
Αφορμή γι’ αυτήν την επικοινωνία μου έδωσαν τα «Μινωικά δρώμενα» με τα οποία υποδέχθηκε η ηγεσία του Ο.Λ.Η. το κρουαζιερόπλοιο που έκανε ποδαρικό στο λιμάνι μας.
Νέοι ντυμένοι με «μινωικές στολές και όπλα» σε μία αναπαράσταση- δρώμενο.
Το απόλυτο «καρα -κιτσαριό» λαϊκά.
Τι ακριβώς εννοούμε με τον όρο κιτς;
Σίγουρα η λέξη έχει μπει στο καθημερινό λεξιλόγιο του νεοέλληνα, ως «κιτσαριό» ή «καρα-κιτσαριό».
Σύμφωνα με τον Κούντερα και τον Γκρήνμπεργκ μπορούμε να πούμε ότι, κιτς ή κακογουστιά είναι: όλα όσα είναι κίβδηλα στη σύγχρονη ζωή και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης φύσης, προσδιορίζοντας ανθρώπινες καταστάσεις και κοινωνικές συμπεριφορές, αλλά και μία καλλιτεχνική «τάση» στα στενά πλαίσια της αισθητικής αντίληψης στην τέχνη.
Γενικά, με τον όρο κιτς εννοούμε, όχι μόνο την έλλειψη καλού γούστου, αλλά την πνευματική πολιτισμική και κοινωνική «έκπτωση». Άλλωστε η μεταμοντέρνα τέχνη έχει κατακλυστεί από καλλιτεχνικές προσεγγίσεις του κιτς, που κινούνται ανάμεσα στην υπερβολή και σε μια «αβάστακτη» ελαφρότητα.
Όταν μια κοινωνία ενδιαφέρεται μόνο για τα υλικά αγαθά με άκρατη καταναλωτική μανία, υιοθετεί μοιραία εκφράσεις κιτς, τόσο στην αισθητική όσο και στην καθημερινή συμπεριφορά της.
Αυτή ακριβώς η αντίληψη έχει εμφιλοχωρήσει τώρα και χρόνια στη σκέψη όλων αυτών που ασχολούνται με τον τουρισμό - ιδιαίτερα – στην Κρήτη. Και μάλιστα και σε επίσημους κρατικούς φορείς, όπως ο Ο.Λ.Η.
Καταλαβαίνω ότι τα πάντα γίνονται στο όνομα της προώθησης του Τουριστικού «προϊόντος», αλλά δεν κατανοώ καθόλου το μέγεθος της «ξευτίλας» και της εκκωφαντικής έλλειψης κουλτούρας.
Γενικά, κουλτούρα εννοούμε όλες τις αξίες και τις έννοιες, ηθικές, θρησκευτικές και αισθητικές, της κοινωνίας στην οποία ζούμε.
Όταν αυτές οι αξίες και έννοιες καταστρέφονται, χωρίς να αντικαθίστανται από καινούργιες ισάξιες, τότε υπάρχει μια «κοινωνική καταστροφή» της κουλτούρας από το υπάρχον οικονομικό σύστημα, με στόχο: την ολική υποκατάστασή τους με άλλες αξίες που προάγουν -αποκλειστικά–τα παραγωγικά και καταναλωτικά πρότυπα, τα οποία παράγονται από την αστική τάξη, αλλά υιοθετούνται και αναπαράγονται από την μικροαστική τάξη.
Βέβαια αυτά τα πρότυπα γίνονται αποδεκτά σαν τυπικά πλαίσια αναφοράς, χωρίς περιεχόμενο και χωρίς την ικανότητα επικοινωνίας τους με την κοινωνία που γεννήθηκαν. Με αποτέλεσμα, το κιτς να γίνεται η αυθόρμητη πολιτιστική πρωτοπορία της κοινωνίας, επειδή ακριβώς δεν υπάρχει μια καθιερωμένη κουλτούρα «ως αυτόνομη αξία» χωρίς διαπραγματεύσιμη τιμή. Άλλωστε η σημερινή κουλτούρα χρησιμεύει στο να συγκεντρώνει σε ένα προϊόν μια νοητική διαδικασία που επιταχύνεται ανάλογα με τον ρυθμό της ενδεχόμενης κατανάλωσης.
Αυτή η ολική υποταγή του προϊόντος στην κατανάλωση και τη «χρησιμότητα», χωρίς να είναι ωραίο, οδήγησε σταδιακά στο κακό γούστο των καταναλωτών, στη διακόσμηση του προϊόντος μόνο για εμπορικούς λόγους, στο κιτς.
Κατά τον ίδιο τρόπο τα διάφορα «δρώμενα» από την ιστορική παράδοση, μετατρέπονται σε «ομοιώματα» πολιτιστικών δράσεων στην υπηρεσία της κατανάλωσης.
Στην περίπτωση δε των «δρώμενων» του Ο.Λ.Η., υιοθετούνται και προάγονται τα «ομοιώματα» της καταναλωτικής κοινωνίας που διαμορφώνουν μια απατηλή εικόνα: του γούστου, της αισθητικής του πρέποντος, του ορθού ή του λάθους.
Μια εικόνα που αντλεί τη δύναμή της από μια νοσταλγική μεταφυσική αντίληψη της ιστορίας και από τις ιστορικές αναφορές του «παρελθόντος». Μια εικόνα–ομοίωμα–που τόσο θαυμάσια αλληλοτροφοδοτεί τα media.
Έτσι, ο Ο.Λ.Η. για να «πουλήσει» το τουριστικό προϊόν, δημιουργεί πλαστά «ιδεολογήματα» της ιστορικής παράδοσης της Μινωικής περιόδου, στήνοντας θεατρικά δρώμενα τα οποία εκτός των άλλων δεν είναι θεατρικά, αλλά είναι και κακόγουστα. Και καταλήγει σε δρώμενα «κωμικά που δεν κάνουν κανένα να γελάει»
Είναι δε λυπηρό που η καινούργια ηγεσία του Ο.Λ.Η, τα ενστερνίζεται όλα αυτά και τα «εμπλουτίζει» με εκφράσεις νεο-ρομαντικής κουλτούρας ενός απόλυτου Κιτς. Επίσης, είναι λυπηρό γιατί η νέα ηγεσία θέλει να καυχάται για την αριστερή της καταγωγή.
Τουλάχιστον θα μπορούσαν να προπαγανδίσουν το προϊόν τους με ένα ποιοτικό θεατρικό δρώμενο. Εξάλλου υπάρχει ιστορική ποιοτική παράδοση σε αυτό το νησί με μια αξιόλογη αυτόνομη θεατρική ταυτότητα. Τόση «ελαφρότητα» πια είναι ακατανόητη.
* Ο Σήφης Φανουράκης είναι αρχιτέκτονας

