Να τονε τρόπος τα χωριά τση γης να τα γυρίσω,
τα όσα έχω μες στο νου να πα τα διαλαλήσω.
Ν’ άψω και σε όλους στσι Θεούς, όπως και στο δικό μου, λαμπάδες με το πύρωμα τσ’ αδύναμης καρδιάς μου,
μπας και φωτίσουν πια πολύ τσ’ άστοργους λογισμούς μας και γίνουμ’ όλοι μια γροθιά με τση φιλιάς το «θέλω»,
τσ’ ανέχειες να πνίξουμε αδιάκριτα του κόσμου
να ξαναρθεί στ’ αχείλια ντου το ζωογόνο γέλιο.
Κι όσοι βαριανασαίνουνε στσ’ απόγνωσης τσ’ αγκάλες
να πάψουσι να βρίσκουσι εμπόδια μπροστά τως,
μέχρι να μπουν σε ξέφωτο τση λύτρωσης και ιδούνε
πως δεν εχάθηκε το φως ολότελα απ’ την πλάση,
δίχως κανείς να νοιάζεται ποια είναι η προσευχή ντως, είντα εικόνες προσκυνούν γ- είντα πιστεύγω λένε.
Δα ν ήλεγα και του Ουρανού, που ’ναι για όλους ίδιος:
«Βάστα τσ’ αυλής Σου ανοιχτές τσι πόρτες, όπως πάντα,
σ’ όσες ψυχές, έτσα λοής ποθούνε τη γαλήνη,
τση ζήσης και τση νόησης, στσι στράτες Σου να βρούνε,
κι είναι ο αγώνας τως κοινός, μ’εκείνες που παλεύγουν
ν’ ανθούν στη γη τα λούλουδα, όλα με δίχως φόβο,
κι από το μετερίζι ντως τσ’ αδερφοσύνης πέμπουν
ανόθευτο το μήνυμα, στα πέρατα να φτάνει,
χωρίς αλληθωρίσματα σε στοχασμούς, για λόγο,
σε χρώματα φυλετικά, γή σ’ιερά βιβλία.
Κι ακόμη, να μη σταματά, απλόχερα να δίδει
το μάννα ντου στσ’ απόκληρους του χούρδου ετούτου κόσμου,
εξίσου, όπου ο ήλιος του μεσουρανεί τη μέρα
σ’ ανατολή, νότο, βορρά και ροδισμένη δύση,
μα εκειά φτωχοί και άστεγοι ζωμένουν ξεχαημένοι
με συντροφιά ολοχρονίς την απονιά τση πείνας,
τ’ άκαρδο χάδι του χιονιά και τ’ άνυδρου τσι δίψες,
κι όλοι τα θάρρη ντως, σ’ Εσέ, τα ’χουνε στηριγμένα».
Στάθης Φραγκιαδουλάκης
Συν/χος δάσκαλος

