Μια ταινία αντάξια των προσδοκιών και της κληρονομιάς της.



Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ: Η ΔΥΝΑΜΗ ΞΥΠΝΑΕΙ

STAR WARS- EPISODE VII: THE FORCE AWAKENS

Σκην.: Τζέι Τζέι Έιμπραμς

Πρωτ.: Ντέιζι Ρίντλεϊ, Τζον Μπογιέγκα, Άνταμ Ντράιβερ, Όσκαρ Άιζακ, Χάρισον Φορντ, Κάρι Φίσερ, Μαρκ Χάμιλ, Ντόμναλ Γκλίσον, Λουπίτα Νιόνγκο, Άντι Σέρκις, Μαξ φον



Σίντοφ.



Τριάντα χρόνια μετά από την πτώση της Αυτοκρατορίας, το Πρώτο Τάγμα επιχειρεί να την αναστήσει, αφού πρώτα βρεί κι εξολοθρεύσει τον τελευταίο Τζεντάι που έχει απομείνει, Λουκ Σκάιγουοκερ, ο οποίος έχει αποτραβηχτεί σε μια άγνωστη τοποθεσία. Ταυτοχρόνως τον αναζητά και η αδερφή του, στρατηγός Λέια, η οποία έχει στείλει τον καλύτερό της πιλότο, Πο Ντάμερον, να παραλάβει έναν χάρτη με την τοποθεσία του κρησφύγετου του Λουκ.

Αυτή είναι η πολυαναμενόμενη έβδομη προσθήκη στη σειρά με τους φανατικότερους θαυμαστές στην ιστορία του κινηματογράφου, που δημιούργησε ο αμερικανός σκηνοθέτης Τζωρτζ Λούκας, και η οποία είναι χωρισμένη σε τρεις τριλογίες. Η πρώτη και πιο αγαπημένη τριάδα ταινιών ξεκίνησε το 1977 με τον «Πόλεμο των άστρων» («Star wars- episode IV: a new hope», Τζωρτζ Λούκας) και συνέχισε με τα «Η Αυτοκρατορία αντεπιτίθεται» («Star wars- episode V: the Empire strikes back», Ίρβιν Κέσνερ, 1980) και «Η επιστροφή των Τζεντάι» («Star wars- episode VI: return of the Jedi», Ρίτσαρντ Μαρκάντ, 1983).

Το 1999 άρχισε η δεύτερη τριλογία με το «Star wars- επεισόδιο Ι: η αόρατη απειλή» («Star wars- episode I: the phantom menace», Τζωρτζ Λούκας) με επόμενα τα «Star wars- επεισόδιο ΙΙ: η επίθεση των κλώνων» («Star wars- episode IΙ: attack of the clones», Τζωρτζ Λούκας, 2002) και «Star wars- επεισόδιο ΙΙΙ: η εκδίκηση των Σιθ» («Star wars-episode ΙΙΙ: revenge of the Sith», Τζωρτζ Λούκας, 2005). Με τη φετινή προσθήκη ξεκινάει η νέα τριλογία, τα δύο επόμενα μέρη της οποίας έχουν ήδη προγραμματιστεί για το 2017 και το 2019, με σκηνοθέτες τον Ράιαν Τζόνσον («Looper: αντιμέτωποι με τον χρόνο», 2012) και τον Κόλιν Τρέβορο («Jurassic World») αντιστοίχως.

Όπως μπορεί να διακρίνει κανείς από την ανακολουθία ανάμεσα στην αριθμητική σειρά των επεισοδίων και τη χρονολογία παραγωγής τους, η ιδιομορφία της σειράς είναι ότι εξελίσσεται πρωθύστερα. Δηλαδή πρώτα κυκλοφόρησαν τα μεσαία επεισόδια της αφήγησης, έπειτα ήρθαν τα αρχικά, ενώ τα επεισόδια που ξεκινούν από φέτος, αφηγηματικά ακολουθούν την πρώτη και παλαιότερη τριλογία. Η φετινή προσθήκη μοιάζει σαν μια ευτυχής διαβεβαίωση ότι η σειρά ξαναβρήκε τον παλιό καλό της εαυτό. Η τριλογία των prequel που έγραψε και σκηνοθέτησε ο δημιουργός της σειράς, Τζωρτζ Λούκας, καταστράφηκαν από την εμμονή του σκηνοθέτη με την ψηφιακή τεχνολογία. Παρασυρμένος από τις καινούριες τεχνικές δυνατότητες της εποχής, προσέδωσε στη σειρά ένα εντελώς διαφορετικό οπτικό ύφος, το οποίο όμως έμοιαζε εξαρχής φορτικό, αναληθοφανές και αταίριαστο με την ως τότε οπτική ταυτότητα της σειράς, όταν ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της πρώτης τριλογίας, ήταν ακριβώς η πειστικότητα με την οποία κατάφερε να ζωντανέψει με τόσο πειστικό τρόπο ένα ολόκληρο σύμπαν, παρά τις τεχνικές ανεπάρκειες της δεκαετίας του ’70. Η προτεραιότητα που έδωσε ο Λούκας στην ψηφιακή αναπαράσταση ήταν τόσο ψηλή, ώστε παραμέλησε σε εγκληματικό βαθμό την πλοκή, τους χαρακτήρες και τις ερμηνείες, με αποτέλεσμα τα prequel να παραμένουν μια αλλόκοτη και κακότεχνη διασταύρωση κινηματογράφου με βίντεο-γκέιμ, προδίδοντας τις προσδοκίες των φανατικών οπαδών της σειράς και παραμένοντας μέχρι σήμερα ξένο σώμα στην κινηματογραφική απεικόνιση της μυθολογίας.

Η φετινή συνεισφορά του Έιμπραμς λοιπόν, παρά τις όποιες βάσιμες ενστάσεις που μπορεί να διατυπώσει κανείς για την έλλειψη πρωτοτυπίας, αποκαθιστά το οπτικό ύφος, την αληθοφάνεια, αλλά και το αφηγηματικό ενδιαφέρον της σειράς, με μια πολύ διασκεδαστική περιπέτεια που αποτίνει φόρο τιμής στην πρωτότυπη τριλογία χωρίς να επαναπαύεται στη νοσταλγικότητα, και συστήνει μια καινούρια γενιά συναρπαστικών χαρακτήρων στη δική τους παραμυθιακή αναμέτρηση με τις αιώνιες δυνάμεις του φωτός και του σκότους.

Καταρχάς, να ξεκαθαρίσω από την αρχή ότι προσωπικά συγχωρώ τη γενικότερη κοινοτοπία, επειδή την εξηγώ τοποθετώντας τη μέσα σ’ ένα πλαίσιο αναμνηστικής επανασύστασης της σειράς, την οποία όμως η ταινία ωθεί έξυπνα προς το μέλλον, αντί να παγιδευτεί στην παρελθοντολαγνεία.

Καθοριστική προς αυτό είναι η σεναριακή συμβολή του Λώρενς Κάσνταν, ενός από τους καλύτερους σεναριογράφους του Χόλιγουντ, που γνωρίζει τη συγκεκριμένη μυθολογία ίσως καλύτερα κι απ’ τον δημιουργό της, αφού έχει συν-γράψει τα επεισόδια 5 και 6, και συνέγραψε επίσης το φετινό σενάριο μαζί με τον Έιμπραμς. Οι δύο δημιουργοί, αποφάσισαν ν’ αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των οπαδών και του γενικότερου κοινού στη σειρά, φτιάχνοντας μια γνώριμη και ζεστή εμπειρία, με μια ταινία που θυμίζει την πρωτότυπη τριλογία τόσο εικαστικά, όσο κι αφηγηματικά. Ο σχεδιασμός της παραγωγής, οι τοποθεσίες, τα οχήματα και τα σκάφη, οι χαρακτήρες, οι καταστάσεις, όλα συνεχίζουν και ανακυκλώνουν τα στοιχεία των τριών παλιότερων ταινιών και τα αναδιατάσσουν σε μια καινούρια πορεία που ελπίζουμε ότι θα παραμείνει ενδιαφέρουσα, εφόσον θα γίνεται συνεχώς ευρηματικότερη.

Η ανάκληση του αφηγηματικού παρελθόντος ξεκινάει ήδη από τις πρώτες σκηνές, όπου μια πληροφορία αποθηκεύεται σ’ ένα ρομπότ που πρέπει να παραδοθεί στον κατάλληλο παραλήπτη, δηλαδή όπως ακριβώς ξεκινούσε η πρώτη ταινία του 1977. Από ‘κει και πέρα, έχουμε μεταξύ άλλων δύο ήρωες σε διαφορετικές ηθικές πορείες ζωής, τη διαμάχη ανάμεσα σ’ έναν γιο κι έναν πατέρα, το χαριτωμένο φιλικό ρομπότ και την καταστροφή ενός πλανήτη-υπερόπλου ως τελικού στόχου της πλοκής.

Επίσης, ο σχεδιασμός της παραγωγής από τους Ρικ Κάρτερ και Ντάρεν Γκίλφορντ δημιουργεί παρόμοιες αναμνήσεις, καθώς το ‘βαμπιρικό’ σκάφος του Κάιλο Ρεν παραλλάσσει το σχέδιο του σκάφους του Νταρθ Βέιντερ κι είναι ίσως πιο επιβλητικό απ’ τον ίδιο τον Ρεν, η συνάντηση σε μια γέφυρα πάνω από την άβυσσο πάντα προμηνύει καταστροφή, ενώ ο BB-8 (τον οποίο σχεδίασε ο ίδιος ο Έιμπραμς) είναι εξίσου αν όχι περισσότερο αξιολάτρευτος από τον R2-D2.

Όμως όλ’ αυτά θα ήταν απλώς διακοσμητικά, αν το σενάριο δεν είχε την εξυπνάδα να χειριστεί μεν με σεβασμό την κληρονομιά του, δείχνοντας δε απόλυτη εμπιστοσύνη στο μέλλον του μύθου που οφείλει να εξυπηρετήσει. Με εξαιρετικό κάστινγκ που αποκαλύπτει το θαυμάσιο ταλέντο της Ρίντλεϊ στον ρόλο της Ρέι, πλαισιωμένη από τον επίσης απολαυστικό Μπογιέγκα ως Φιν, τον Ντράιβερ με το αγνό πρόσωπο και τη ζοφερή καρδιά, αλλά και τον δυναμικό Άιζακ ως Ντάμερον, ο οποίος διαθέτει μάλλον λιγότερο αφηγηματικό χρόνο απ’ όσο του άξιζε. Ακόμη και η Μαζ Κανάτα, που αντιστοιχεί χοντρικά σε μια θηλυκή εκδοχή του Γιόντα, ζωντανεύει σε μια από τις πιο ιδιοσυγκρασιακές κι αξιομνημόνευτες προσωπικότητες της πλοκής, χάρη στην ηρεμία και τη σύνεση στη φωνή της Νιόνγκο, που συμπληρώνει τον εκπληκτικό σχεδιασμό του χαρακτήρα και τη motion capture ερμηνεία της.

Όσο για την παλιά φρουρά, αυτή αξιοποιείται προσεκτικά κι εύστοχα, με τον καθένα απ’ τους τρεις ήρωες σε καίρια θέση μέσα στην ιστορία. Ακριβώς λόγω αυτής τους της θέσης και πολλών άλλων γεγονότων που προκαλεί, δυστυχώς η ταινία δε μπορεί να συζητηθεί εδώ πιο διεξοδικά, καθώς το σενάριο είναι γεμάτο εκπλήξεις και ανατροπές, που δημιουργούν ανυπομονησία για τα επόμενα επεισόδια, τα οποία ελπίζουμε ότι θα είναι ακόμη πιο ανανεωμένα κι ενδιαφέροντα.



JOY

Σκην.: Ντέιβιντ Ο Ράσελ

Πρωτ.: Τζένιφερ Λώρενς, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Έντγκαρ Ραμίρεζ, Ιζαμπέλα Ροσελίνι, Μπράντλι Κούπερ, Βιρτζίνια Μάντσεν



Στις Η.Π.Α. της δεκαετίας του ’80, η Τζόι είναι μια νεαρή γυναίκα, η οποία προσπαθεί να χειριστεί το οικογενειακό χάος που επικρατεί στο σπίτι της και παράλληλα να ξεκινήσει τη δική της επιχείρηση, βασισμένη σε μια δική της εφεύρεση.

Μετά τα «Οδηγός αισιοδοξίας» («Silver linings playbook», 2012) και «Οδηγός διαπλοκής» («American hustle», 2013), σ’ αυτή την κομεντί ο σκηνοθέτης καθοδηγεί για τρίτη φορά μαζί τους Λώρενς, Κούπερ και Ντε Νίρο, ενώ οι δύο πρώτοι ηθοποιοί συμπρωταγωνιστούν μαζί για τέταρτη φορά, συνυπολογίζοντας το παραγνωρισμένο «Serena» (Σουζάνε Μπίερ, 2014). Υποψήφια για Χρυσές Σφαίρες καλύτερης ταινίας και α’ γυναικείου ρόλου, η ταινία αφηγείται την αληθινή ιστορία της Τζόι Μανγκάνο, που από χρεωμένη υπάλληλος κατέληξε μία από τις πιο επιτυχημένες επιχειρηματίες των Η.Π.Α., βσασισμένη στη δική της επιμονή και αποφασιστικότητα. Κάνοντας αυτό που ξέρει καλύτερα, ο σκηνοθέτης γράφει και σκηνοθετεί χαρακτήρες με παθιασμένη ιδιοσυγκρασία, σε μια ιστορία που αργεί λίγο να βρει τον δρόμο της, αλλά όταν το κάνει τον ακολουθεί με ακατάπαυστο ρυθμό, με οδηγό τον μαγνητικό δυναμισμό της Λώρενς και τον απολαυστικό παραλογισμό που διαπερνάει διακριτικά την ιστορία, υποστηριγμένος από τις στέρεες ερμηνείες, το έξυπνο μοντάζ και το πλούσιο σάουντρακ.



POINT BREAK

Σκην.: Έρικσον Κορ

Πρωτ.: Λουκ Μπρέισι, Έντγκαρ Ραμίρεζ, Ρέι Γουίνστον, Τερέζα Πάλμερ



Ο Τζόνι Γιούτα είναι ένας πρώην αθλητής extreme sports και νυν πράκτορας του FBI, ο οποίος διεισδύει σε μια συμμορία που διαπράττει ληστείες με ανορθόδοξες μεθόδους, βασισμένες σε επικίνδυνα αθλήματα στα οποία εκείνος μπορεί ν’ αντεπεξέλθει.

Ταινία δράσης η οποία αποτελεί ριμέικ του «Στην κόψη του κύματος» («Point break», Κάθριν Μπίγκελοου, 1991), με πρωταγωνιστές τον Πάτρικ Σουέιζι και τον Κιάνου Ριβς. Η ταινία της Μπίγκελοου αποτέλεσε ορόσημο για την κινηματογραφική απεικόνιση του τύπου σχέσης μεταξύ ανδρών που αργότερα θα ονομαζόταν bromance (από τα brother και romance, για όσους τυχόν δεν…): μια συναισθηματικά στενή σχέση ανάμεσα σε δύο άντρες, που παρότι παραμένει κατ’ επίφαση φιλική κι ασεξουαλική, από κάτω κρύβει μια ανομολόγητη έλξη. Η σχέση ανάμεσα στον Ντόμινκ και τον Μπράιαν στη σειρά «Fast and furious» αποτελεί παραλλαγή αυτής των ηρώων στο «Point break», οι Χολμς και Γουότσον στα «Sherlock Holmes» του Γκάι Ρίτσι αποτελούν ακόμη ένα τρανταχτό παράδειγμα, ενώ πρόσφατα οι αδερφοί Ρούσο παραδέχτηκαν ότι η φιλία ανάμεσα στον Στίβ και τον Μπάκι στα «Captain America» είναι γραμμένη έτσι, ώστε να παραμένει ανοιχτή σε διαφορετικές ερμηνείες.

Το ενδόμυχο αίσθημα του Γιούτα προς τον Μπόντι διατηρείται κι εδώ, καθώς ο πρώτος φτάνει να πέσει κυριολεκτικά μέχρι και στον γκρεμό για χάρη του δεύτερου, ενώ η ερωτική του συνεύρεση με τη Σαμσάρα είναι πρόσκαιρη κι επιφανειακή, αφού καμία παραπάνω σύνδεση δε συμβαίνει ανάμεσα στους δύο. Ο προσχηματικός ρόλος της κοπέλας στην πλοκή προδίδεται από στιγμές όπως όταν κάθονται πάνω σ’ έναν βράχο για να μιλήσουν, και πριν καν ξεκινήσουν το μοντάζ κόβει απότομα σ’ ένα ίδιο στιγμιότυπο ανάμεσα στον Γιούτα και τον Μπόντι, αποκαλύπτοντας τις συναισθηματικές προτεραιότητες του πρώτου.

Από ‘κει και πέρα, η ήδη γνωστή πλοκή του πρωτότυπου αναδημιουργείται χωρίς εκπλήξεις, ενώ οι σκηνές δράσης είναι θεαματικές, αλλά αδικαιολόγητα μακροσκελείς, άνευρες και χωρίς την αίσθηση κινδύνου, μοιάζοντας περισσότερο με συρραφή αθλητικών στιγμιοτύπων, με αποτέλεσμα η ταινία να δημιουργεί την απορία για την ανάγκη ύπαρξής της.