
Μεγάλη εντύπωση προκάλεσε στον Ορθόδοξο Χριστιανικό κόσμο η πρόσφατη δήλωση του Ρώσου Προέδρου Βλαδιμήρ Πούτιν, ότι όπως η Ρωσική κυβέρνηση επέστρεψε την ανέγερση και λειτουργία μουσουλμανικού τεμένους στη Μόσχα, έτσι και η τουρκική οφείλει να επιτρέψει τη λειτουργία του ιστορικού ναού της Κωνσταντινούπολης «Αγία Σοφία» ως ορθόδοξης εκκλησίας, σκοπός για τον οποίο άλλωστε και οικοδομήθηκε (από το 1923 η Αγία Σοφία είναι Μουσείο).
Είναι η πρώτη φορά, νομίζω, μετά την επανάσταση των μπολσεβίκων του 1917 και την πτώση του κομμουνισμού το 1990, που ηγέτης του Κρεμλίνου εμφανίζεται στη διεθνή σκηνή, ως υπερασπιστής της Ορθοδοξίας. Διότι μπορεί να είχαμε, μέχρι τώρα, μετά το 1990, παρουσία Ρώσων ηγετών, με πρώτον εξ αυτών τον Γιέλτσιν, σε θρησκευτικές τελετουργίες στους περίλαμπρους ναούς του Κρεμλίνου, δεν είχαμε όμως αυτό που οι Ρώσοι τσάροι συνήθιζαν να κάνουν στη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας στα Βαλκάνια και την Εγγύς Ανατολή. Να εμφανίζονται δηλαδή ως υπερασπιστές και προστάτες των δικαιωμάτων της Ορθοδοξίας και των ιερών προσκυνημάτων της.
Η δήλωση, ωστόσο, του Πούτιν έχει και άλλη, βαθύτερη σημασία, που αφορά άμεσα τον Ελληνισμό και τις εθνικές παρακαταθήκες του.
Η υπεράσπιση του απαράγραπτου ιερού δικαιώματος (ο περικαλλής ναός της Αγίας Σοφίας να επαναλειτουργήσει ως Ορθόδοξη εκκλησία), από τον σημερινό Ρώσο ηγέτη, υποκρύπτει μια παλαιά τάση, αρχικά των ηγεμόνων της Μοσχοβίας και εν συνεχεία τσάρων της Ρωσίας, να παρουσιάζονται ως κληρονόμοι του βυζαντινού στέμματος των Παλαιολόγων και κατά συνέπεια ως φυσικοί διάδοχοι του βυζαντινού θρόνου της Κωνσταντινούπολης.
Το δικαίωμά τους αυτό στήριζαν στο γάμο που τέλεσε η Σοφία (Ζωή) Παλαιολογίνα, ανηψιά του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και κόρη του Θωμά Παλαιολόγου, κυβερνήτη του Μορέως (Πελοποννήσου), με τον τσάρο της Ρωσίας Ιβάν Γ’, το 1472, δεκαεννέα χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους.
Η Ζωή ήταν ένα από τα πέντε παιδιά του Θωμά Παλαιολόγου που μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τον Μωάμεθ Β’, τέθηκε υπό την φροντίδα του καρδινάλιου Βησσαρίωνα, άλλοτε μητροπολίτη Νικαίας, ο οποίος από ορθόδοξος έγινε καθολικός και απέκτησε ισχύ στην Ιταλία, όπου και διέμενε.
Ο Βησσαρίων μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης αγωνίστηκε με πάθος για την οργάνωση εκστρατείας από τη Δύση προς απελευθέρωση της πρωτεύουσας των Βυζαντινών.
Όταν προς το τέλος της ζωής του αντιλήφθηκε ότι μια σταυροφορία των ευρωπαϊκών χωρών για την εκδίωξη των Τούρκων από την Πόλη και τις βυζαντινές περιοχές πέριξ αυτής ήταν δύσκολη υπόθεση, επινόησε τον γάμο της μικρής, ηλικίας 16 ετών προστατευομένης του Ζωής Παλαιολογίνας με τον 29 ετών Ρώσο ηγεμόνα Ιβάν Γ’, ορθοδόξου θρησκεύματος, προκειμένου να προκαλέσει το ενδιαφέρον του για την πατρίδα της Ζωής.
Σκοπός του ήταν μέσω της Ζωής να παρασύρει τη δημιουργούμενη τότε μεγάλη δύναμη Ρωσία, που πριν πέντε αιώνες είχε προσχωρήσει στην Ορθοδοξία, να ηγηθεί ενός πολέμου κατά των Τούρκων.
Ο Βησσαρίων είχε πάρει στην Ιταλία τα παιδιά του Θωμά Παλαιολόγου, μετά το θάνατό του και είχε φροντίσει την εκπαίδευση και διατροφή τους με ειδικό επίδομα του Πάπα, επιβάλλοντας προηγουμένως τη μετάστασή τους από την Ορθοδοξία στον Καθολικισμό, μέσω της «Ουνίας».
Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Βησσαρίων ενήργησε για τον γάμο αυτό κατά τρόπο συνωμοτικό.
Έπεισε τον Πάπα ότι με το γάμο της Ζωής με τον Ιβάν Γ’, το Βατικανό θα αποκτούσε την ευκαιρία να επεκτείνει τον καθολικισμό στην αχανή Ρωσία, δεδομένου ότι τη νέα τσαρίνα θα ακολουθούσε στη Μόσχα πολυμελής αποστολή μεγαλόσχημων καθολικών κληρικών που με την εμπειρία τους θα διέδιδαν την πίστη τους στους Ρώσους.
Αυτό που στην πραγματικότητα ενδιέφερε τον Βησσαρίωνα, ήταν όχι το θρησκευτικό μέρος της υπόθεσης, που γι’ αυτόν ήταν το προκάλυμμα, αλλά το εθνικό, το πολιτικό, διότι εκτιμούσε ότι με τον γάμο της Ζωής με τον Ιβάν Γ’, θα κέντριζε το ενδιαφέρον του Ρώσου τσάρου να εκστρατεύει κατά των Τούρκων, προκειμένου να απελευθερώσει την πατρίδα της συζύγου του, την οποία θα μπορούσε κατόπιν να οργανώσει σε φιλικά προσκείμενο στη Ρωσία ανεξάρτητο κράτος, ή έστω ακόμη και να περιλάβει στην αυτοκρατορία του ως αυτόνομο κράτος.
Το γεγονός ότι η Ρωσία ήταν ορθόδοξη και είχε ασπαστεί την Ορθοδοξία από τους Βυζαντινούς είχε πρόσθετη σημασία για να πειστεί ο Ιβάν Γ’ να οργανώσει την εκστρατεία του κατά των Τούρκων. Άλλωστε, οι πρόγονοί του είχαν μακρά ιστορία αγώνων και πολέμων κατά των τουρκικών ορδών.
Ο Βησσαρίων βέβαια δεν απεκάλυψε τα απόκρυφα σχέδιά του στον Πάπα και τον άφησε να πιστεύει ότι αποκλειστικός σκοπός του γάμου της Ζωής με τον Ιβάν Γ’ ήταν η διάδοση του καθολικισμού στην Ρωσία, υπό την μορφή της «Ουνίας» αρχικά (η «ουνίτικη» εκκλησία ήταν το αποτέλεσμα της συμφωνίας Καθολικών και Βυζαντινών στη Σύνοδο της Φεράρας – Φλωρεντίας το 1439, βάσει της οποίας η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνώριζε το filioque και τον Πάπα ως ηγέτη της Ενωμένης Εκκλησίας, ενώ κατά τα άλλα τηρούσε τους κανόνες λειτουργίας της Ορθοδοξίας, πλην του Συμβόλου της Πίστεως αναγνωρίζοντας το καθολικό και εγκαταλείποντας το ορθόδοξο Σύμβολο.
Για τον γάμο της Ζωής με τον Ιβάν Γ’ ο Βησσαρίων εργάστηκε με ζήλο και επιμονή.
Αρχικά έστειλε στον τσάρο, που είχε χηρέψει από τον πρώτο γάμο του, μια ωραία προσωπογραφία της Ζωής και μια θερμή επιστολή.
Ο τσάρος ρώτησε τον μητροπολίτη της Μόσχας τι τον συμβούλευε. Για να πάρει την απάντηση:
-Μεγαλειότατε, πρόκειται για θεόσταλτο δώρο.
Το δώρο ήταν θεόσταλτο, διότι η Ζωή δεν ήταν μόνο ωραία και νέα, αλλά και κληρονόμος της μέχρι πριν 20 χρόνια μεγαλύτερης και μακροβιότερης αυτοκρατορίας της ιστορίας.
Ο τσάρος απάντησε θετικά και άρχισαν οι διαπραγματεύσεις για τον γάμο.
Ο Πάπας όμως για να είναι βέβαιος ότι ο γάμος θα γινόταν με βάση το καθολικό δόγμα επέμενε το μυστήριο να τελεσθεί στη Ρώμη.
Ο τσάρος, από την πλευρά του, για να μην εκτεθεί στον ορθόδοξο λαό του, επέμενε στην τέλεση του μυστηρίου στη Μόσχα.
Τελικά βρέθηκε μια συμβιβαστική λύση. Ο γάμος θα ετελείτο στη Ρώμη, χωρίς την παρουσία του γαμπρού! Αντ’ αυτού θα παρίστατο στο μυστήριο αντιπρόσωπος του τσάρου, εξέχων Ρώσος αυλικός. Θα ήταν δηλαδή ένα είδος λευκού γάμου, με τη νύφη από τη μία πλευρά και τον αντιπρόσωπο του τσάρου από την άλλη.
Πρωτοφανές γεγονός για τα χριστιανικά χρονικά, τόσο της καθολικής, όσο και της ορθόδοξης εκκλησίας.
Η γαμήλια τελετή, της οποίας προΐστατο ο Πάπας, έγινε με κάθε επισημότητα στον Άγιο Πέτρο του Βατικανού.
Αναχωρώντας από τη Ρώμη για τη Μόσχα η Ζωή Παλαιολογίνα πήρε μαζί της ως συμβούλους και συνοδούς διαπρεπείς βυζαντινούς λογίους, πολιτικούς, στρατιωτικούς, επιστήμονες και τεχνικούς που είχαν καταφύγει πρόσφυγες στη Δύση, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, αλλά και βαθυστόχαστους κληρικούς –ελληνικής καταγωγής άπαντες, όπως μαρτυρούν τα ονόματά τους.
Ο Δημήτριος Ταρχανιώτης θα ήταν ο αυλάρχης της. Οι Θεόδωρος και Δημήτριος Ράλλης, διπλωματικός και στρατιωτικός της σύμβουλος αντίστοιχα. Ο Μιχαήλ Μάρουλος πολιτιστικός σύμβουλος και γραμματέας της. Ο Μάξιμος ο Αγιορείτης, θρησκευτικός καθοδηγητής της και πολλοί άλλοι.
Τα άτομα αυτά συνέβαλαν στη δημιουργία της πρώτης ελληνικής παροικίας στη Μόσχα και απετέλεσαν σπουδαίους παράγοντες για τον εξευρωπαϊσμό και την πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη της Ρωσίας. Ενώ ο Μάξιμος ο Αγιορείτης υπήρξε ο αναδιοργανωτής της Ρωσικής Εκκλησίας.
Η άφιξη της νεαρής Ελληνοβυζαντινής αρχόντισσας έγινε δεκτή με πρωτοφανή ενθουσιασμό, στον οποίο η Ζωή ανταποκρίθηκε ολόψυχα.
Το πρώτο πράγμα που έκανε η νέα τσαρίνα ήταν να απομονώσει τη λατινική ακολουθία της, που ο Πάπας είχε φροντίσει να είναι πολυάριθμη και να αποτελείται από εξέχουσες, κυρίως εκκλησιαστικές προσωπικότητες.
Πολλοί από αυτούς αναγκάστηκαν, αργότερα, να επιστρέψουν στη Ρώμη, όταν διαπίστωσαν το μάταιο της παραμονής τους στη Μόσχα.
Στη συνέχεια η Ζωή άλλαξε όνομα. Έγινε Σοφία, για να παραπέμπει με το όνομα αυτό στον κορυφαίο ναό της Χριστιανοσύνης. Και ως Σοφία – Ζωή έμεινε στην Ιστορία.
Η σημαντικότερη όμως απόφασή της είχε να κάνει με την επιστροφή της στην Ορθοδοξία και την τέλεση εκ νέου του γάμου της με τον Ιβάν, βάσει του τυπικού της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στο μεγαλοπρεπή ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Κρεμλίνο, την 2 Νοεμβρίου 1472, παρόντος βέβαια του γαμπρού και όχι αντιπροσώπου όπως έγινε πριν λίγους μήνες στη Ρώμη.
Εκεί εμφανίστηκε για πρώτη φορά επί ρωσικού εδάφους ο δικέφαλος αετός, ως αυτοκρατορικό σύμβολο των τσάρων και ως σύμβολο επίσης της Ρωσικής αυτοκρατορίας, ενώ η Μόσχα ονομαζόταν από τους Έλληνες και κατόπιν άλλους Ευρωπαίους, αλλά και Ρώσους λογίους, ως «Τρίτη Ρώμη», «Νέα Επτάλοφος» και «Νέα Πόλη του Κωνσταντίνου». Ο Ιβάν Γ’, εξ άλλου, ονομαζόταν «Τσάρος όλων των Ορθοδόξων».
Η συμβολική παράδοση των κληρονομικών δικαιωμάτων της επί του βυζαντινού θρόνου στο σύζυγο της, ηγεμόνα Ιβάν Γ’, απετέλεσε την αρχή της νέας εξωτερικής πολιτικής της Ρωσίας, το βλέμμα της οποίας άρχισε από τότε να στρέφεται προς το νότο, με επίκεντρο του ενδιαφέροντός της την Κωνσταντινούπολη και τη Μεσόγειο.
Πέντε αυτοκράτορες της Ρωσίας εργάστηκαν με ζήλο, περισσότερο όλων των άλλων, για την προς νότο επέκταση της ρωσικής επιρροής.
•Ο Μέγας Πέτρος με την περιβόητη διακήρυξή του υπέρ των χριστιανικών λαών και την ανάγκη εξόδου της Ρωσίας στις θερμές θάλασσες (Μεσόγειος).
•Η Μεγάλη Αικατερίνη, με την προσπάθειά της να εξεγείρει τους Έλληνες (Ορλωφικά) εναντίον των Τούρκων, αλλά και τα σχέδιά της για την επανίδρυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, επικεφαλής της οποίας ετοίμαζε έναν εγγονό της, τον οποίο, γι’ αυτό το λόγο, ονόμασε Κωνσταντίνο.
•Ο Νικόλαος Α’ και ο Αλέξανδρος Β’ που με δύο πολέμους τους κατά της Τουρκίας έφθασαν, ο πρώτος στην Αδριανούπολη το 1829 και ο δεύτερος στον Άγιο Στέφανο –προάστιο της Κωνσταντινούπολης, το 1878.
Με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης η Ρωσία επέβαλε στην Τουρκία την αναγνώριση του Πρωτοκόλλου των τριών Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας) με το οποίο εδημιουργείτο το ελληνικό κράτος. Επέβαλε δηλαδή η Ρωσία την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας, διότι παρά τη συντριβή του τουρκικού στόλου στο Ναβαρίνο, η Τουρκία δεν αναγνώριζε το νεοδημιουργηθέν ελληνικό κράτος.
Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος άρχισε τον Απρίλιο του 1828, ενώ ο Καποδίστριας είχε αναλάβει την εξουσία στην Ελλάδα. Αφορμή του πολέμου ήταν η απόφαση του σουλτάνου Μαχμούτ Β’ και του ανώτατου συμβουλίου της Αυτοκρατορίας, σύμφωνα με την οποία, η Ρωσία κηρύσσονταν αιώνιος εχθρός της Τουρκίας και του Ισλάμ και υποστήριζε ότι αυτή υποκίνησε την επανάσταση των Ελλήνων, το 1821.
Για τη συνθήκη της Αδριανούπολης, ο Βρετανός πρωθυπουργός Γλάδστων έγραψε αργότερα, ότι απετέλεσε «το διεθνές συμβόλαιο υπάρξεως της Ελλάδας ως ανεξάρτητο κράτος»!
•Και ο τελευταίος των τσάρων Νικόλαος Β’, που για να δεχθεί να συμμετάσχει η Ρωσία στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, απαίτησε να της δοθούν σε περίπτωση νίκης η Κωνσταντινούπολη και τα Στενά και το πέτυχε με μυστική συμφωνία, η οποία βέβαια δεν εκτελέστηκε διότι μεσολάβησε η μπολσεβικική επανάσταση του Οκτωβρίου 1917, οι ηγέτες της οποίας ακύρωσαν όλες τις συμφωνίες του τσάρου και απέσυραν τη Ρωσία από τον πόλεμο.
Έχοντας λοιπόν υπόψη μας την πρόσφατη δήλωση του Πούτιν για την Αγία Σοφία και το πασιφανές ενδιαφέρον του για την Εγγύς Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο μπορούμε να πούμε ότι ο σημερινός ηγέτης της Ρωσίας έχει υπόψη του την προϊστορία του ζητήματος και πολιτεύεται όπως οι τσάροι και κυρίως όπως ο Μεγάλος Πέτρος και ο Νικόλαος Β’, τον οποίον ως γνωστό εκτέλεσαν οι μπολσεβίκοι το 1918.
Άραγε το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών εμβάθυναν στη δήλωση Πούτιν και αναζήτησαν τα ελατήριά της και τις πραγματικές ρίζες προέλευσή της;
Μια όμως και έγινε τόσο εκτενής αναφορά στη Ζωή - Σοφία Παλαιολογίνα, καλόν είναι να προστεθεί, ότι υπήρξε μητέρα του τσάρου Βασιλείου Γ’, του γιου που απέκτησε με τον Ιβάν Γ’ και γιαγιά του Ιβάν Δ’ του αποκληθέντος από την Ιστορία «Τρομερού» για τις νίκες του κατά των εχθρών της Ρωσίας, την επιβολή τάξης, την ένωση όλων των ρωσικών περιοχών, εξ ού και ο όρος «Πασών των Ρωσιών», την ενοποίηση και συγκρότηση της ρωσικής αυτοκρατορίας ως μεγάλης δύναμης, αλλά και την κατατρόπωση των εσωτερικών αντιπάλων του.
Όσον αφορά την αντίληψη της Σοφίας Παλαιολογίνας περί κληρονομικού δικαιώματος επί της βυζαντινής αυτοκρατορίας, μπορεί να ίσχυε στην εποχή της. Από τη Γαλλική Επανάσταση όμως και μετά όλα αυτά ανήκουν στην Ιστορία και μόνο στην Ιστορία.
*Ο Τίτος Ιων. Αθανασιάδης είναι δημοσιογράφος

