Μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς φτάνει επιτέλους στην πόλη.

CAROL

Σκην.: Τοντ Χέινς

Πρωτ.: Κέιτ Μπλάνσετ, Ρούνι Μάρα.

Στη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του ’50, η Τερέζ είναι μια νεαρή υπάλληλος σε πολυκατάστημα. Εκεί γνωρίζει ως πελάτισσα την Κάρολ, μια μεγαλύτερη ευκατάστατη γυναίκα, με την οποία θα ερωτευτούν.

Υποψήφιο για πέντε Χρυσές Σφαίρες, αυτό το αισθηματικό δράμα είναι βασισμένο στο μυθιστόρημα «The price of salt» της Πατρίσια Χάισμιθ (συγγραφέως του «Ο ταλαντούχος κ. Ρίπλεϊ»), το οποίο είχε δημιουργήσει αντιδράσεις κατά την έκδοσή του το 1952, λόγω του λεσβιακού περιεχομένου του. Μετά από το εξαιρετικό «Ο παράδεισος είναι μακριά» («Far from heaven», 2002), ο σκηνοθέτης αφηγείται για δεύτερη φορά μια ιστορία με θέμα την ομοφυλοφιλία στη δεκαετία του ’50 και φτιάχνει εύκολα μια από τις πιο όμορφες και συγκινητικές ταινίες της φετινής χρονιάς.

Η λεπτότητα, η ευαισθησία κι η τρυφερότητα με την οποία αποδίδεται το αίσθημα των δύο γυναικών, θυμίζει το «Μυστικό του Brokeback Mountain» («Brokeback Mountain», Άνγκ Λι, 2005). Με ξεχωριστή την αιθέρια Μπλάνσετ, οι δύο πρωταγωνίστριες διαπρέπουν στους ρόλους τους, αποδίδοντας δύο διαφορετικές εκδοχές θηλυκότητας. Η Μπλάνσετ ως πιο έμπειρη, δυναμική κι υπέρκομψη γυναίκα που προσπαθεί ατρόμητη να διατηρήσει την αυτοκυριαρχία και τα δικαιώματά της κάτω από την πίεση του αμείλικτου πατριαρχικού συντηρητισμού της εποχής. Υποδειγματικό είναι το συγκρατημένο της ξέσπασμα στο γραφείου του δικηγόρου κατά τη συζήτηση του διαζυγίου, όπου η ηθοποιός εξισορροπεί τόσο επιδέξια τα για την εποχή ανήκουστα κι αλληλοσυγκρουόμενα ένστικτά της, να είναι μια ομοφυλόφιλη μητέρα. Ίσως η καλύτερη ατάκα της ταινίας είναι όταν η Κάρολ ομολογεί ανενδοίαστα “ποτέ δεν ήξερα τι έκανα”, παραδεχόμενη έτσι ότι η πηγή της ωριμότητάς της είναι ακριβώς η αυθόρμητη αποδοχή των συναισθημάτων της, την οποία και δεν προτίθεται να προδώσει, έχοντας πιστό της σύμμαχο την επίσης ασυμβίβαστη λεσβία καλύτερή της φίλη, Άμπι.

Από την πλευρά της, σε μια ερμηνεία που της χάρισε το βραβείο στο φετινό φεστιβάλ Καννών, η Μάρα ως Τερέζ παραμένει διαρκώς μια έξυπνη, καλλιτεχνικά ανήσυχη κοπέλα, χωρίς ιδιαίτερα φροντισμένη εμφάνιση, που παραδίδεται στην εμπειρία και τη θηλυκή γοητεία της Κάρολ, για να καταλήξει σταδιακά ελαφρώς πιο συγκροτημένη μετά την πρόσληψή της στην εφημερίδα, σε μια δουλειά με περισσότερο ενδιαφέρον, έχοντας μάθει να σηκώνει άμυνα στην ασταθή συμπεριφορά της Κάρολ προς εκείνη. Όπως η Κάρολ, έτσι κι η Τερέζ δεν είναι διατεθειμένη να συμβιβαστεί με έναν ‘ιδανικό’ αρσενικό σύντροφο, αλλά επιλέγει ν’ ακολουθήσει τη φύση της. Ωστόσο, σε αντίθεση απ’ ό,τι για τη μεγαλύτερη σύντροφό της που δεν εργάζεται, για την Τερέζ η διαδρομή προς τη σεξουαλική της ωρίμανση, σηματοδοτείται επίσης μέσα την επαγγελματική της μετάβαση από το παθητικό, ωραιοπαθές και υποκριτικής ευγένειας γυναικοκρατούμενο περιβάλλον του πολυκαταστήματος στον ανδροκρατούμενο χώρο της εφημερίδας, στον οποίο εξακολουθεί να διατηρεί δευτερεύουσα θέση, αλλά τουλάχιστον φαίνεται να της ταιριάζει περισσότερο, συνδηλωτικά λόγω του αρρενωπού χαρακτήρα του, ως μια δουλειά που απαιτεί δράση και σκέψη, αλλά κι επειδή βεβαίως προσφέρεται ως χώρος στον οποίο μπορεί να απασχοληθεί ως φωτογράφος.

Μιλώντας για φωτογραφία, ο Έντουαρντ Λάχμαν μαζί με τη σχεδιάστρια παραγωγής παραγωγής Τζούντι Μπέκερ, δημιουργούν ένα νοσταλγικό, σχεδόν υπνωτικό μελαγχολικό περιβάλλον, που επιτρέπει τη διακριτική και εύθραυστη ανάπτυξη του αισθήματος ανάμεσα στις δύο γυναίκες.

ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Σκην.: Χριστόφορος Παπακαλιάτης

Πρωτ.: Τζέι Κέι Σίμονς, Μαρία Καβογιάννη, Χριστόφορος Παπακαλιάτης, Άντρεα Όσβαρτ, Ταουφέκ Μπαρχόμ, Μηνάς Χατζησάββας, Νίκη Βακάλη

Ο Σεμπάστιαν και η Μαρία, ο Γιώργος και η Ελίζε, ο Φάρις και η Δάφνη. Τρεις έλληνες που βιώνουν την κρίση, ερωτευμένοι με τρεις ξένους, ο καθένας από τους οποίους έχει διαφορετικό λόγο να βρίσκεται στη χώρα.

Κοινωνικό δράμα, που αποτελεί τη δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα του ηρακλειώτη σκηνοθέτη, μετά από το «Αν», το οποίο το 2012 έγινε μία από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές επιτυχίες της δεκαετίας, με πάνω από μισό εκατομμύριο εισιτήρια. Ο Παπακαλιάτης φτάχνει μια όμορφη, επιμελημένη, επίκαιρη, ρομαντική ταινία, που παρότι αποτυπώνει τη σημερινή πραγματικότητα με σχετική συνέπεια, πραγματεύεται τα θέματά της εύκολα, σχηματικά κι επιφανειακά.

Για παράδειγμα, όσο μεθοδική και συγκροτημένη είναι η δομή του σεναρίου, τόσο απλοϊκοί και κοινότοποι παραμένουν οι διάλογοι. Η πλοκή στερεώνεται πάνω στη σχέση τριών ελλήνων με τρεις ξένους, ο καθένας από τους οποίους βρίσκεται στην Ελλάδα για διαφορετικό λόγο, που με τη σειρά τους αντικατοπτρίζουν τρεις διαφορετικές πλευρές της σημερινής κατάστασης που ζει η χώρα, με τα προβλήματα αλλά και τις δυνατότητές της. Ένας σύρος πρόσφυγας με τελικό προορισμό τον Καναδά, μια σουηδή υπάλληλος πολυεθνικής εταιρείας που έρχεται να μειώσει το προσωπικό της θυγατρικής κι ένας γερμανός φιλέλληνας που εργάζεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Μέσα από τις ερωτικές τους σχέσεις με έλληνες υπηκόους, ο Παπακαλιάτης ξετυλίγει την εικόνα της σημερινής Ελλάδας με τα θετικά και τ’ αρνητικά της, στο επίκεντρο των οποίων τοποθετεί τον θεσμό που αποτελεί το κόκκινο πανί για το νεότερο ελληνικό σινεμά, την οικογένεια και την υποκρισία που σκεπάζει με τις συνήθειες και τις παραδόσεις της.

Ωστόσο, οι διάλογοι και η πρόοδος των επιμέρους σχέσεων των χαρακτήρων δε βαθαίνουν περισσότερο απ’ όσο απαιτεί μια γενικόλογη σχηματοποίηση, έστω κι αν αυτή αποδίδεται με ομολογουμένως προσεγμένη ευαισθησία από τους ηθοποιούς. Η ψυχρή βοειοευρωπαία που μαλακώνει όταν βιώνει κι η ίδια την κρίση, η νοικοκυρά που είναι εγκλωβισμένη στον γάμο της με τον ελληναρά, κι ο γερμανός που ως τέτοιος δε βρίσκεται εδώ για να υποδείξει τα στραβά της σημερινής Ελλάδας και να γίνει ο κακός της υπόθεσης -κάτι που ίσως θα ήταν υπερβολικά αφελές ακόμη και για τον Παπακαλιάτη- αλλά ενσαρκώνει τον θετικό τύπο του φιλέλληνα, από το στόμα του οποίου αναμασώνται οι γνωστές αρχαιολατρικές κοινοτοπίες που υποτίθεται ότι πρέπει να επιδράσουν σαν αντικαταθλιπτικό στον σημερινό θεατή.

Τους χαμηλούς στόχους του σεναριογράφου/ σκηνοθέτη προδίδουν επίσης αδέξιες στιγμές όπως η απλοϊκότητα της συζήτησης στο φοιτητικό αμφιθέατρο, η απότομη προσφυγή του Γιώργου στην κλασική μουσική- επιλογή που μοιάζει επιτηδευμένη και αταίριαστη με τον χαρακτήρα του, καθώς και η μελοδραματική έκβαση της εφόδου των ρατσιστών στο αεροδρόμιο, με τα πολυβόλα και την υπερβολικής δραματικότητας μουσική να ‘φουσκώνουν’ αδικαιολόγητα την πλοκή. Ευτυχώς το καστ προσφέρει αξιοπρεπείς ερμηνείες, με καλύτερους την Καβογιάννη και τον Σίμονς, που καταλήγουν ως και συγκινητικοί.

Τέλος, νομίζω ότι αν υπάρχει ένα στοιχείο που αντανακλά περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο το γενικότερο σκηνοθετικό όραμα του Παπακαλιάτη, είναι η γραφική εικόνα της Αθήνας, την οποία στήνει με επιμέλεια. Βεβαίως υπάρχουν τα πλάνα στις προσφυγικές συνοικίες της πρωτεύουσας, αλλά για τον σκηνοθέτη Αθήνα σημαίνει Πλάκα, μια γεωγραφική ταύτιση που είχε ήδη ξεκινήσει από το «Αν». Εκεί ο σκηνοθέτης στήνει τις ειδυλλιακότερες εικόνες του, σαν μια σύνοψη ελληνικότητας, καθώς εκτός από τον Επιτάφιο που διατρέχει τις τρεις ιστορίες, επιδεικνύονται επίσης οι αναπαλαιωμένες νεοκλασικές κατοικίες, η νυχτερινή διασκέδαση και το θερινό σινεμά, το πρόγραμμα του οποίου αντανακλά τη συναισθηματική διακύμανση της πλοκής, από την ανέμελη ουτοπία του «Ο μάγος του Οζ» (Βίκτωρ Φλέμινγκ, 1939) στην εργασιακή δυστοπία του «Metropolis» (Φριτς Λανγκ, 1927).