Αυτές τις μέρες (18/12) συμπληρώνονται 40 χρόνια από τότε που έφυγε ξαφνικά από κοντά μας σε ηλικία πενήντα ετών, ο Αρχανιώτης ποιητής και συγγραφέας Μανώλης Μπουνάκης.
Ο Μανώλης Μπουνάκης γεννήθηκε την ημέρα του Πάσχα το 1925 στις (Άνω) Αρχάνες από γονείς αγρότες. Ήταν το τελευταίο παιδί, από τα τέσσερα, της οικογένειας του Δημητρίου και της Ειρήνης Μπουνάκη.

Τελείωσε το εξατάξιο Γυμνάσιο στο Ηράκλειο με πολλές δυσκολίες, λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Η κατοχή και τα προβλήματα υγείας δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει σε παραπέρα σπουδές. Διετέλεσε βοηθός στο φαρμακείο της κωμόπολης των Αρχανών, όπως και στον Συνεταιρισμό, ενώ δίδαξε σε σχολείο ενηλίκων των Αρχανών και βοηθούσε μαθητές Δημοτικού και Γυμνασίου στα μαθήματά τους. Ήταν υπάλληλος του Δήμου Αρχανών περισσότερο από 15 χρόνια, με μεγάλη δραστηριότητα (αναδιαμόρφωσε, με δική του πρωτοβουλία, το διάσπαρτο αρχείο του ιστορικού Δήμου Αρχανών), εργαζόμενος, χωρίς επί πλέον αμοιβή, πάνω από 10 ώρες καθημερινά. Για το έργο του αυτό, αλλά και την γενικότερη προσφορά του, τιμήθηκε από τον Δήμο Αρχανών σε ειδική εκδήλωση, ενώ δόθηκε και το όνομά του σε ένα δρόμο των Αρχανών. Παράλληλα ο Μ. Μπουνάκης είχε πολλά πνευματικά ενδιαφέροντα. Άνθρωπος φιλομαθής, με ιδιαίτερη διανοητικότητα και ευφυΐα, είχε πληθωρική προσωπικότητα και συνέπαιρνε τους συνομιλητές του με τις γνώσεις και τις σκέψεις του από την Ιστορία, την Λογοτεχνία, την Ποίηση, την Φαρμακευτική και τα Μαθηματικά. Μαζί με το συνεργάτη και φίλο του Ν. Χριστινίδη, έγραψε τα βιβλία:

«Οι Αρχάνες διά μέσου των αιώνων» και
«Στην Σκιά του Γιούχτα» (θεατρικό έργo)
ενώ άφησε ημιτελές ένα μυθιστόρημα.

Το πρώτο, όπως λέει και ο τίτλος του, είναι μια σύντομη αλλά πρωτότυπη και εμπεριστατωμένη μελέτη όλης της ιστορίας της ιστορικής κωμόπολης των Αρχανών, ενώ το θεατρικό έργο έχει ιστορικό περιεχόμενο (εμπνευσμένο από τη μάχη με τους Τούρκους, της 14ης Φεβρουαρίου 1897, στα υψώματα των Αρχανών) και παίχτηκε τον Ιούνιο του 1971 στην πλατεία των Αρχανών, από τον καλλιτεχνικό όμιλο το «Κάστρο», κατά τον εορτασμό της 150ετηρίδας της εθνικής επανάστασης του 1821.

Ήταν άνθρωπος δημοκρατικών πεποιθήσεων, αγαπητός σε όλους, συγγενείς και μη, συμβούλευε και βοηθούσε με ποικίλους τρόπους και αφιλοκερδώς τους συγχωριανούς του (μαθητές όλων των βαθμίδων είχαν την βοήθειά του, άρρωστοι κατέφευγαν σε αυτόν κυρίως για ενέσεις, υποψήφιοι δήμαρχοι του ζητούσαν να γράψει…τις ομιλίες τους κ.ά.). Αλλά και σε δύσκολες οικογενειακές στιγμές, ο Μανώλης ήταν η ψυχή της οικογένειας πάντοτε αρωγός και συμπαραστάτης. Ο γράφων, με θαυμασμό θυμάται το σπινθηροβόλο πνεύμα, τις πολλές και ποικίλες γνώσεις και συμβουλές του, αλλά και τον ορθολογικό λόγο του Μ. Μπουνάκη και για την προσωπική βοήθειά του σε δύσκολους καιρούς, του αφιέρωσε ένα από τα βιβλία του.

Tα ποιήματά του (συνολικά 64) εκδόθηκαν σε βιβλίο το 1994 από το Δήμο Αρχανών σε επιμέλεια του φιλόλογου Γεωργίου Γενετζάκη και του ανιψιού του Δημήτρη Ι. Μπουνάκη, με πρόλογο του συγγραφέα Αντώνη Σανουδάκη. Για τα ποιήματα αυτά ο κ. Σανουδάκης γράφει: «Ιδιαίτερα τα ποιήματα του, αν και από άποψη τεχνικής είναι προϊόντα μιας τεχνοτροπίας και αντίληψης του παρελθόντος, εν τούτοις από πλευράς περιεχομένου είναι αξιοπρόσεχτα. Συνήθως οι άνθρωποι επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας στο υποκειμενικό μας μαρτύριο εξοβελίζοντας από μέσα μας την ομορφιά της φύσης, τον αγώνα για το γενικό καλό, τον έρωτα ή την ελευθερία. Όλα αυτά όμως θα τα συναντήσει κανείς στην ποίηση του Μανώλη Μπουνάκη, ενός ανθρώπου σακατεμένου από την ίδια τη ζωή. Ύστερα, η περίπτωσή του έχει και τούτο το ξεχωριστό: Είναι παράδειγμα όχι μόνο για τους καταφρονεμένους και πονεμένους της ζωής, αλλά και για κάθε άνθρωπο που δεν το βάζει κάτω, προκειμένου να καταξιωθεί υπαρξιακά, να «θεώσει» την τυραννισμένη σάρκα του, τον άνθρωπο. Νομίζω ότι η έκδοση των ποιημάτων του Μ. Μπουνάκη άξιζε να γίνει και για ένα λόγο επιπλέον: Γιατί ο Μ. Μπουνάκης έζησε μακριά από το Αστικό Κέντρο, κοντά στους ανθρώπους της περιφέρειας και του μόχθου και αυτούς, στην εποχή του, πράγμα σπάνιο, προσπάθησε να εκφράσει με την τέχνη του.»

Ο Μ. Μπουνάκης ήταν ανάπηρος (κυκλοφορούσε με μπαστούνι), λόγω ενός κτυπήματος στο πόδι από πέτρα στα παιδικά του χρόνια και των επιπλοκών από την επακολουθήσασα -άγνωστη τότε- πολιομυελίτιδα. Παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν παραπονέθηκε και ήταν πάντα αισιόδοξος. Οι συνέπειες όμως της αναπηρίας του, τον οδήγησαν και στον πρόωρο θάνατο. Δυστυχώς, η κακή μοίρα στέρησε από τις Αρχάνες και τη χώρα μας ένα άνθρωπο ιδιαίτερης πνευματικής και δημιουργικής δύναμης και μορφωτικής αξίας. Ήταν ο «άλλος Αρχανιώτης», που αν δεν μπόρεσε να δώσει ζωή στο χώμα και στην πέτρα (όπως έκαναν πάντα οι Αρχανιώτες γεωργοί), πάλεψε με την δύναμη του νου και του λόγου του, για να εκφράσει το προσωπικό του δράμα και τις διάφορες όψεις της ζωής και ιδιαίτερα την ζωή της αγαπημένης του κωμόπολης των Αρχανών που ύμνησε ιδιαίτερα. Τιμώντας την μνήμη του, αλλά και για να πάρουν μια ιδέα οι αναγνώστες, αναφέρουμε ενδεικτικά δυο από τα ποιήματά του. Το ένα, επίκαιρο λόγω της γιορτής των Χριστουγέννων το έγραψε σε νεανική ηλικία, ενώ το άλλο σε ώριμη, λίγα χρόνια πριν το θάνατό του...

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Ήταν σκοτάδι μια φορά στη γη,
σκοτάδι ψυχικό, καταραμένο,
μια νεκρική απλωνότανε σιγή
και μες τ’ ανθρώπου το μυαλό το μαραμένο,
η ύλη μόνο διάβαινε γοργή.
Ήταν σκοτάδι μια φορά στη γη.

Και όμως το σκοτάδι το πυκνό
π’ όλης της γης εσκέπαζε τα μέρη,
το φώτισε το θεϊκό κι αγνό
της Βηθλεέμ το ολόλαμπρο τ’ αστέρι.
Φωτίστηκε της ύλης το οκνό,
εκείνο το σκοτάδι, το πυκνό.

Μικρός στη φάτνη μέσα ο Χριστός
ζεστός απ’ των βοδιών τα τόσα χνώτα,
ήρθε αυτό το βράδυ γελαστός
ν’ ανάψει της ψυχής τα θεία φώτα.
Του καραβιού μας γίνηκε ιστός
Αυτός της φάτνης ο Μικρός Χριστός.

Κήρυξε την αγάπη πέρα ως πέρα,
νέα πνοή απλώθηκε στη γη,
φως και χαρά γεμίσαν τον αέρα.
Της θείας καλοσύνης η αυγή,
στο Γολγοθά σταυρώθηκε μια μέρα,
μα... σκόρπισε το φως της πέρα ως πέρα.
Χριστούγεννα 1949


ΑΡΧΑΝΑ
Σαν γκρεμίστει συθέμελα του Ολύμπου το δώμα,
ξεπεσμένοι θεοί, νικημένοι απ’ το χρόνο,
του βουνού σου διαλέξανε το πυρόξανθο χώμα
για να θάψουν της ήττας των τη ντροπή και τον πόνο.

Ξαπλωμένος και ακίνητος, ο Μεγάλος ο Δίας,
ο παράξενος Γιούχτας σου, τα πελάγη αγναντεύει,
σαν ν’ ακούει τ’ ανάκρουσμα μιας γλυκιάς, μελωδίας,
τα Ολύμπια σκέφτεται, τα χαμένα γυρεύει.

Μες στο χώμα σου θάφτηκαν ιστορίες και θρύλοι
και θρησκείες και νάματα, ένας κόσμος παλιός.
μα στο Γιούχτα σου σήμερα ζουν και θρέφονται χίλιοι
κόσμοι νέοι, που έφερε, Ένας Άλλος Θεός.
(Γράφτηκε τον Αύγουστο 1970 και τυπώθηκε στο βιβλίο:
«Οι Αρχάνες διά μέσου των Αιώνων»)

* Ο Δημήτρης Ι. Μπουνάκης είναι καθηγητής Μαθηματικών, τ. Σ.Σ.Μ. [email protected]