Είδα το φως…
Τότε κατάλαβα ότι εμένα διάλεξε ο Δημιουργός.
Ένιωσα ζεστασιά…
Άκουσα τον παλμό απ’ την δική μου και την δική σου την καρδιά.
Ήταν αγάπη ο ήχος που έφτανε στ ’αυτιά μου,
ελπίδα και ζωή μου έταζε η μοίρα,
με την ανάσα και το αίμα σου μαμά μου…
Μα ξαφνικά.. δεν ξέρω… δεν καταλαβαίνω,
με ξερίζωσαν απ’ τη φωλιά, πού ο Θεός μου έδωσε,
ήρεμα και γαλήνια… εκεί να περιμένω.
Τώρα φωλιά, ένα μικρό δοχείο,
Τα χέρια μου, τα πόδια μου, τα πονεμένα μάτια…
Βρίσκονται εκεί στα κόκκινα… διάσπαρτα κομμάτια.
Ο παλμός σταμάτησε, μαζί και ο δικός σου,
Βλέπω το φως... είναι Αυτός...κι έχει το πρόσωπό σου.
Γεννήθηκα! Μα ναι! Γεννήθηκα!
Δεν πειράζει που τα μάτια μου δεν έκλαψαν,
έκλαψε η ψυχή μου.
Το ρούχο μου τραχύ και παγωμένο,
από σακούλα πλαστική φτιαγμένο.
Η κούνια μου κι αυτή ‘ναι σκοτεινή,
Και άνδρας ασπροφορεμένος την κινεί.
Το γάλα που εβύζαξα, δεν είν’λευκό,
Κόκκινο σαν το αίμα, ακόμα όμως ζεστό.
Την αγκαλιά ακόμα περιμένω…
Μια προσευχή μια δέηση, την σκοτεινιά να διώξει,
Και στην καρδιά σου την ζεστή, μια θέση να μου δώσει.
Έσχατη χάρη σου ζητώ, μάνα για την ψυχή μου,
-Παρακαλώ Σε Κυριε…αγκάλιασε και φύλαξε,
Τ’ αγέννητο παιδί μου.
Γεωργία Αναγνωστάκη

