Όλο το χωριό είχε να το κάνει κι όλες οι νοικοκυρές το συζητούσαν μεταξύ τους και, πράγμα παράξενο, συμφωνούσαν σ’ αυτό απόλυτα.
«Τα πιο καλοντυμένα και πιο καθαρά κοπέλια του χωριού είναι τσ’Αννίκας του Παμεινώντα».
Και πραγματικά έτσι ήταν. Όπως το ‘λεγαν.
Η μάνα μου, μετά την οικονομική καταστροφή του πατέρα μου και την αναχώρησή του στην Αθήνα για σοβαρούς λόγους υγείας, επέστρεψε από την Χώρα στο πατρικό της σπίτι στους Κουνάβους, μαζί με μας, τα παιδιά της. Είχε προνοήσει και πήρε μαζί της εκτός των άλλων και όλα μας τα προσωπικά είδη. Ρούχα, εσώρουχα, παπούτσια. Το πόσο σωστή όσο και πρακτική ήταν αυτή της η κίνηση, φάνηκε σ’ όλη την διάρκεια της παραμονής μας στο σπίτι του παππού μας και βέβαια ακόμη περισσότερο την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής που όλα τα αναλώσιμα πράγματα εξαφανίστηκαν. Έτσι, εγώ και τ’ αδέλφια μου, ήμασταν πάντα καλοντυμένα και καλικωμένα, σ’ αντίθεση με πολλά παιδιά του χωριού, ξυπόλητα και κακοντυμένα.
Το καλό μας ντύσιμο, συμπλήρωνε η ατομική μας καθαριότητα. Όπως στο σπίτι μας στο Ηράκλειο, έτσι κι εδώ στο χωριό, κάθε Σάββατο απαραιτήτως, χειμώνα - καλοκαίρι, λούσιμο και ολόσωμο μπάνιο. Έτσι, οι ψείρες που αλώνιζαν στα κεφάλια πολλών παιδιών, εμάς δεν μας πλησίαζαν.
Μια γωνιά στο κτίριο της πρώην φάμπρικας, έγινε λουτρό. Ανάβαμε τα χοντρά λιόκλαδα στη μεγάλη παραστιά και ζεσταίναμε το νερό στο μπουγαδοτσίκαλο. Το λούσιμο και το μπανιάρισμα γινόταν από την μάνα μας μέσα στην σκάφη, με άσπρο σαπούνι τόσο για το κεφάλι όσο και για το σώμα μας. Το καλοκαίρι με την ζέστη, η θερμοκρασία στο «λουτρό» ήταν ευχάριστη. Τον χειμώνα όμως; Ασ’ το καλύτερα! Γι’ αυτό η θεία μου η Μαρία, η μεγάλη αδελφή της μάνας μου, όσες φορές τύχαινε να βρίσκεται στο σπίτι την ώρα του μπάνιου, της έβαζε τις φωνές.
-Σταμάτα πια αυτά τα συχνά μπάνια μωρέ Άννα. Δα τα κατσάσεις τα κοπελιά σου; Πνευμονία δα πάθουνε, Θεός φυλάξοι. Δε ντα θωρείς που ‘ναι αδύνατα;
Η μάνα μου, ποτέ δεν άκουσε και δεν συμφώνησε με την αδελφή της. Το μπάνιο-μπάνιο, βρέξει-λιάσει. Κι έτσι ο τίτλος για μας, τα πιο «καθαρά κοπέλια του χωριού» παρέμενε σταθερός!
Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν και σε λίγο θα έκλεινε το σχολειό για τις Άγιες Μέρες.
Ένα πρωινό, καθώς ντυνόμουνα για το σχολειό, η μάνα μου έριξε το βλέμμα της στα παπούτσια μου.
-Καινούργια παπούτσια χρειάζεσαι, μου λέει με την ήρεμη, γεμάτη τρυφερότητα φωνή της. Αύριο, θα πάμε στου Λευτέρη του Καλαϊτζογιάννη, να σου πάρει τα μέτρα. Δεν είπε τίποτε άλλο κι εγώ αρκέστηκα σ’ αυτό που άκουσα, στα μέτρα που θα μου ‘παιρνε ο κ. Λευτέρης, ο παπουτσής του χωριού μας, που για μένα σήμαινε «καινούργια παπούτσια».
- Σχόλασα, κι έφαγα βιαστικά το φαγητό μου, γεμάτος ανυπομονησία και γλυκιά προσμονή για τα «μέτρα». Πάμε γι’ αυτό που σου ‘ταξα, μου λέει κάποια στιγμή, μ’ ένα αχνό χαμόγελο. Καθώς ανηφορίζαμε για τον παπουτσή, πρόσεξα ότι κρατούσε μια μεγάλη δερμάτινη μαύρη τσάντα. Αναγνώρισα την σχολική τσάντα της αδελφής μου της Μαρίας.
- Τι θα την κάνεις την τσάντα μάνα;
- Θα δεις, μου απαντά, μην βιάζεσαι.
- Καλώς τους, μας υποδέχτηκε χαμογελαστός ο κ. Λευτέρης, που παρά την βαριά αναπηρία του από το κομμένο μέχρι το γόνατο πόδι του, δεν έχανε το κουράγιο του και τον καλό του τρόπο.
Χωρίς περιστροφές η μάνα μου τον ρώτησε αν μπορούσε να μου φτιάξει παπούτσια με το δέρμα της τσάντας, μιας και η αδελφή μου, έχοντας τελειώσει το Γυμνάσιο δεν την χρειαζόταν πια άλλο.
-Κάτι θα κάνουμε για το Γιαννιό σου, είπε ο παπουτσής. Βγάλε το δεξί σου παπούτσι, να σου πάρω ξαμάρι, μου λέει.
Πάτησα την γυμνή μου πατούσα σ’ ένα χαρτόνι και ο κ. Λευτέρης μου πήρε τα μέτρα.
-Σε μια βδομάδα θα είναι έτοιμα, μας είπε.
Στον γυρισμό για το σπίτι, ρώτησα την μάνα μου:
-Μα γιατί ο κ. Λευτέρης μου πήρε ξαμάρι μόνο στο ένα μου πόδι; Ένα παπούτσι θα μου φτιάξει;
Η μάνα μου ψιλογέλασε με την αφελή απορία μου.
-Μην ανησυχείς, μου απαντά. Ο κ. Λευτέρης είναι καλός μάστορας και ξέρει καλά την δουλειά του. Το ξαμάρι που σου πήρε για το ένα πόδι σου, όταν το γυρίσει από την ανάποδη μεριά, έχει τα μέτρα και για το άλλο σου πόδι.
Έτσι μου λύθηκε η απορία και ηρέμησα. Η προθεσμία της μιας βδομάδας, πέρασε αργοκίνητη. Αιώνας μου φάνηκε.
Όταν τα φόρεσα, κόντεψα να τρελαθώ από την χαρά μου.
-Σ’ αρέσουνε; με ρώτησε η μάνα μου, κι ένιωσα την φωνή της να με χαϊδεύει γεμάτη στοργή.
Αν μ’ αρέσανε; Τέλεια. Τα πρόσεχα πολύ και προσπαθούσα να πατώ όπου δεν υπήρχαν πέτρες και λάσπες για να είναι πάντα καθαρά. Όταν έκλεισε το σχολειό μου για τα Χριστούγεννα, μπήκα κι εγώ στο οικογενειακό συνεργείο για το λιομάζωμα, στις «Πλακούρες».
Μόλις φτάσαμε στο λιόφυτο, έβγαλα τα καινούργια μου παπούτσια, αφήνοντάς τα στην ρίζα μιας ελιάς, δίπλα με τα άλλα συμπράγκαλά μας, για να μην λερωθούν από τα βρεγμένα χόρτα και τα χώματα.
Η δουλειά προχωρούσε καλά και τίποτα δεν προμηνούσε το προσωπικό μου δράμα.
Το μεσημέρι σταματήσαμε για φαγητό και λίγη ξεκούραση.
Πήγα στην ρίζα της ελιάς όπου είχα αφήσει τα παπούτσια μου. Δεν τα βρήκα. Πανικοβλήθηκα! Ένιωσα μια παγωμάρα σ’ όλο μου το κορμί κι ένα φόβο να με κυριεύει, όσο δεν τα εύρισκα. Τα παπούτσια μου είχαν εξαφανιστεί. Δεν υπήρχαν πουθενά. Έβαλα τις φωνές γεμάτος απελπισία. Το κλάμα μου, σαν μουγκρητό, γέμισε την ρεματιά και τα γύρω λιόφυτα. Όλο το συνεργείο βάλθηκε να ψάχνει μήπως και τα βρει κάπου αλλού. Έτρεχα σαν τρελός σ’ όλο το λιόφυτο ψάχνοντάς τα με λαχτάρα. Τίποτα. Τα παπούτσια μου άφαντα. Και τότε η θεία μου η Χριστίνα, θυμήθηκε ότι είδε ένα ζητιάνο να περνά από τον δρόμο μπροστά στο λιόφυτο. Σίγουρα είδε τα παπούτσια μου και τα έκλεψε.
Βέβαιος πια ότι δεν υπήρχε καμία ελπίδα, το κλάμα μου έγινε θρήνος. Μαζέψαμε τα πράγματα και νηστικοί πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Σ’ όλη την διαδρομή η αδελφή μου η Μαρία προσπαθούσε με λόγια γλυκά και γεμάτα με αδελφική αγάπη να με ηρεμήσει. Ξυπόλητος έφτασα στο σπίτι και μπήκα στην μικρή κουζίνα.
Τι έχεις Γιάννη; Γιατί κλαις; Τα παπούτσια σου; Γιατί δεν τα φοράς; Ήσαν οι απορίες της μάνας μου βλέποντάς με ξυπόλητο. Έβαλα πάλι πιο δυνατά τα κλάματα, αδυνατώντας από τ' αναφιλητά ν’ απαντήσω στην μητέρα μου.
- Κάποιος ζητιάνος που πέρασε από το λιόφυτο του τα έκλεψε Άννα, ενημέρωσε την αδελφή της η θεία μου η Χριστίνα.
- Μην κλαις, δεν πειράζει, δεν φταις εσύ, μου λέει η μητέρα μου, φανερά στενοχωρημένη. Θα ξαναμπαλώσου, με τα παλιά σου παπούτσια. Ηρέμησε τώρα.
Δεν μου είπε τίποτα άλλο κι ούτε με μάλωσε. Πάντα μ’ άφηνε ν’ αναλαμβάνω μόνος μου και να συνειδητοποιώ το μερίδιο της ευθύνης που μου αναλογούσε στην όποια κακοτυχία μου. Ήξερε πολύ καλά ότι δεν μπορούσε να μου προσφέρει σχεδόν τίποτα για να βελτιώσει τις συνθήκες της ζωής μου. Περιουσία δεν είχε, εισόδημα ανύπαρκτο. Τόσο η ίδια όσο και μεις τα παιδιά της ήμασταν φιλοξενούμενοι στο σπίτι του πατέρα της, του παππού μας. Ο πατέρας μου χρεοκοπημένος, αποκλεισμένος στην Αθήνα, τυφλός, φιλοξενούμενος κι αυτός στο σπίτι της αδελφής του της Κυριακίτσας, δεν μπορούσε να μας προσφέρει απολύτως τίποτα! Γι’ αυτό προσπαθούσε πάντα, δίχως χάδια κι αγκαλιές να με προετοιμάζει για τις όποιες δυσκολίες της ζωής που αργά ή γρήγορα θα τις εύρισκα μπροστά μου.
Πήγα νωρίς για ύπνο θέλοντας να ηρεμήσει η ψυχή μου από την φοβερή μέρα που πέρασα. Να γαληνέψει λίγο ο νους μου για να απαλλαγώ από τις σκέψεις της χαράς που τόσο λίγο κράτησαν.
Ξαναφόρεσα τα παλιά μου παπούτσια, αφού πρώτα ο κ. Λεύτερης φρόντισε να τα βελτιώσει όσο γινόταν με τα υπόλοιπα κομμάτια της τσάντας. Περιμένοντας τα Χριστούγεννα μια μικρή σπίθα ελπίδας σιγόκαιγε μέσα μου, χαρίζοντάς μου λίγη αισιοδοξία, μήπως γίνει κάποιο θαύμα και βρεθούν τα χαμένα μου παπούτσια. Σ’ αυτό το θαύμα, ίσως να βοηθούσε ο Μικρός Χριστός που σε λίγες ημέρες οι Χριστιανοί θα γιόρταζαν την Γέννησή του. Είχα διαβάσει στο Αναγνωστικό του σχολείου μου, αλλά και άκουγα να το λένε και οι μεγάλοι.
Σύμφωνα λέει με την παράδοση την παραμονή των Χριστουγέννων ακριβώς τα μεσάνυχτα, την ώρα που μέσα στο ταπεινό σπήλαιο της Βηθλεέμ γεννιέται ο Θεάνθρωπος, γίνεται ένα θαύμα. Ανοίγουν οι Ουρανοί. Και αν εκείνη την στιγμή είσαι ξύπνιος, ό,τι ζητήσεις από τον Θεό, σου το χαρίζει, σαν Θείο Δώρο για την Γέννηση του Χριστού.
Την χρονιά εκείνη του ’44, η παραμονή των Χριστουγέννων, ήρθε με χιόνια και πολύ κρύο. Αψηφώντας την παγωνιά, βγήκα στην γύρα του χωριού μαζί με άλλα παιδιά για τα κάλαντα. Πέρα από τα φιλοδωρήματα, ήθελα πιο πολύ να καλοπιάσω τον Θεό και να τον παρακαλέσω να ικανοποιήσει αυτό που είχα στο νου μου να του ζητήσω τα Μεσάνυχτα.
Σαν γύρισα από τα κάλαντα, με περίμενε ο παππούς μου.
- Άντε Γιαννιό παιδί μου, να με βοηθήσεις να βάλομε μια ολιά ταγή και άχερα
να ταΐσουμε τα ζωντανά μας, γιατί η νύχτα θάναι πολύ κρύα.
- Πιστεύεις παππού ότι απόψε τα μεσάνυχτα ανοίγουνε οι Ουρανοί; Τον ρώτησα.
- Ετσά γροικώ να το λένε, μου απάντησε, δίχως άλλη διευκρίνιση.
Ο παππούς μου, που είχε τις δικές του απόψεις γύρω από δοξασίες και παραδόσεις δεν πίστευε στο άνοιγμα των Ουρανών. Σίγουρα θα το είχε τσεκάρει. Πίστευε όμως ότι τα ζώα θα πρέπει πάντα και ιδιαίτερα την παραμονή των Χριστουγέννων να είναι καλοταϊσμένα, για να μπορούν να ζεσταίνουν με την ανάσα τους τον Χριστό την πρώτη νύχτα της επίγειας ζωής Του. Έτσι και τα ζώα θα είναι χορτάτα κι ευχαριστημένα χρονιάρα μέρα και ο ίδιος θα είχε την ευλογία του Χριστού για την αγάπη και την φροντίδα που τους έδινε.
Η κρύα νύχτα δεν μου άφησε και πολλά χρονικά περιθώρια αντοχής για ξενύχτι μέχρι τα μεσάνυχτα που θα άνοιγαν οι Ουρανοί, για να ζητήσω από τον Θεό να με βοηθήσει να βρω τα κλεμμένα μου παπούτσια. Γιατί αυτό ήταν που θα του ζητούσα.
Κάτω από τα ζεστά κλινοσκεπάσματα και παρά την προσπάθειά μου να μείνω ξύπνιος δεν τα κατάφερα. Ένας γλυκός ύπνος μου χάλασε τα σχέδια και τις μεγάλες μου προσδοκίες. Αυτή η σπίθα που σιγόκαιγε μέσα μου έσβησε και το θαύμα που περίμενα χάθηκε για πάντα. Ξαναφόρεσα τα παλιά χιλιομπαλωμένα παπούτσια μου και μ’ αυτά έκανα Χριστούγεννα.
Οι Ουρανοί για μένα δεν άνοιξαν ποτέ.

