
Του Κώστα Μπογδανίδη
Την επαναλειτουργία του κοιμητηρίου του Αγίου Κωνσταντίνου αποφασίζει σήμερα το Δημοτικό Συμβούλιο Ηρακλείου ανατρέποντας παλαιότερη απόφαση του σώματος που για διάφορους λόγους, κοινωνικούς, περιβαλλοντικούς και δημόσιας υγείας, απαγόρευε τις ταφές.
Σύμφωνα δε με την εισήγηση της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής του Δήμου Ηρακλείου και αφού έγινε διαβούλευση για το σοβαρό αυτό θέμα, οι ταφές θα αφορούν μόνο όσους διαθέτουν οικογενειακό τάφο.
“Στο νεκροταφείο του Αγίου Κωνσταντίνου θα επιτρέπονται στο εξής ταφές στους οικογενειακούς τάφους σύμφωνα με τα ισχύοντα στα λοιπά νεκροταφεία για τους οικογενειακούς τάφους” αναφέρει η απόφαση.
Το σκεπτικό είναι συγκεκριμένο σχετικά με την απόφαση 514/2003, αναφέρει η Επιτροπή Ποιότητας Ζωής. Πιο συγκεκριμένα:
• Τότε ανέφερε ότι “ο αυξανόμενος με ταχείς ρυθμούς πληθυσμός της πόλης του Ηρακλείου επέφερε υπερχρήση του κοιμητηρίου γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη εκταφή των νεκρών και τη δημιουργία μικροβίων για την ευρύτερη περιοχή. Σήμερα, τούτο, μετά τη δημιουργία και λειτουργία του νέου νεκροταφείου, δεν ευσταθεί. Ομως ο ίδιος αυτός λόγος λειτουργεί σήμερα αντίστροφα ως λόγος τροποποίησης της απόφασης αυτής σχετικά με τους οικογενειακούς τάφους δεδομένου ότι κατά το διαρρεύσαν μέχρι σήμερα διάστημα και τις διαμορφωθείσες νέες συνθήκες, κατά κοινή ομολογία το νέο νεκροταφείο δεν επαρκεί ποσοτικά και ποιοτικά.
• Η απόφαση αυτή αναφέρει ότι υπάρχει μικρή απόσταση μεταξύ των υφισταμένων τάφων με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτη η κατασκευή αποχετευτικού συστήματος και να έχει δημιουργηθεί υπερκορεσμός του εδάφους. Η ατέλεια αυτή έχει ήδη αρθεί στο τμήμα που αφορά τους οικογενειακούς τάφους σύμφωνα με την από 17/6/2015 τεχνική έκθεση της ΔΕΥΑΗ η οποία περιγράφει συγκεκριμένες εργασίες που έγιναν κατά είδος και ποσότητα για την κατασκευή αποστραγγιστικού δικτύου, αναφέρει δε επιπλέον ότι η αποκατάσταση των δαπέδων έγινε από συνεργεία του Δήμου και σύμφωνα με το με αρ. πρωτ. 82115/23-6-2015 έγγραφο της Διεύθυνσης Αυτεπιστασίας στο οποίο βεβαιώνεται ότι ολοκληρώθηκαν οι εργασίες διαμόρφωσης των διαδρόμων στο κοιμητήριο”.
• Η τότε απόφαση ανέφερε ότι “υπάρχει υπερμόλυνση του εδάφους από τις αλλεπάλληλες ταφές πράγμα που δημιουργεί επβαρυντικά για τη δημόσια υγεία συνθήκες.
Επ’ αυτού απαντά η από Απριλίου τεχνική έκθεση - μελέτη υπό τον τίτλο Ρύπανση από προϊόντα σήψης με τη σημείωση ότι η απορροή των προϊόντων σήψης ελαχιστοποιείται από τον τρόπο κατασκευής των οικογενειακών τάφων και σημειώνει και στοιχειοθετεί αναφερόμενη σε επιστημονικά στοιχεία ότι η πολύ χαμηλή συχνότητα ταφής στους οικογενειακούς τάφους είναι αδύνατον να δημιουργήσει ρύπανση του περιβάλλοντος από τις απορροές. Πρέπει να τονιστεί ότι η αιτίαση της 514/2003 απόφασης που δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε στοιχείο, δεν έχει το τεκμήριο της στοιχοθέτησης επ’ αυτού όσο η προαναφερόμενη τεχνική έκθεση - μελέτη. Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η διακοπή της απαγόρευσης των ταφών μόνο στους οικογενειακούς τάφους λόγω της μικρής αναλογίας των στο σύνολο των ταφών, δεν θα δημιουργήσει συνθήκες μόλυνσης.
• Η απόφαση ανέφερε ότι δεν πληρούνται ουσιώδεις όροι υγειονομικής ταφής με αποτέλεσμα τη δυσοσμία και ανάπτυξη εντόμων με κίνδυνο για τους περιοίκους και επισκέπτες και ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα κατασκευής χώρων υγιεινής για τους εργαζόμενους. Η αιτίαση αυτή ανατρέπεται από την προαναφερόμενη τεχνική έκθεση - μελέτη με τα αναφερόμενα με το στοιχείο 4.2 και τίτλο Αντιμετώπιση Ρύπανσης του Αέρα και το συμπέρασμα ότι η χρήση των οικογενειακών ταφών ουδέποτε ουδένα πρόβλημα δημιούργησε εξαιτίας της επιμελημένης κατασκευής των αλλά και της μικρής συχνότητας ταφής. Αλλωστε, η ανατροπή του ισχυρισμού αυτού συνάγεται από το ότι ουδέποτε υπήρξε η παραμικρή ενόχληση ή διαμαρτυρία περιοίκων αν και οι ταφές συνεχίστηκαν και μετά την έκδοση της με αρ. 514/2003 απόφασης μέχρι πρότινος.
• Η ύπαρξη σχολείου κοντά δεν στοιχειοθετεί λόγο διακοπής των ταφών στους οικογενειακούς τάφους, αφού το σύνολό τους βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του κοιμητηρίου, το δε σχολείο δυτικά και σε απόσταση. Επίσης το σχολείο είχε ιδρυθεί πολύ αργότερα από το νεκροταφείο που σημαίνει ότι δεν λειτουργούσε αποτρεπτικά.
Επίσης αναφέρει ότι συντρέχουν και νέοι λόγοι:
• Η προϊούσα και αυξανόμενη ανεπάρκεια ποσοτικώς αλλά και σε σχέση με την σε κανονικό χρόνο σήψη των νεκρών στο νέο κοιμητήριο η οποία υπερβαίνει το συνήθη χρόνο επιβάλλει την μερική αποσυμφόρησή του η οποία θα επιτευχθεί με την συνέχιση των ταφών στο παλαιό κοιμητήριο στους οικογενειακούς τάφους.
• “Η πρόβλεψη της με αρ. 514/2003 απόφασης του Δ.Σ. περί δωρεάν παραχώρησης οικογενειακών τάφων στους κατόχους αυτών από το παλαιό κοιμητήριο, στο νέο κοιμητήριο υπήρξε εξαρχής ανέφικτη δεδομένου ότι ο αριθμός των οικογενειακών τάφων στο νέο κοιμητήριο είναι σημαντικά μικρότερος του αριθμού των οικογενειακών τάφων στο παλαιό με αποτέλεσμα την αδικία και την κατάχρηση σε βάρος των χρηστών των οικογενειακών τάφων του παλαιού κοιμητηρίου.
• Το κοιμητήριο του Αγ. Κωνσταντίνου ουδέποτε κατηργήθη ως κοιμητήριο και ουδέποτε σταμάτησαν έκτοτε οι ταφές. Τούτο αφενός είναι γνωστό και αφετέρου αποδεικνύεται από σχετικό προαναφερόμενο έγγαφο του αρμόδιου υπαλλήλου. Το ορθό και σαφές είναι ότι με την αρ. 514/2003 απόφαση επεδιώχθη η διακοπή των ταφών και όχι διακοπή της λειτουργίας του κοιμητηρίου και μάλιστα με συγκεκριμένους αναφερόμενους λόγους που σήμερα δεν υφίστανται αφού σύμφωνα με τα προαναφερόμενα οι λόγοι αυτοί εξέλειπαν.
Επομένως αποτελεί δικαίωμα αλλά και υποχρέωση της δημοτικής αρχής να ομαλοποιήσει την κατάσταση και να άρει την αδικία που υφίστανται οι χρήστες οικογενειακών τάφων στο κοιμητήριο του Αγίου Κωνσταντίνου.
• Προκειμένης απλής τροποποίησής της με αρ. 514/2003 απόφασης και όχι για επαναλειτουργία του κοιμητηρίου το οποίο ουδέποτε κατηργήθη, δεν απαιτεί η προσφυγή στον Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας και η τήρησή του”.

