυτοί που εγκατέλειψαν τη δουλειά τους, επειδή δεν την αγαπούσαν και φυσικά την ξέχασαν την επομένη της αποχώρησής τους και ποτέ δεν πέρασαν έξω από το χώρο που την άσκησαν. Που ήθελαν να ξεκουραστούν από της δουλειάς τους τον καταναγκασμό. Δεν ήθελαν να θυμούνται. Που θεωρούσαν την εργασία τους ως συμπληγάδες πέτρες από τις οποίες έπρεπε να γλυτώσουν όσο μπορούσαν πιο γρήγορα και αλώβητοι, με οδύσσεια πονηρία, για ν' απλωθούν και να ανοιχτούν στον ήρεμο ωκεανό της απόμαχης ζωής τους... Εκείνοι που δεν έδωσαν καν μάχη στη ζωή τους, παρά πίσω από χαρακώματα, που οι ίδιοι ή κάποιοι άλλοι έσκαψαν, έκρυψαν την πονηριά και την αδυναμία τους. Η οκνηρία και ο ατομισμός οδηγούσαν τα βήματά τους. Όσοι κατάφεραν να θεμελιώσουν συνταξιοδοτικά δικαιώματα σε δύο, τρία ή και περισσότερα ταμεία και βρέθηκαν με δυο και τρεις συντάξεις. Ένα σπορ στο οποίο διέπρεψαν αρκετοί από τους συμπολίτες μου, κυρίως πολιτικοί, σαφέστατα σε βάρος όλων των υπολοίπων. Αν και νόμιμο, καταφανώς άδικο και ανήθικο. Είναι κατά κανόνα αυτοί που πέρασαν από τη ζωή μόνο για τη σύνταξή τους.
Όλοι πάντως οι συνταξιούχοι, χωρίς εξαίρεση, όσο δούλευαν ασκούσαν κάποιας μορφής εξουσία. Γιατί ο άνθρωπος, όσο υπάρχει, είναι ον εξουσιαστικό και εξουσιαζόμενο και εφαρμόζει ή υφίσταται την εξουσία ανάλογα με την περίσταση. Την ασκεί, γιατί την έχει υποστεί. Την υφίσταται, γιατί δυνητικά, στο μέλλον μπορεί να την ασκήσει. Από οποιαδήποτε θέση, σε οποιαδήποτε ηλικία και σε όλη του τη ζωή ασκεί ή δέχεται εξουσία ο άνθρωπος. Ακόμη και η αντίδρασή του στην εξουσία μπορεί σαφέστατα να θεωρηθεί εξουσιαστική. Είναι σφόδρα εγωιστικό ον ο άνθρωπος... Την εξουσία που χάνουν οι συνταξιούχοι δεν την λογαριάζουν κατ' αρχάς. Καιρό μετά από την απώλειά της όμως το συναισθάνονται και την αναζητούν. Μένουν ξεκρέμαστοι και ψάχνουν αγωνιωδώς τρόπους να την ξαναβρούν. Όμως μάταια...Κανείς δεν τους επιτρέπει κάτι τέτοιο. Ίσως είναι αυτός ο πιο σοβαρός λόγος που θλίβονται ή καταθλίβονται μετά την αποχώρησή τους από την ενεργό δράση.
Ωστόσο η μοναξιά και το αίσθημα της αχρηστίας είναι σκληρά κι αμείλικτα, όταν τους επισκέπτονται, θυμίζοντάς τους πως τα περιθώρια στενεύουν ή εξαντλήθηκαν ολότελα! Και ξέρουν πως αν δεν τα διαχειριστούν έξυπνα και σωστά (όπως στον καθένα βέβαια ταιριάζει), στο τέλος θα μείνουν μόνοι με τον καφέ και με ένα βιβλιάριο ασθενείας πυκνογραμμένο και χοντρό, για να τους συντροφεύουν. Τεκμήρια κι αυτά μιας ζωής που δεν γυρίζει πίσω και η ροή της είναι ταχύτατη, με ρεύματα και δίνες, που μυρίζουν θάνατο.
Βλέπουν, ακούν και αισθάνονται την υπέροχη, απίστευτη αλλά εξωφρενική εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας να αλλάζει τον κόσμο και τρομάζουν. Αδυνατούν οι ίδιοι να παρακολουθήσουν την τρομερή τους δύναμη και απογοητεύονται. Κλείνονται μέσα στον κόσμο που έφτιαξαν, αμφισβήτησαν, αποδέχτηκαν με κόπο μια ολόκληρη ζωή και προσπαθούν να μπουν από άλλο παράθυρο σ' αυτήν και να φιλοσοφήσουν. Άλλοτε με τη μοναξιά, που φτάνει ως τα όρια της κατάθλιψης, άλλοτε καταφεύγοντας σε μεταφυσικές, θρησκευτικές θεωρίες και πράξεις, άλλοτε πάλι αρνούμενοι πεισματικά την πραγματικότητα και μοιάζουν μοναχικά, αδύναμα κεριά που καίνε, φωτίζοντας αμυδρά ένα πηχτό, βαθύ σκοτάδι... Αισθάνονται πως η ζωή τούς έριξε σε μιαν όχθη απ' όπου παρακολουθούν το ορμητικό ρεύμα της, που τους φαντάζει αλλιώτικο και σκοτεινό· άλλοτε το θαυμάζουνε κι άλλοτε τους τρομάζει. Πιάνονται από τα ξερόκλαδα της όχθης και τρομαγμένοι παρακολουθούν της ζωής τον εκκωφαντικό θόρυβο, ενώ κάτω από τα πόδια τους φεύγει, καταρρέει ένας κόσμος ολόκληρος. Θέλουν να ζήσουν όση ζωή τους μένει, ήρεμοι, ήσυχοι, περιμένοντας καθώς ο Βλαντιμίρ και ο Εστραγκόν “…τον Γκοντό”!...1. Μια αναμονή είναι η ζωή, που μερικές στιγμές της τις βαφτίζουν όμορφες, ευτυχισμένες. Είναι και αισθάνονται αγράμματοι και εξ αυτού αδύναμοι πιότερο κι από τα νήπια πού έχουν στα γόνατά τους και γίνονται τρυφεροί ή δύστροποι. Νιώθουν πως δεν προλαβαίνουν τον Χρόνο στην περπατησιά του και Εκείνος, με μεγάλη συγκατάβαση, τους αφήνει τα λίγα που κουβαλούν ακόμη σε σώμα και σε πνεύμα. Καταλαμβάνονται από τον τρομερό φόβο των γηρατειών κι όχι εκείνο του θανάτου...
Πολλοί καταφέρνουν με εξυπνάδα να συμβιβαστούν με όλες τις απώλειές που φέρνει ο χρόνος, σωματικές και νοητικές, να αξιοποιήσουν αυτές που τους έμειναν και να ζήσουν δημιουργικά, ώστε να φανούν χρήσιμοι, ακόμα και τώρα, για τον εαυτό τους και τους άλλους. Φιλοσοφούν και χαίρονται τη ζωή, φτιάχνουν όνειρα στα μέτρα τους, συνειδητοποιώντας πως είναι άλλο πράγμα να φιλοσοφείς γύρω από το θάνατο και με λογική και γενικά αφηρημένη πιθανότητα να τον προβλέπεις ως σίγουρο και αναπόφευκτο γεγονός της ζωής και εντελώς άλλο να νιώθεις πάνω σου την πραγματική σφραγίδα του!
1. Από το γνωστό θεατρικό έργο του Σ. Μπέκετ: Περιμένοντας τον Γκοντό (En attendant Godot).
*Ο Μανόλης Ευκλ. Χρονάκης είναι παιδίατρος

