
Απόβροχο αργά, αργά κατηφόριζα το πέτρινο μονοπάτι που τέλειωνε στην κουβέρτα του φάρου και φώτιζε την άκρη του κάβου. Οι πέτρες στολισμένες με πράσινα δακτυλίδια μοιάζουν με τεράστια μανιτάρια καθώς τα τυλίγει το νιόβγαλτο χορτάρι.
Δεξιά και αριστερά χαρουπιές, σκίνα, φασκομηλιές μου κρατούσαν συντροφιά στο περπάτημά μου
Στην αρχή, πολύ πυκνά και όσο πλησίαζα στον φάρο αραίωναν, γιατί τα καίει η αλμύρα της θάλασσας σαν έχει φουρτούνα.
Χρόνια πολλά γνώριμος του καπετάν Νικόλα του φαροφύλακα κατά κόσμον «Γαρμπή».
Διάλεξα μαζί να αποχαιρετήσουμε τον χρόνο που φεύγει και να υποδεχθούμε με τον νέο που έρχεται, και που πάντα όλοι μας κάτι καινούριο περιμένουμε και ελπίζουμε.
Στον φάρο δε με περίμενε ο καπετάν Γαρμπής και η γερόντισσα, που χρόνια μοιράζονται μαζί του την μοναξιά και την γαλήνη της φύσης. “Παιδιά ο Θεός δεν μας έπεψε”, λένε και οι δύο μαζί, “όμως εμείς έχουμε πολλά και μαζί τους μιλάμε και παίζουμε”. Είναι οι γλάροι και τα δελφίνια. Οι γλάροι τραγουδούν με τα κρωξίματα τους και σαν ο καιρός είναι καλός, έρχονται κάτω από το καλάμι που ψαρεύει ο γεροφαροφύλακας και παίζουν μαζί του...
Ο Πέτρινος Φάρος είναι λυτός στην κατασκευή του και από τους λίγους που έχουν φαροφύλακες. Οι πιο πολλοί είναι αυτόματοι με ηλιακό φωτοκύτταρο.
Ένα μεγάλο δωμάτιο χρησιμεύει για τραπεζαρία και υπνοδωμάτιο μαζί, στη μια γωνιά του έχει μια πέτρινη μικρή είσοδο που αρχίζουν τα σκαλοπάτια και βόλτα, βόλτα σε φέρνουν στην κορυφή του φάρου που βρίσκεται ο μηχανισμός. Εκεί περνά τις πιο πολλές νύχτες του ο μπάρμπα Νικόλας αγναντεύοντας το πέλαγος κρατώντας του συντροφιά τα πλεούμενα που σχεδόν πάντα παλεύουν με την φουρτουνιασμένη θάλασσα και εκείνος με τις αναλαμπές του φάρου δείχνει την ασφαλή ρότα τους.
Στην άλλη γωνιά έχει ένα τζάκι που η φλόγα του τους κρατά συντροφιά τις κρύες νύχτες του χειμώνα.
Δίπλα στο φάρο στα καπόνια πάνω από τη θάλασσα κρέμεται μια ξύλινη μικρή βαρκούλα για ψάρεμα « Η ΚΙΡΚΗ» όταν ο καιρός το επιτρέπει.
Ομως η ώρα κυλά, στο τζάκι τα κούτσουρα κρατούν σεγκόντο στο μουρμούρισμα της θάλασσας, που απόψε δεν είναι ιδιαίτερα ήρεμη όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα τέτοιες νύχτες.
Σκάλισα αργά, αργά και επίμονα πίνοντας ρακή το σεντούκι της ψυχής του μπάρμπα Νικόλα που φύλαγε ζηλότυπα κλειστό.
Όμως, εγώ επέμενα και ήθελα να ακούσω, να μάθω και νοερά να ταξιδέψω μαζί του, όλα τα χρόνια αυτά που πέρασε μες στα βαπόρια ο γέρος Γαρμπής.
“Το πρώτο μπάρκο. νέος τότε, γεμάτος περιέργεια άφησα την στεριά για να γνωρίσω νέους τόπους, νέα «Remezza”. Περπάτησα σε άγνωστα porta κούρνιασα σε πολύχρωμες ζεστές αγκαλιές που το κοντραπάντο σχεδόν πάντα γινόταν με νοήματα”.
Με την ναυτογνωσία του και την πολύχρονη πείρα του στη θάλασσα, έφθασε λοστρόμος. Ρεμέδιο δεν έκαμε, σχεδόν σαν όλους τους θαλασσομάχους, λίγα βλέπεις τα αργύρια και πολλοί οι πειρασμοί και αγκαλιές... Βαθύς ο κόλπος της γυναίκας, πού να πατώσεις;
Διάλεξε για τα στερνά του την κ. Αφρούλα για συντρόφισσα και μπαρκάρισε στο φάρο ως το στερνό ταξίδι.
Απόψε μαζί με τον Καπετάν Νικόλα και η φαροκαπετάνισσα πλάι στο τζάκι που φωτίζει τα χαρωπά πρόσωπά τους, πίνοντας ρακή καθώς ξεκουκίζαμε ένα ρόδι αναπολώντας τα παλιά και καλωσορίζοντας το νέο χρόνο που χτύπησε και την μικρή πορτούλα του φάρου...
Γεμάτοι ελπίδες και ταξίδια στη μνήμη, μας βρήκε ο νέος χρόνος. Εμένα μου χάρισε για πρωτοχρονιάτικο δώρο την αγάπη τους που τόσο απλόχερα μου έδωσαν και έφεραν μέχρι το προσκεφάλι μου, που μαζί με το κύμα της θάλασσας με νανούριζε...

