Καμιά φορά οι πιο συνηθισμένες ιστορίες, λένε τα πιο ουσιαστικά πράγματα.

BROOKLYN

Σκην.: Τζον Κρόουλι

Πρωτ.: Σέρσα Ρόναν, Ίμορι Κόεν, Ντόμναλ Γκλίσον, Τζούλι Γουόλτερς, Τζιμ Μπρόουντμπεντ

Στη δεκαετία του 1950, η Έιλις είναι μια νεαρή ιρλανδή επαρχιώτισσα, που αποφασίζει να μεταναστεύσει στη Νέα Υόρκη για μια καλύτερη τύχη. Εκεί ερωτεύεται τον Τόνι, αλλά σύντομα θ’ αναγκαστεί να επιστρέψει προσωρινά στην πατρίδα της, όπου γνωρίζει τον επίσης γοητευτικό Τζιμ.

Αισθηματικό και κοινωνικό δράμα βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του 60χρονου ιρλανδού Κολμ Τομπίν, το οποίο εκδόθηκε το 2009, και το οποίο διασκεύασε σεναριακά ο Νικ Χόρνμπι. Η δουλειά του επιβραβεύτηκε, καθώς το σενάριο βρίσκεται υποψήφιο για Όσκαρ, όπως επίσης η ερμηνεία της Ρόναν, αλλά και το φιλμ συνολικά στην κατηγορία καλύτερης ταινίας.

Παρά τη συνηθισμένη πλοκή της, η ταινία καταφέρνει να μιλήσει με εξαιρετικά μετρημένη ευαισθησία και συγκίνηση για τη μετάβαση σ’ έναν νέο τόπο, τη νοσταλγία του παλιού, το ξεκίνημα μιας νέας ζωής, την ανάγκη και την επιθυμία του ανθρώπου να ορίσει ο ίδιος την πατρίδα του. Ο Κρόουλι σκηνοθετεί χωρίς περιττό δράμα, με σφιχτό ρυθμό, ισορροπία, ευστοχία κι εγκράτεια, ενώ η ακρίβεια κι η λεπτομέρεια των ερμηνειών θαυμάζονται σε όλο το καστ, με υποδειγματική την καθοριστικής σημασίας μισάνθρωπο κυρία Κέλι, που ενσαρκώνεται με απολαυστική μοχθηρία από τη Μπριντ Μπρέναν.

Έχοντας ξεχωρίσει ήδη από την «Εξιλέωση» («Atonement», Τζο Ράιτ, 2007), για την οποία βρέθηκε για πρώτη φορά υποψήφια για Όσκαρ στα 14 της χρόνια, η 22χρονη πλέον ιρλανδικής καταγωγής αμερικανίδα Ρόναν αποδεικνύει ότι η επιτυχία δεν ήταν συμπτωματική. Με την εκπληκτική ερμηνεία της αναδεικνύει τη σταδιακή εξέλιξη της Έιλις, από άπειρη νεαρή μετανάστρια τρομαγμένη από τον φόβο του αγνώστου, σε ώριμη γυναίκα που δυναμώνει με κάθε καινούρια εμπειρία, αυτονομείται επαγγελματικά, επιλέγει άντρα από επιθυμία κι όχι από ανάγκη, και παίρνει τη ζωή της στα χέρια της, λαμβάνοντας επίπονες αποφάσεις που όμως ξέρει ότι είναι οι σωστότερες γι’ αυτή.



ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥΣ

SECRET IN THEIR EYES

Σκην.: Μπίλυ Ρέι

Πρωτ.: Τσούετελ Έτζοφορ, Νικόλ Κίντμαν, Τζούλια Ρόμπερτς, Ντιν Νόρις, Άλφρεντ Μολίνα

Στον απόηχο των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, η Τζες κι ο Ρέι είναι αστυνομικοί στο γραφείο του εισαγγελέα του Λος Άντζελες, οι οποίοι μια μέρα ειδοποιούνται για ένα πτώμα που βρέθηκε κοντά στο τζαμί που παρακολουθούν. Η ταυτότητα του θύματος θ’ αλλάξει τη ζωή τους με τον δραματικότερο δυνατό τρόπο.

Μετά από τα εξαιρετικά αλλά παραγνωρισμένα «Ραγισμένο γυαλί» («Shattered glass», 2003) και «Συνωμοσία» («Breach», 2007), αυτό το αστυνομικό θρίλερ αποτελεί την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Ρέι. Πρόκειται για ριμέικ του «Το μυστικό στα μάτια της» («El secreto de sus ojos», Χουάν Χοσέ Καμπανέλα, 2009), που είχε κερδίσει Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας για την Αργεντινή το 2010.

Καταρχάς θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Ένα ζήτημα σε κάθε ριμέικ, είναι η επιλογή που κάνουν οι συντελεστές του να το αλλάξουν ή όχι και σε ποιο βαθμό, σε σχέση με το πρωτότυπο. Στα θρίλερ εγκλήματος, όπως αυτό εδώ, η απόφασή τους επηρεάζει σημαντικά την απόλαυση της ταινίας, αφού αυτή κρίνεται από τα μυστικά και τις ανατροπές της πλοκής, που αν επαναληφθούν αυτούσια, μειώνουν το ενδιαφέρον της ιστορίας για κάποιον που έχει δει το πρωτότυπο.

Επιπλέον, όταν το πρωτότυπο είναι καλό, γεννιέται η απορία για την αναγκαιότητα ενός ριμέικ. Τότε στην καλύτερη περίπτωση ευχόμαστε για ένα ευρηματικά παραλλαγμένο ριμέικ, και στη χειρότερη για μια πιστή διασκευή, η οποία, αν είναι αγγλόφωνη, βοηθάει να διαδοθεί η ιστορία σε ευρύτερο κοινό που ατυχώς αποφεύγει τον κινηματογράφο μη-αγγλόφωνων χωρών. Παράδειγμα της πρώτης περίπτωσης είναι η «Υπόθεση Τόμας Κράουν» («The Thomas Crown Affair», Τζον ΜακΤίρναν, 1999) και της δεύτερης το «Κορίτσι με το τατουάζ» («The girl with the dragon tattoo», Ντέιβιντ Φίντσερ, 2011).

Στη δεύτερη κατηγορία λοιπόν πιστεύω ότι ανήκει κι αυτό εδώ. Ο Ρέι αναδημιουργεί επιτυχημένα την ατμόσφαιρα θλίψης, θυμού, απειλής κι απελπισίας, αποσπά εξαιρετικές ερμηνείες απ’ όλο το καστ, και στο σενάριο που διασκεύασε ο ίδιος, πραγματοποιεί μικρές αλλαγές που σε γενικές γραμμές αφήνουν την ιστορία ανέπαφη, εκτός από το τέλος, το οποίο ακολουθώντας το χολιγουντιανό κλισέ, νιώθει ότι πρέπει να προσφέρει μια σαφή αλλά εύκολη κατάληξη, που στερείται την αμφιθυμία του πρωτότυπου και καταφεύγει σε μια δυσάρεστα αμερικανικού χαρακτήρα λύση.



ΝΟΤΙΑΣ

Σκην.: Τάσος Μπουλμέτης

Πρωτ.: Γιάννης Νιάρρος, Θέμης Πάνου, Μαρία Καλλιμάνη, Ταξιάρχης Χάνος, Αργύρης Ξάφης, Ερρίκος Λίτσης

Κατά τη δεκαετία του ’70, ο Σταύρος είναι ένας ονειροπόλος νεαρός, που σχεδιάζει τα ταξίδια και τις ταινίες του, περνώντας εν τω μεταξύ τις πρώτες του ερωτικές απογοητεύσεις.

Τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη, μετά από τη «Βιοτεχνία ονείρων» (1990) και την «Πολίτικη κουζίνα» (2003), η οποία έγινε μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, κόβοντας πάνω από 1.300.000 εισιτήρια.

Τόσο η προηγούμενη ταινία του Μπουλμέτη όσο κι η φετινή, ανήκουν σε μια κατηγορία που θα μπορούσε να ονομαστεί ‘νοσταλγική κομεντί’ και η οποία θα μπορούσε επίσης να περιλαμβάνει τίτλους όπως οι «Τέλος εποχής» (Αντώνης Κόκκινος, 1994), «Peppermint» (Κώστας Καπάκας, 1999) και «Uranya» (Κώστας Καπάκας, 1999), ακριβώς επειδή η νοσταλγία σ’ όλες αυτές τις αφηγήσεις αποτελεί αυτοσκοπό.

Παρότι τεχνικά κι ερμηνευτικά είναι εξαιρετικά φροντισμένες, το πρόβλημα με τις δύο τελευταίες ταινίες του Μπουλμέτη, είναι ότι οι ήρωες δεν κάνουν πολλά περισσότερα από το να θυμούνται και να νοσταλγούν. Παρά τον ευγενικό και διπλωματικό τρόπο με τον οποίο ο σκηνοθέτης χειρίστηκε το πολιτικά και πολιτισμικά ριψοκίνδυνο θέμα του, εν τέλει η «Πολίτικη κουζίνα» δεν έκανε πολλά περισσότερα απ’ το ν’ αποζητά μεταφορικά τις ‘χαμένες πατρίδες’ του Βυζαντίου, ρητορική που πιστεύω ότι συνέβαλε σημαντικά στην εμπορική της επιτυχία: ο τούρκος είναι πολιτισμένος, αλλά παραμένει στρατιωτικός, σε αντίθεση με τον επιστήμονα έλληνα, ενώ η Σαϊμέ -συμβολική ενσάρκωση της Πόλης- παρότι θέλει ν’ ακολουθήσει τον έλληνα, παραμένει στα χέρια του τούρκου. Κι αν εκείνη η ταινία είχε τουλάχιστον μιαν έστω εκμοντερνισμένη μεγαλοϊδεατική ατζέντα, εδώ η πλοκή παραμένει ανερμάτιστη μέχρι τέλους, κοιτώντας δηλαδή είτε προς το παρελθόν (η παιδική ηλικία του Σταύρου) είτε προς το μέλλον (τα όνειρα), αλλά με αποτέλεσμα να της διαφεύγει το παρόν, που μοιάζει μια διεκπεραιωτική παράθεση γεγονότων, χρήσιμη για να υποστηρίξει περισσότερο τον αναμνηστικό χαρακτήρα και λιγότερο τους ανθρώπινους ήρωες της πλοκής.

Ο Σταύρος βιώνει δύο φευγαλέους κι εν τέλει ασήμαντους έρωτες, αφού, όπως φάνηκε, τα ταξίδια θα τα έκανε με ή χωρίς τις κοπέλες, ενώ ξεκινάει να πργματοποιεί τα κινηματογραφικά του όνειρα, συμμετέχοντας στο γύρισμα της φοιτητικής ταινίας, η κεντρική σεναριακή ιδέα της οποίας ένιωσα ότι παρέμεινε συγκεχυμένη. Οι υπο-πλοκές που αφορούν τον πατέρα και τον φωτογράφο δεν προσθέτουν ούτε αλλάζουν κάτι ουσιαστικό στην ιστορία, αφού η πρώτη απλώς εμπλουτίζει το θέμα της ‘μυθοπάθειας’ και μαζί με τη δεύτερη προσθέτουν ακόμη περισσότερη αναπόληση. Ώσπου στο τέλος, η πλοκή καταφεύγει σε μια σύντομη σεκάνς-μοντάζ με γεγονότα των τελευταίων τριανταπέντε χρόνων, τα οποία δεν παίζουν κανέναν ρόλο στην πλοκή παρά μόνο να παρατείνουν το νοσταλγικό ταξίδι του θεατή. Για πού ακριβώς; Κατά τη γνώμη μου, πουθενά συγκεκριμένα, αφού τελικά το παρελθόν ανάγεται σε αυταξία, χωρίς την ανάγκη περαιτέρω δραματουργικής ή ιστορικής επεξεργασίας.