
Τα τελευταία χρόνια, τις μέρες ετούτες, τις στιγμές που αναπνές, είναι, μετά τη βάρβαρη Γερμανική κατοχή, τον εμφύλιο σπαραγμό και τη δικτατορία των Συνταγματαρχών, οι χειρότερες της ζωής των πολυκαιρισμένων.
Μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα, την παγωμένη όχι από τους νεροβοργιάδες και τα χιόνια, αλλά από την αβεβαιότητα, το μαυριδερό αύριο που σχεδιάζουν οι δανειστές-κατακτητές με τους εντολοδόχους κυβερνητικούς βουλευτές, η καθημερινότητα βομβαρδίζεται ανελέητα από φοβίες. Βλέπεις και ακούς τόσα πολλά συγκρουόμενα μεταξύ τους, βιώνεις την πραγματικότητα και αναρωτιέσαι, πόσο θα αντέξει ακόμη ο δύσμοιρος ελληνικός λαός και ιδίως οι νέοι.
Μέσα σε ετούτη την ομίχλη, που όσο και να ψάχνεις δεν βλέπεις από πουθενά κάποια αχτίδα, ευτυχώς, που σε κάθε γειτονιά υπάρχει και ένας φωτοδότης, το φαρμακείο.
Στο φαρμακοποιό σου τρέχεις, όποια ώρα και να είναι για να ζητήσεις μια συμβουλή, και να πάρεις τα αναγκαία φάρμακα με πίστωση. Και αυτήν την ανθρώπινη επαφή που έχεις, που για σ’ ένα είναι ένα στήριγμα, μια βοήθεια, μια ψυχολογική τόνωση, η ανελέητη πολιτική του σήμερα θέλει να εξαφανίσει.
Η εντολή είναι ξεκάθαρη: Να κλείσουν τα μικρά φαρμακεία. Εμείς επιθυμούμε, μεγάλα, οργανωμένα, πολυεθνικά συγκροτήματα.
Ο ήχος μιας απόμακρης βροντής, φέρνει μπροστά σου το εφιαλτικό αύριο.
Ο φαρμακοποιός που γνώριζες, που εμπιστευόσουν, που απαντούσε με καλοσύνη σε όποια σου απορία ή πρόβλημα υγείας είχες, δεν θα υπάρχει. Θα τον αντικαταστήσουν χαμηλόμισθοι υπάλληλοι των Ανώνυμων Φαρμακευτικών Εταιρειών.
Και εσύ θα το δεχτείς, όπως και τόσα άλλα ψιλογκρινιάζοντας, γιατί τρομοκρατημένος όπως είσαι, θα σκύψεις πάλι το κεφάλι και θα συνεχίσεις την κατηφόρα της οικονομικής αλλά και της ηθικής εξαθλίωσης.

