Του Αντώνη Καρτσάκη*

Είναι παρήγορο ότι στην εποχή μας, μέσα στη βαρβαρότητα, και ενώ ανάμεσά μας άγριος τρέχει ο καιρός, βλέπουν το φως ποιήματα αξιόλογα. Ποιήματα που μας θυμίζουν την ομορφιά πλάι στην α-κοσμία του κόσμου μας.

Τέτοια είναι τα ποιήματα της συλλογής Ηράκλειο του πελάγους του Γιώργου Πλατανάκη. Με ιδιότυπο εικονισμό και παραστατική λιτότητα στην επιφάνεια, περίσκεπτη φιλοσοφία ζωής στο βάθος, επισκόπηση δηλαδή και ενδοσκόπηση, ο Πλατανάκης αγκαλιάζει την καθημερινότητα των ανθρώπων και των πραγμάτων. Μέσα από τα ποιήματά του η γενέθλια πόλη αποκτά νέα οντότητα, ανασταίνεται κυριολεκτικά, καθώς ο ποιητής ιχνηλατεί το παρελθόν μέσα από τις σπασμένες εικόνες του παρόντος και ορθώνει μπροστά μας μια νέα πόλη με το προγονικό της κλέος αλλά και τη σύγχρονη όψη.

Ακολουθώντας λοιπόν την ποιητική πτήση, βρισκόμαστε «κοντά στο Βαλιδέ-τζαμί που χάθηκε / αφήνοντας μετέωρο τ’ όνομά του». Ανεβαίνουμε, μαζί με τον ποιητή, στα ψηλά μπεντένια για να δούμε καθαρότερα τις επάλξεις να «γέρνουν προς την άλλη όχθη», τον άνεμο να γεμίζει τα πανιά του, την τάπια να γλιστρά μες στο σκοτάδι «για την ακτή με τους χιλιάδες φάρους».

Αλλά η επιφάνεια αυτή γρήγορα θολώνει. Αφήνοντας πίσω του ο ποιητής τις ασάλευτες νύχτες και τις μορφές που «μάχονται στους τοίχους», ακούει τη φωνή του παρόντος να «ψελλίζει την πίκρα της»: οι άνθρωποι να φεύγουν, τα παιδιά να μακραίνουν, «ζητώντας την ψευδαίσθηση μιας ουτοπίας», τα κλειδιά να αλλάζουν χέρια και οι δρόμοι ονόματα. Μένει μονάχα η σκιά της λέξης (Βαλιδέ-τζαμί) κι ο ποιητής με «νόστο αργινό και ανεκπλήρωτο». («Νυκτερινό).

Ύστερα η πόλη καθρεφτίζεται στου Κούλε τα νερά. Το ενετικό λιοντάρι «κοιμάται τον ύπνο των πέτρινων ονείρων», το κύμα πολεμά τα κρηπιδώματα «σκαλίζοντας αλλόκοτες μορφές». Κι ο ποιητής βυθίζεται ξανά στο χορό της μνήμης, στους πολύχρονους αγώνες της πόλης του, όπως «ο μεγάλος αρμπεντές» του 1898, που διαθλώνται σπαρακτικά στο πρόσωπό του. Η πόλη να βουλιάζει πάντα στου Κούλε τα νερά κι η Ιστορία να γυρεύει τα κομμένα μέλη της στα ξεθαμμένα ερείπια των οικιών. Κι ο ποιητής, «πάροικος και παρεπίδημος», να κατηφορίζει στα παλιά νεώρια, ατενίζοντας τον μακρινό ορίζοντα και ζητώντας «της θάλασσας μια τρυφερή χειρονομία» («Ηράκλειο του πελάγους»).

Νοσταλγώντας πάντα ο ποιητής συνομιλεί τώρα με σημαίνουσες μορφές της παράδοσης, όπως η Αρετούσα του Κορνάρου. Η εμβληματική ηρωίδα της Κρητικής Αναγέννησης, με τα χέρια ανοιγμένα σαν φτερά, προσμένει μάταια τον αγαπημένο της, αφού «ο κόσμος άλλαξε και δεν τονε χωρεί». Ο Έρωτάς της, «ντυμένος όνειρα και μύθους», γυρνά τις νύχτες στην πόλη «σαν χαμένος, αλλοπρόσαλλος», «κι όλο λυπάται να κοιτά τον κόσμο που μακραίνει». Ο ανέφικτος νόστος γίνεται νοσταλγία. («Αθέατο άγαλμα»).

Μέσα στο άλγος του ο ποιητής επικαλείται «τη θεία επίπνοια», τη θερμή πνοή του ανέμου. Κι ο άνεμος φέρνει αμέτρητες φωνές, «που συλλαβίζουν την αγάπη και την περηφάνια». («Επίκληση»). Με όχημα πάντα τη μνήμη ο ποιητής βαδίζει τώρα στην οδό Γεωργιάδη, όπου «οι πικροδάφνες στη σειρά κρατούν / μια χαμηλή ολάνθιστη αψίδα». Καταδύεται στο βιωμένο παρελθόν, η φωνή του οποίου απεγνωσμένα τον καλεί, ακούει τις κραυγές των μαρτύρων που σκεπάζει ο κήπος του Γεωπονικού, βλέπει τις επιθέσεις, τα λαγούμια, τα κανόνια. («Οδός Γεωργιάδη»).

Στις πασχαλινές ακολουθίες στον Άγιο Τίτο, μέσα σε «αμφίβουλο καιρό», «ιδανικό για φωτισμό δραμάτων», ο ποιητής γαληνεύει εν τέλει. Τα σύννεφα, οι άνεμοι, οι άγιοι και, κυρίως, η παρουσία της μητέρας δίπλα στα κάτασπρα κεριά, που αναμετράται με το χρόνο και τη φθορά, ανεβάζουν κατακόρυφα τη συγκίνηση και την μεταπλάθουν σε αίσθημα πίκρας και τρυφερής αγάπης («Πάσχα στον Άγιο Τίτο»).

Στην Πύλη του Παντοκράτορος, τη γνωστή μας Χανιώπορτα, «δυτικά των στεναγμών», «εκεί που ξεκινά η τεθλιμμένη οδός», όπου συντελείται το σύγχρονο δράμα, οι «ικέτες του μάννα», οι μετανάστες, «αδειάζουν από μέσα τους σκοτωμένα τοπία». Συμφυρμός παρελθόντος-παρόντος ή το αρχαίο κάλλος και η σύγχρονη θλίψη. Διαλογισμός και πόνος και το αίτημα μιας επιποθούμενης δικαίωσης («Πύλη Παντοκράτορος»).

Ο πόνος βαθαίνει για την «αλύτρωτη απ’ την κατάρα του Φιλόγονου» πατρίδα («Σε ποιο τραγούδι να χωρέσεις, / αχώρητη πατρίδα, σε ποια ωδή»). Ο ποιητής συνεχίζει να ανατέμνει την κοινωνική περιπέτεια του σύγχρονου ελληνισμού, να ξεσκεπάζει την υποκρισία και την απάτη («Η προσευχή της πέτρας»). Άλλοτε να εστιάζει στο βλέμμα του παππού, στην παλιά φωτογραφία, πίσω από το οποίο διαβάζει τις περιπέτειες της πατρίδας (βαλκανικές, μικρασιατικές, παγκόσμιες»), ζωές πολλές, που «έγιναν χαράγματα σε στήλες» («Παλιά φωτογραφία»).

Ο πόνος ψηλαφεί τώρα το σύγχρονο ανθρώπινο δράμα, όπως εκτυλίσσεται στην οδό Βουρδουμπάδων:

Όχι από δω, θα μπείτε σε αδιέξοδο

μη σταματάτε, μην παρκάρετε, μη μας κοιτάτε…

Δεν έχει άνθρωπος περάσει για καιρό,

όποιος κι αν είστε κάτι θέλετε να πάρετε,

ποτέ κανείς να δώσει […].

Ο ποιητής ανεπιθύμητος. (Κι η ποίηση τι χρειάζεται στο δίσεκτο καιρό;). Καταγγέλλει τη «δειλή φιλανθρωπία» μας, ανατέμνει τις ανθρώπινες πληγές με προβολές των στοιχείων της στέρησης, της αδικίας: «Δεν θέλουμε να δείτε τα σπασμένα παιχνίδια / των παιδιών μας που κλαίνε, / τα ρούχα που στεγνώνουν τις τρύπες τους στον ήλιο. / Να φύγετε, ο δρόμος μας ανήκει» (Οδός Βουρδουμπάδων»).

«Σαν να με διώχνει το τοπίο» συλλογάται ο ποιητής και δραπετεύει προς την παραλιακή οδό, όπου όμως, πίσω από τις ωραίες παραλίες και τον ήλιο που κόβεται χρυσάφι, βλέπει ξανά τις εικόνες της φθοράς: τα στερημένα παιδιά, τους τοίχους που «εκστομίζουν χυδαιότητες», τα ερείπια. «Δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό», θα απαντούσε ο ρωμαλέος πρόγονος (Καβάφης) στην απορία «Δεν ξέρω πια πού ν’ ακουμπήσω τη θλίψη μου / σε τούτο το παράξενο τοπίο» («Παραλιακή οδός»).

Ο ποιητής ένα κενό! Αμήχανος «ανάμεσα στα κρεμάμενα σπίτια της ξεχασμένης πόλης», επωμίζεται την απόγνωση των μισοτελειωμένων αγίων («Σχολή αγιογραφίας»), ταλαντεύεται ανάμεσα στην Παναγία των Σταυροφόρων και το άγαλμα της Αρετούσας, σχοινοβατεί ανάμεσα στον έρωτα Θεού και ανθρώπου. Ο μικρός τόπος διαστέλλεται, παίρνει διαστάσεις οικουμενικές, ώστε να εγκιβωτίσει τα προσωπικά του ποιητή και να τα αναβαθμίσει από το μερικό και το προσωπικό στο γενικό και το κοινωνικό. Η αληθινή ποίηση πρέπει να εκφράζει το «καθόλου». Ο χώρος λοιπόν εκτείνεται ώς τα έσχατα όριά του. εισδύει στο χρόνο.

Ο Γιώργος Πλατανάκης στην πρώτη του αυτή ποιητική συλλογή, η οποία εντυπωσιάζει για την ωριμότητα της σύλληψης και την επίμονη επεξεργασία της μορφής, τρέφεται από τη μνήμη της γενέθλιας πόλης. Ψηλαφεί τα πολλαπλά ιστορικά ρήγματα του μικρού τόπου στο βάθος των οποίων ανακαλύπτει την τραγικότητα του σύγχρονου ανθρώπου, την αποξένωση της ύπαρξης από τους ομοίους της. Πραγματώνει, δηλαδή, μια επιδέξια διαπίδυση από τον εξωτερικό στον εσωτερικό χώρο, στο χώρο της συνείδησης που την έχει συγκλονίσει βαθύτατα η επίγνωση του κακού.

Στην προσπάθειά του ο ποιητής να αγγίξει το βάθος της ύπαρξης επιχειρεί τολμηρές λεκτικές και νοηματικές συζεύξεις. Χωρίς την εύκολη εγκατάλειψη στην έμπνευση της στιγμής, με σειρές, αντίθετα, εμπνευσμένων στιγμών, με απρόοπτες συσχετίσεις πραγμάτων, με ύφος και ήθος κρυσταλλωμένο, έναν δωρικό και μετρημένο λυρισμό, μια υπόγεια ειρωνεία κι έναν πικρό σαρκασμό, ο ποιητής εκφράζει την αλήθεια του σε μια ποίηση σεμνού αλλά υψηλού στοχασμού.

Ο Πλατανάκης προσηλώνεται στα ανθρώπινα, σε δομές της πραγματικότητας, όπως η αγάπη, η δικαιοσύνη, ο πόνος, ο θάνατος. Ανασύρει τα σύμβολά του από όλες αδιακρίτως τις περιόδους της γραμματείας μας. Δημιουργεί αλλεπάλληλες διαστρωματώσεις πλούσιου διακειμενικού υλικού, από την Παλαιά Διαθήκη ώς την πρόσφατη ιστορία, απρόοπτες συγκατοικήσεις προσώπων, όπως του Δαβίδ με τον Ερωτόκριτο, των αγίων Τίτου και Παύλου με τους Αργοναύτες, της αγίας Ωραιοζήλης με την ερωτευμένη Αρετούσα και την Ερωφίλη.

Τα όρια λοιπόν του χρόνου καταργούνται, η πράξη εναποτίθεται στη μνήμη και γονιμοποιεί μια ποίηση που αντιστέκεται στη φθορά. Ο ποιητής αντιστέκεται στη φθορά με την ποίηση. Η αίσθηση της χρονικής φθοράς υπαγορεύει η ίδια την ανάγκη να γίνει ποίημα, ένα είδος, δηλαδή, αντίδοτου στην καταδρομή του χρόνου.

«Στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα» τα ποιήματα του Γιώργου Πλατανάκη, με την ανανεωμένη εκφραστική, τους χαμηλούς τόνους, τα καινοφανή σύμβολα, την πρωτοτυπία σύλληψης και την ευαισθησία τους, συνιστούν μια ποιητική φωνή εντελώς νέα: υποκειμενική, εσωτερική, μουσική. Μια ονειρική και πραγματική ταυτόχρονα ενατένιση των ανθρωπίνων.

* Ο Αντώνης Καρτσάκης είναι φιλόλογος