
Κινηματογράφος επικής κλίμακας.
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
THE REVENANT
Σκην.: Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου
Πρωτ.: Λιονάρντο ΝτιΚάπριο, Τομ Χάρντι, Ντόμναλ Γκλίσον, Γουίλ Πούλτερ
Στις Η.Π.Α. της δεκαετίας του 1820, ο Χιού Γκλας συμμετέχει σε μια αποστολή εμπορίας δερμάτων του αμερικανικού στρατού, και μένει ημιθανής μετά από την επίθεση μιας αρκούδας. Τα μέλη της αποστολής αποφασίζουν να τον κουβαλήσουν, όμως η διαδρομή αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη, κι έτσι αποφασίζουν να τον αφήσουν πίσω μαζί με τρεις εθελοντές.
Γουέστερν επιβίωσης κι εκδίκησης, εν μέρει βασισμένο στο βιβλίο του Michael Punke που εκδόθηκε το 2002 κι αφηγείται την αληθινή ιστορία του Γκλας, την οποία όμως το σενάριο των Μαρκ Σμιθ και Ινιαρίτου αλλάζει σημαντικά. Η ταινία κέρδισε τρείς Χρυσές Σφαίρες, σκηνοθεσίας, δραματικής ταινίας και α’ δραματικού ανδρικού ρόλου για τον ΝτιΚάπριο, ενώ είναι υποψήφια για δώδεκα Όσκαρ, ανάμεσα στα οποία ο 41χρονος ηθοποιός θα διεκδικήσει για πέμπτη φορά το πολυπόθητο ερμηνευτικό βραβείο, με τις πιθανότητες να είναι ευνοϊκότερες από ποτέ.
Εντυπωσιακή κι εξαιρετικά αληθοφανής, η ταινία περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο νομίζω αφορά όχι απλώς τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, αλλά τη συντριπτική υπεροχή της δεύτερης έναντι του πρώτου, η οποία παραμένει αναμφισβήτητη παρά τους βάναυσους τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος καταχράται όσα η φύση έχει να του διαθέσει. Το προοδευτικό, οικολογικού χαρακτήρα, σχήμα του σεναρίου, έχει τη φύση να επιβάλλεται και να εκδικείται για τα εγκλήματα που οι άνθρωποι διαπράττουν προς την ίδια, τα ζώα και τους άλλους ανθρώπους. Το εναρκτήριο περιστατικό της πλοκής συγκεντρώνει όλους τους παραπάνω, έκτοτε μετατρέποντάς τους διαδοχικά από θύτες σε θύματα, και σταδιακά αντιστρέφοντας τους στερεότυπους ρόλους των ιθαγενών και των λευκών που για δεκαετίες κυριάρχησαν στο είδος του γουέστερν και μεγάλωσαν γενιές θεατών.
Η εξέλιξη της πλοκής εξαρτάται από την ικανότητα και την αντοχή του Γκλας να ξεπεράσει κάθε καινούριο εμπόδιο που εμφανίζεται μπροστά του, όλα μικρότερες εκφάνσεις του μεγαλύτερου εμποδίου που είναι η φύση συνολικά. Μαζί με τον σπουδαίο διευθυντή φωτογραφίας, Εμμάνουελ Λουμπέζκι, ο Ινιαρίτου εφαρμόζει τεχνικές που αποσκοπούν να ενισχύσουν όσο το δυνατόν την πειστικότητα της ιστορίας του και τη μεγαλοπρέπεια των τοπίων της. Γύρισμα σε φυσικές τοποθεσίες με φυσικό φως, ευρυγώνιοι φακοί, κάμερα συχνά όχι πολύ ψηλότερα απ’ το έδαφος, μονοπλάνα, συνθέσεις κάδρων με γιγάντια δάση και μεγαλοπρεπείς οροσειρές να ‘ταπεινώνουν’ μικροσκοπικούς ανθρώπους.
Σ’ έναν από τους πιο λακωνικούς κι απαιτητικούς ρόλους της φιλμογραφίας του και βοηθημένος από το αριστοτεχνικό μακιγιάζ, ο ΝτιΚάπριο προσφέρει μία από τις καλύτερες ερμηνείες του, αποδίδοντας απτόητα την κούραση, την απόγνωση, την οργή, το σθένος και την πεποίθηση του ήρωα μέσα σε πραγματικές, εξοντωτικές περιβαλλοντικές συνθήκες.
Από ένα σημείο και μετά η πλοκή μοιάζει να επαναλαμβάνεται, με αποτέλεσμα η σκηνή με το κουφάρι του αλόγου προσωπικά να μου μοιάζει σαν πλάτειασμα. Όμως ακόμη κι έτσι, η μεγάλη διάρκεια των δυόμιση ωρών αντανακλά την έκταση της εξαντλητικής οδύσσειας του Γκλας ως ένα ταξίδι χωρίς προφανή ελπίδα ή τέλος.
STEVE JOBS
Σκην.: Ντάνι Μπόιλ
Πρωτ.: Μάικλ Φασμπέντερ, Κέιτ Γουίνσλετ, Σεθ Ρόγκεν, Τζεφ Ντάνιελς
Κατά τη διάρκεια των παρουσιάσεων των νέων υπολογιστών των εταιρειών πληροφορικής στις οποίες ηγείται, από το 1984 ως το 1998, ο Στιβ Τζομπς έρχεται αντιμέτωπος με ανθρώπους από την προσωπική και την επαγγελματική του ζωή.
Δεύτερη κινηματογραφική προσωπογραφία του συνιδρυτή της Apple, Τζομπς, μετά από το «Jobs» (Τζόσουα Μάικλ Στερν, 2013), όπου ο Άστον Κούτσερ κρατούσε αδιάφορα τον ομώνυμο ρόλο. Έχοντας ήδη κερδίσει Όσκαρ σεναρίου για το πορτρέτο ενός άλλου πρωτοπόρου της ψηφιακής εποχής, του Μαρκ Ζάκερμπεργκ, στο «The social network» (Ντέιβιντ Φίντσερ, 2010), ο δεξιοτέχνης Άαρον Σόρκιν υπογράφει κι αυτό εδώ, βασισμένο στη βιογραφία του Τζομπς που έγραψε ο Γουόλτερ Άιζακσον και κυκλοφόρησε το 2011. Έχοντας κερδίσει τη Χρυσή Σφαίρα β’ γυναικείου ρόλου, η απολαυστική Γουίνσλετ είναι επίσης υποψήφια για Όσκαρ στην ίδια κατηγορία, μαζί με τον Φασμπέντερ στην κατηγορία α’ ανδρικού ρόλου.
Μεθοδικότητα, ευρηματικότητα, σπιρτάδα και δεξιοτεχνία ξεχειλίζουν από τη συνεργασία του Μπόιλ με τον Σόρκιν, καθώς οι ιδιότυπες ευφυείς και ταχύτατες στιχομυθίες του δεύτερου ξετυλίγονται με τη σκηνοθετική φαντασία του πρώτου, φτιάχοντας ένα πορτρέτο που μπορεί να μη διαφέρει από την ταινία του Στερν σε όσα έχει να πει για τον ήρωά του, αλλά σίγουρα τα λέει με πολύ πιο συναρπαστικό τρόπο.
Με σεναριακό πυλώνα τις παρουσιάσεις των καινοτόμων προϊόντων της εταιρείας του, το σενάριο ξεδιπλώνει τον ιδιοφυή και δύστροπο χαρακτήρα του Τζομπς, καθώς η αλαζονική, υποτιμητική του συμπεριφορά προς τους κοντινούς του ανθρώπους και η ανεπάρκειά του ως γονιός, συμβαδίζουν με το όραμα, την τελειομανεία και την πρωτοποριακή σκέψη του. Από τα βασικότερα σκηνοθετικά ευρήματα της ταινίας, η χρήση διαφορετικού οπτικού ύφους για κάθε χρονική περίοδο της πλοκής, με την πρώτη φωτογραφημένη σε φιλμ 16 χιλιοστών, τη δεύτερη σε 35άρι και την τρίτη με ψηφιακή κάμερα. Επίσης, η φωνή κι η εμφάνιση του Άστον Κούτσερ μπορεί να έμοιαζαν στον Τζομπς περισσότερο, αλλά ο Φασμπέντερ είναι εξαρχής πολύ πιο ταλαντούχος και γι’ αυτό πειστικότερος ηθοποιός, προσδίδοντας περισσότερες αποχρώσεις, διακυμάνσεις και συγκρότηση στον ρόλο.

