
Του Γιάννη Ζωράκη
Οκτώβριος. Μια μαγική βροχή είναι έτοιμη να πέσει πάνω σε μια ξύλινη πόλη, να λειάνει τις γωνίες της και να μαλακώσει τις ψυχές της. Δίπλα της, στο βουνό του Δία που την κοιτά αιώνια, ο διάβολος συναντά έναν καλόγερο. Ένας κωφός πιανίστας παίζει τη μουσική του καθοδηγούμενος από βρόχινες σταγόνες, ένας φούρναρης μάχεται μια πόρνη, ένας γερο-Ινδός διδάσκει ένα παιδί, ένα αυτιστικό κορίτσι συναντά τη ντίβα Μαρία Κάλλας, μια μάγισσα «κερνά» μια συνάντηση σε μια νεαρή γυναίκα με τον νεκρό άνδρα της, ένας φωτογράφος απαθανατίζει μια εγκυμονούσα Μόνα Λίζα, ένας σχιζοφρενής χορευτής χορεύει ένα μαγικό ταγκό με τη βροχή. Οι παραπάνω ιστορίες, μαζί με άλλες, αποτελούν τη μαγιά για το νέο βιβλίο του γνωστού Ηρακλειώτη συγγραφέα Στέλιου Βισκαδουράκη, που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Η έκβαση και το τέλος τους καθορίζονται από το άγγιγμα μιας σταγόνας βροχής στα πρόσωπα των ανθρώπων, όπως ο ίδιος επισημαίνει στη συνέντευξη που ακολουθεί.
Κυκλοφόρησε μόλις το νέο σας βιβλίο «Το Τανγκό της Βροχής». Πώς προέκυψε η ιδέα για τη δημιουργία του;
Πριν απαντήσω πρέπει να σας πω ότι ένας συγγραφέας ψάχνει ασταμάτητα να βρει καινούργιες ιδέες και θέματα. Η ιδέα για το βιβλίο αυτό ξεκίνησε πέντε χρόνια πριν, ένα βροχερό πρωί μιας Τετάρτης νομίζω. Καθισμένος στον καναπέ μου, πίνοντας καφέ, κοιτούσα τη βροχή στο μπαλκόνι μου. Βυθισμένος σε σκέψεις και προσηλωμένος στις σταγόνες που έπεφταν κάτω, σήκωσα ξαφνικά το κεφάλι και κοίταξα τον ουρανό. Είδα τα σύννεφα, φωτισμένα από τον εναπομείναντα ήλιο, σε διάφορες αποχρώσεις και σχήματα. Μου φάνηκαν σφιχταγκαλιασμένα, σαν χορευτές ενός ουράνιου τανγκό. Αυτόματα, μέσω αυτού του σκηνικού, μου γεννήθηκε η ιδέα του βιβλίου. Το μόνο που μου έμενε ήταν να στήσω τις ιστορίες. Όλο αυτό πήρε πέντε χρόνια έως ότου ολοκληρωθεί, με την εξαιρετική επιμέλεια του βιβλίου από τη δημοσιογράφο Ελένη Βακεθιανάκη και την κυκλοφορία του από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης.
Επιλέξατε να γράψετε και πάλι διηγήματα, που όμως αυτή τη φορά τα ενώνει κάτι μαγικό.
Νομίζω ότι βαθιά μέσα μας, η διαχείριση των πραγμάτων και των σκέψεων, θα θέλαμε να έχει μια μαγική χροιά. Μπορώ να πω ότι ίσως για μένα, μέσα μου, αυτό είναι εντονότερο και μπόρεσε να εκφραστεί. Μάλιστα, έχω την αίσθηση ότι αυτό είναι απολύτως αναγκαίο για κάθε άνθρωπο, και ας μην γίνεται αντιληπτό τις περισσότερες φορές. Πράγματι, το βιβλίο περιλαμβάνει 12 διηγήματα τα οποία έχουν ως συνδετικό κρίκο μια βροχή που πέφτει ένα μόνο πρωί του φθινοπώρου- από τις 8 έως τις 2 το μεσημέρι-πάνω από το Ηράκλειο και θυμίζει μια θεϊκή επιδρομή ή επίσκεψη, αλλάζοντας τη ζωή όποιου ήρωα αγγίξει.
Το πρώτο διήγημα του βιβλίου αρχίζει σε ένα μέρος με ξεχωριστό συμβολισμό, το βουνό του Δία.
Πολύ σωστά. Αρχίζει από το ιερό βουνό του Γιούχτα και το εκκλησάκι του Αφέντη Χριστού όπου ένας καλόγερος συναντά τον διάβολο. Εκεί αρχίζει να ξεδιπλώνεται το κουβάρι των ιστοριών και να πέφτουν οι πρώτες ψιχάλες της μαγικής βροχής.
Επίκεντρο, λοιπόν, των διηγημάτων σας είναι και πάλι η πόλη όπου γεννηθήκατε, όπως και στις περισσότερες ιστορίες του πρώτου σας βιβλίου «Στη Ρωγμή του Χρόνου».
Ετούτη η πόλη είναι η πόλη όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Όπως ξέρουμε, πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια. Η πόλη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτό. Λένε ότι είναι άσκημη, λένε ότι δεν έχει ρυμοτομία, λένε ότι είναι ανοργάνωτη… Για μένα είναι η ομορφότερη πόλη, που έχει βασιλιάδες και ιππότες, πρίγκιπες και φτωχούς, μάγους και ταπεινούς, καλούς και κακούς. Για μένα είναι μια πόλη της θάλασσας, του ουρανού, των θεών, των δέντρων, της ιστορίας και των μνημείων. Αυτή είναι η πόλη μου και γι’ αυτή, πρωτίστως, θέλω να γράφω. Βεβαίως, δεν είμαι αρνητικός και σε κάτι άλλο. Θαρρώ ότι δεν είναι τυχαίο πως την έλεγαν Μεγάλο Κάστρο.
Μεγαλώσατε σε μια λαϊκή γειτονιά, κάτω από το Μαρτινέγκο. Πόσο επηρέασαν οι τότε συνθήκες και εικόνες τη σημερινή δημιουργική σας σκέψη και γραφή;
Πάρα πολύ. Οι συνθήκες των δεκαετιών ’60 και ’70, πιστέψτε με, σε αντίθεση με το σήμερα, ήταν πιο δύσκολες. Εμπεριείχαν έντονη ανέχεια και η ανέχεια εμπεριέχει διδάγματα. Όπου ανέχεια και ανθρωπισμός, όπου έλλειψη και χαμόγελο, όπου δυσκολία και συναδελφικότητα. Αυτά μου δίδαξαν εκείνες οι γειτονιές κάτω από το Μαρτινέγκο, μαζί με μία μάνα με αρκετά υψηλό συναισθηματικό υπόβαθρο και με τη φράση, που όσο απλή και διδακτική και αν φαίνεται, τόσο πρέπει να κρατά ισορροπίες: «Μην κάνεις αυτό που δεν θέλεις να σου κάνουν».
Τι επιχειρείτε να δώσετε με το «Τανγκό της Βροχής»;
Όπως είπα, μέσω μιας μαγική χροιάς, επιδίωξα να περιγράψω ιστορίες που να βγάζουν διδάγματα, προβληματισμούς και τις πιθανές λύσεις τους.
Διαπραγματεύεστε θέματα όπως η φιλία, ο θάνατος, η ομοφυλοφιλία, η συντροφικότητα, η σχιζοφρένεια, υπαρξιακά ζητήματα αλλά και το πολύ επίκαιρο, δυστυχώς, θέμα της οικονομικής μετανάστευσης.
Είμαι άνθρωπος του 2015 με τις αγωνίες, τα άγχη και τους προβληματισμούς που όλοι βιώνουμε, ο καθένας με τον τρόπο του. Πρόκειται πράγματι για ζητήματα που βαραίνουν τον σημερινό άνθρωπο. Ξέρετε, δουλειά του συγγραφέα αλλά και κάθε δημιουργού, σε σχέση με τον άνθρωπο που δεν γράφει, είναι να προσλαμβάνει εικόνες και καταστάσεις και να τις αποκωδικοποιεί. Αυτό βέβαια έχει ένα προσωπικό κόστος. Άλλες φορές μεγάλο και άλλες φορές μικρό. Και ο αντίκτυπος είναι φυσικά στην ψυχολογική του κατάσταση. Οφείλω όμως να πω ότι αυτό δεν εμπεριέχει πάντα αρνητικά στοιχεία αλλά και θετικά.
“Η δημιουργία ενός έργου απαιτεί μεγάλη αυτοσυγκέντρωση, σιωπή και αποφασιστικότητα”
Οι ήρωες εμπεριέχουν κάτι από την ψυχή και τον χαρακτήρα του συγγραφέα;
Πάντα οι ήρωες εμπεριέχουν κάτι από την ψυχή και τον χαρακτήρα του δημιουργού, παρ’ όλο που περιγράφονται ως διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικού φύλου και σε εντελώς διαφορετικές καταστάσεις.
Γράφετε στην αρχή του βιβλίου «Η έμπνευση, η δημιουργία, δεν προκαλούνται από τον θόρυβο της κραυγής αλλά από τον κρότο της σιωπής».
Νομίζω ότι το θέμα της δημιουργίας ενός έργου, είτε κείμενο είτε πίνακας, γλυπτό ή οτιδήποτε άλλο, απαιτεί μεγάλη αυτοσυγκέντρωση, σιωπή και αποφασιστικότητα. Ξέρετε, όσο κι αν φαίνεται δημοκρατικό το αποτέλεσμα του έργου αυτού όπως και η τελική απόδοσή του στο κοινό-και έτσι πρέπει να είναι-η διαδικασία υλοποίησής του αντίθετα, είναι, μάλλον αυταρχική και μοναχική. Ο συγγραφέας, ο ζωγράφος, ο γλύπτης με πειθαρχία και αυστηρότητα έχουν την τελική ευθύνη της απόδοσης του έργου. Ετούτο απαιτεί τη δύναμη του κρότου, της έκρηξης, της ατομικής σιωπής του δημιουργού.
Ο συγγραφέας
Ο Στέλιος Βισκαδουράκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης όπου κατοικεί μόνιμα. Η οικογένεια του - παλιοί λαϊκοί ζωγράφοι και επιγραφοποιοί- τον ώθησε στο πνεύμα της εικόνας γενικότερα. Με τη λογοτεχνία ασχολείται από το 2002. Έχει βραβευτεί έξι φορές σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς στην Ελλάδα καθώς και σε έναν παγκόσμιο (Αργεντινή, 2011). Το 2009 εξέδωσε το βιβλίο “Στη Ρωγμή του Χρόνου”. Ασχολείται από μικρός με τη ζωγραφική, τη γλυπτική και τη φωτογραφία έχοντας οργανώσει τρεις ατομικές εκθέσεις, ενώ έχει λάβει μέρος σε οκτώ συνολικά, σε Ηράκλειο, Άγιο Νικόλαο, Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Αρθρογραφεί συστηματικά σε εφημερίδες, περιοδικά και portals του Ηρακλείου.

