Της Aλίκης Καλλέργη

Πως νιώθουμε όταν φυσά νοτιά. Σίγουρα το ίδιο, αλλά μπορούμε τόσο εύκολα να δικαιολογήσουμε την δυσθυμία μας λέγοντας ότι φταίει ο καιρός.

Πραγματικά πολύ εύστοχος τίτλος για την ταινία του Τάσου Μπουλμέτη, που μετά από χρόνια επανέρχεται με τον “Νοτιά”, να ταράζει τα νερά μιας θάλασσας που μένει ακίνητη αλλά σιγοβράζει μέσα της έτοιμη να γεμίσει αφρούς.

Έτσι μοιάζει και η περιπλάνηση του στις ταραγμένες και “δυσανάγνωστες” δεκαετίες του τέλους του ‘60 μέχρι και τις αρχές του ‘80 κάνοντας τουλάχιστον εμάς τους μεγαλύτεορυς να κάνουμε μια “αναγκαία” ενδοσκόπηση.

Ο Τάσος Μπουλμέτης έχει μιλήσει εκτενέστατα στις συνεντεύξεις του και μας καθορίζει τις προθέσεις του. Πραγματεύεται την ενηλικίωση ενός μικρού αγοριού που γίνεται άνδρας με βιωματικά στοιχεία που εμπεριέχουν την “απώλεια” της αθωότητας, αλλά και στοιχεία αστικής κατανόησης, σε μια εποχή που όπως υποστηρίζει ο ίδιος ελάχιστα έχει αποτυπωθεί στο πανί από συναδέλφους του.

Οι πολιτικές εξελίξεις που καθόρισαν εκείνα τα χρόνια αλλά και οι αναπόφευκτες κοινωνικές αλλαγές δύσκολα “συλλαμβάνονται” από τον φακό.

Ο σκηνοθέτης επικεντρώνεται σεμια ιστορία που δίνει στοιχεία χωρίς να “προδίδει” εκείνα τα χρόνια που κατά την γνώμη μου μάλλον ”υποκριτικά” μπορούσε να τα χαρακτηρίσεις. Και ήταν έτσι γιατί ο κόσμος ενώ ήταν έτοιμος ν’ αλλάξει πορεία ακολουθώντας μια εξέλιξη που ήδη είχε αρχίσει με την μεταπολίτευση, δίσταζε να πάρει αποφάσεις για τον δρόμο που του ταίριαζε. Προσποιούταν τον προοδευτικό ενώ κατά βάθος ο συντηρητισμός του ήταν αναγνωρισμένος.

Η ταινία ξεκινά σαν μια προέκταση της “Πολίτικης κουζίνας” σε ατμόσφαιρα, της τελευταίας ταινίας του Τάσου Μπουλμέτη, με πρωταγωνιστή τον μικρό μαθητή που ταράζει γονείς και δασκάλους, με τις φανταστικές διαπιστώσεις του για τους ήρωες της μυθολογίας αλλά και της Ελληνικής ιστορίας, που τα κάνουν όλα αντίθετα στα παιδικά τους μάτια, απ’ ότι έγιναν στην πραγματικότητα. Αυτός ο ευφάνταστος μικρός θα ενηλικιωθεί και θα βρει τον ελκυστικότερο τρόπο να μας διηγηθεί την ζωή του. Το κάνει μέσα από τις γυναίκες που αγάπησε. Η αίσθηση της πολυπόθητης “ελευθερίας “που μαζί τους προσπαθεί να γευτεί, θα τον οδηγήσει σε νοερά ταξίδια, σ’ ένα ανεξερεύνητο αύριο. Μια μεσοαστική διαδρομή που όπως ο ίδιος λέει θα τον οδηγήσει στο πάθος του τον κινηματογράφο.

Τα πολιτικά γεγονότα παρελαύνουν ασχολίαστα δίνοντας μια θολή εικόνα της πραγματικότητας. Η Αθήνα στα λίγα σημεία που απεικονίζεται συλλαμβάνει κάτι από εκείνα τα χρόνια, ενώ τα χρώματα και ο αφηγηματικός λόγος συμπληρώνουν το κάδρο μιας “αγνής” περιπλάνησης.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών αξιοπρόσεκτες συνθέτουν μια αξιόλογη παραγωγή που είναι και Ελληνική. Νομίζω ότι αξίζει να την υποστηρίξουμε.