
Μία από τις καλύτερες ερμηνείες της χρονιάς, σε μία από τις πιο απίστευτες ιστορίες στα αθλητικά χρονικά.
ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
THE PROGRAM
Σκην.: Στίβεν Φρίαρς
Πρωτ.: Μπεν Φόστερ, Κρις Ο Ντάουντ, Ντάστιν Χόφμαν, Λη Πέις, Τζέσε Πλέμονς
Έχοντας βγει νικητής από μια πολύ σκληρή μάχη με τον καρκίνο, ο αμερικανός πρωταθλητής ποδηλάτης Λανς Άρμστρονγκ καταφέρνει να κερδίσει τον Γύρο της Γαλλίας εφτά συνεχόμενες φορές και γίνεται παγκόσμιο είδωλο. Αυτό που δεν ξέρει κανείς, είναι ότι το κατάφερε πρωταγωνιστώντας στο μεγαλύτερο πρόγραμμα χορήγησης αναβολικών ουσιών στην ιστορία του αθλητισμού. Ο μόνος που τον υποψιάζεται, είναι ο αθλητικογράφος των Sunday Times, Ντέιβιντ Γουόλς.
Αθλητικό δράμα που αφηγείται το σκάνδαλο ντόπινγκ του Άρμστρονγκ, όπως το αποκάλυψε ο βραβευμένος για την έρευνά του, Γουόλς, και το κατέγραψε στο βιβλίο του, «Seven deadly sins: my pursuit of Lance Armstrong», που κυκλοφόρησε το 2012.
Ο 35χρονος αμερικανός Φόστερ δίνει μια ερμηνεία καριέρας μέσα σε μια σφιχτοδεμένη πλοκή που παρά την εκ των προτέρων γνωστή κατάληξή της, παραμένει ενδιαφέρουσα χάρη στους γρήγορους ρυθμούς με τους οποίους πλέκει πολυάριθμα ζητήματα, όπως τη ματαιοδοξία και την απληστία της νίκης, την αλαζονεία της υπεροχής, την ανάγκη των ανθρώπων να κατασκευάζουν είδωλα και τη σημασία της δημοσιογραφίας, όταν αυτή ασκείται όπως οφείλει, αδέσμευτα, ερευνητικά κι ενοχλητικά.
ΔΙΠΛΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
BY THE SEA
Σκην.: Αντζελίνα Τζολί Πιτ
Πρωτ.: Μπραντ Πιτ, Αντζελίνα Τζολί Πιτ, Μελανί Λωράν, Μελβίλ Πουπό
Ο συγγραφέας Ρόλαντ κι η πρώην χορεύτρια Βανέσα είναι δύο αμερικανοί που φτάνουν σ’ ένα απομονωμένο γαλλικό παραθαλάσσιο ξενοδοχείο, αναζητώντας ηρεμία απ’ όσα τους έχουν βασανίσει.
Μετά από τα «In the land of blood and honey» (2011) και «Αλύγιστος» («Unbroken», 2014), αυτό το αισθηματικό δράμα είναι η τρίτη μεγάλου μήκους μυθοπλασία που σκηνοθετεί η 40χρονη αμερικανίδα ηθοποιός και η δεύτερη ταινία στην οποία συμπρωταγωνιστεί με τον σύζυγό της, μετά από το «Mr. & mrs. Smith» (Νταγκ Λάιμαν, 2005).
Η ωραιοπάθεια είναι ίσως η χειρότερη παγίδα στην οποία μπορεί να εγκλωβιστεί ένας/ μία ηθοποιός, ακόμη χειρότερα μάλιστα στην περίπτωση που πραγματικά διαθέτει ταλέντο για να χαραμίσει. Δυστυχώς για την ταλαντούχο Τζολί, η δική της ωραιοπάθεια ξεκινάει από την εικόνα της, διαποτίζει την ερμηνεία της και διαχέεται στο αφηγηματικό σύμπαν που δημιουργεί ως σκηνοθέτρια και σεναριογράφος. Η ιστορία αποξένωσης ενός ζευγαριού, μ’ ένα μυστικό τετριμμένο και αναγνωρίσιμο από νωρίς, με πορεία επίσης προβλέψιμη, επαναλαμβανόμενη, και μάλλον φλύαρη, αφού τα όσα λέγονται και γίνοται μέσα στις δύο ώρες που διαρκεί η ταινία, αναμφίβολα θα μπορούσαν να έχουν συμπτυχθεί σε λιγότερο χρόνο.
Εν τω μεταξύ, η Τζολί εκμεταλλεύεται τους άδειους χρόνους της πλοκής, περιφερόμενη στους ειδυλλιακούς εσωτερικούς κι εξωτερικούς χώρους της ιστορίας, μέσα στα υπέρκομψα ρούχα που της σχεδίασε η ενδυματολόγος Έλεν Μιρόζνικ, τα οποία όμως καταντούν πομπώδη κι απλώς επιδεικτικά, αφού δε συνοδεύνται από μια συνεπή, επαρκώς υποστηρικτική ερμηνεία, αλλά από μια εμφάνιση που δημιουργεί αδέξιες, ακούσια χιουμοριστικές στιγμές.
ΑΝΑΤΡΙΧΙΛΕΣ
GOOSEBUMPS
Σκην.: Ρομπ Λέτερμαν
Πρωτ.: Ντίλαν Μινέτ, Οντέγια Ρας, Τζακ Μπλακ, Ράιαν Λη, Έιμι Ράιαν
Ο έφηβος Ζακ μετακομίζει με τη μητέρα του σε μια καινούρια πόλη, στο σχολείο της οποίας εκείνη αναλαμβάνει καθήκοντα υποδιευθύντριας. Η συνομήλικη και χαριτωμένη γειτόνισσα Χάνα προσπαθεί να δημιουργήσει φιλία με τον Ζακ, αλλά ο αυστηρός και μυστηριώδης πατέρας της είναι κατηγορηματικά αντίθετος σε κάτι τέτοιο, προσπαθώντας να διαφυλάξει ένα επικίνδυνο μυστικό του.
Κωμική περιπέτεια φαντασίας, βασισμένη στην ομώνυμη σειρά παιδικών βιβλίων του 72χρονου αμερικανού Ρόμπερτ Στάιν, τα οποία ξεκίνησαν να εκδίδονται το 1992 και συνεχίζουν μέχρι σήμερα. Μετά από τα «Καρχαριομάχος» («Shark tale», 2004) και «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» («Gulliver’s travels», 2010), αυτή είναι η τρίτη συνεργασία ανάμεσα στον σκηνοθέτη Λέτερμαν και τον πρωταγωνιστή Μπλακ. Η κεντρική ιδέα ενός φανταστικού κόσμου που ζωντανεύει και σπέρνει το χάος στην αληθινή ζωή, κατηγοριοποιεί το φιλμ μαζί με τα «Jumanji» (Τζο Τζόνστον, 1995), «Zathura: μια περιπέτεια στο διάστημα» («Zathura: a space adventure», Τζον Φαβρό, 2005) και ειδικά το «Ο Μελανόκαρδος» («Inkheart», Ίαν Σόφτλι, 2008), στο οποίο τα πλάσματα που ζωντανεύουν προέρχονται επίσης από ένα βιβλίο.
Εδώ τα τέρατα συμβολίζουν το άγχος της προσαρμογής και της κοινωνικοποίησης, αφού όλα ξεκινούν όταν ο ήρωας μετακομίζει σε μια ξένη πόλη και ο συγγραφέας οφείλει την έμπνευσή του στη μισανθρωπία του. Μέχρι το τέλος και οι δύο έχουν ξεπεράσει το άγχος και τον θυμό τους, ο ένας ενταγμένος λειτουργικά και χαρούμενα στην καινούρια του ζωή, κι ο άλλος έχοντας αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη του στους ανθρώπους.
Το χαμηλό ηλικιακό target group της ταινίας προδίδεται όχι μόνο από το θέμα της, αλλά κι από τη γενικότερη επιπολαιότητα με την οποία το υπηρετεί, αφού τα σεναριακά κενά είναι τόσα, ώστε μόνο οι παιδικές ηλικίες θα μπορούσαν, όχι αναγκαστικά να μην τα αντιληφθούν, αλλά τουλάχιστον να τα παραβλέψουν για χάρη του θεάματος.
Καταρχάς, δεδομένου του κινδύνου που κρύβουν, τα βιβλία είναι υπερβολικά ανασφάλιστα για τον κίνδυνο που κρύβουν, τα τέρατα αποδρούν με υπερβολική ευκολία, ενώ οι κάτοικοι της πόλης δε φαίνεται ν’ αντιλαμβάνονται οτιδήποτε, η πόλη προφανώς διαθέτει μόνο δύο αστυνομικούς, ενώ ο Σλάπι χάνει μια εξαιρετική ευκαιρία ν’ αρπάξει τη γραφομηχανή του Στάιν και να εξασφαλίσει οριστικά τη νίκη του.
Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΡΕΜΠΡΑΝΤ
Σκην.: Νίκος Παναγιωτόπουλος
Πρωτ.: Χρήστος Λούλης, Γιάννης Μπέζος, Λάκης Λαζόπουλος, Δούκισσα Νομικού, Δήμητρα Ματσούκα, Γιάννης Στάνκογλου, Αλεξία Καλτσίκη, Δημήτρης Καταλειφός
Ο πλούσιος Μαλαπάρτε διοργανώνει μια δεξίωση στη βίλα του, με καλεσμένους καλλιτέχνες, πολιτικούς και όμορφες γυναίκες. Ανάμεσά τους, ένας ιστορικός τέχνης που εποφθαλμιά τον πίνακα του Ρέμπραντ, τον οποίο ο Μαλαπάρτε έχει στην κατοχή του.
Κομεντί που αποδεικνύει γι’ ακόμη μια φορά, ότι ο Παναγιωτόπουλος θα έπρεπε να έχει σταματήσει να κάνει ταινίες εδώ και πολύ καιρό, προς τιμήν της δικής του πορείας και για χάρη της δικής μας υπομονής. Στην έναρξη του φετινού του εγχειρήματος, πληροφορούμαστε ότι ο σκηνοθέτης το αφιερώνει στους αδερφούς Μαρξ, στον Λουίς Μπουνιουέλ και τον Αντόν Τσέχοφ.
Υποτίθεται λοιπόν ότι πρέπει να περιμένουμε μια παράλογη σάτιρα στα μεσο- και μεγαλοαστικά στρώματα; Ίσως. Αυτό που ακολουθεί πάντως, είναι μία από τις πιο πρόχειρες και άνοστες κομεντί που έχουμε δει εδώ και πολύ καιρό, σε ευθύ ανταγωνισμό με την τεχνική κι αισθητική ευτέλεια του Στράτου Μαρκίδη.
Προσωπικά, πάντοτε έβρισκα το σινεμά του Παναγιωτόπουλου κενό, δευτερογενές, επιτηδευμένο κι εξυπνακίστικο. Διαχρονικότερο μοτίβο των σεναρίων του, οι πολυάριθμες αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα έξω από την πλοκή καθαυτή, που μοιάζουν να πληροφορούν διδακτικά τον θεατή για ζητήματα που πλεονάζουν μέσα στην αφηγηματική οικονομία.
Ο σκηνοθέτης/ σεναριογράφος ακολουθούσε πάντοτε μια εσφαλμένη αντίληψη για την αναφορικότητα, ότι δηλαδή από μόνη της εξασφαλίζει την ποιότητα και το ενδιαφέρον μιας ταινίας. Όμως αντί να αξιοποιήσει, να μεταπλάσει τις αναφορές του με ευφάνταστο και δημιουργικό τρόπο, τις σκορπίζει επιδεικτικά σαν να προσπαθεί να μας δείξει πόσα πράγματα έμαθε τον τελευταίο καιρό από τα διαβάσματά του.
Το ακόμη χειρότερο είναι, ότι όσο κι αν θέλει να φουσκώνει τα σενάριά του με πομπώδεις αναφορές, εν τέλει το γούστο του σκηνοθέτη αποκαλύπτεται στις εικόνες που κατασκευάζει, κι αυτές εδώ δυστυχώς είναι γεμάτες από πλαστικά λευκά κουφώματα, τις πανέμορφες πλην ατάλαντες Ματσούκα και Νομικού, πλαισιωμένες από γκόμενες σκυλάδικου της εθνικής οδού, επιφανειακή και πρόχειρη προσέγγιση χαρακτήρων, μεμονωμένο παράλογο χιούμορ (ηχητικά εφέ, το περπάτημα της Καλτσίκη κ.α.) που καταλήγει τόσο άκυρο αφού κρέμεται εντελώς αταίριαστο με το υπόλοιπο προχειροστημένο περιβάλλον της ιστορίας, αδιαφορία για την ηχητική πιστότητα, αφού καθώς οι κομπάρσοι προσποιούνται βουβά τις συνομιλίες τους η κάμερα είναι σε τέτοια απόσταση ώστε ν’ ακούγονται τα παπούτσια τους στο πάτωμα, και ηθοποιούς που εκστομίζουν αερολογίες τη μία μετά την άλλη, προφανώς αδύνατο να τις απομνημονεύσουν, αν κρίνουμε από τον τελευταίο μονόλογο του Λαζόπουλου, ο οποίος κοιτάει συνεχώς εκτός κάδρου, πιθανότατα σε μια καρτέλα με τα λόγια του.

