
Στα όνειρα, γράφει ο Κόουλριτζ, οι εικόνες αντιπροσωπεύουν τη ζωηρή αίσθηση που νομίζουμε ότι προκαλούν. Δεν αισθανόμαστε τη φρίκη γιατί μας καταπιέζουν κάποιες σκιές, αλλά ονειρευόμαστε σκιές για να ερμηνεύσουμε τη φρίκη που αισθανόμαστε. Αν είναι έτσι, το χτεσινό πρωινό μου όνειρο, μπορεί κάλλιστα να αποδώσει δικαιοσύνη σε δημόσιες σκιές που (υποθέτω) οι Ερινύες τις κυνηγούν για τη βεβήλωση του τάφου του Μεγάλου Κρητικού στον προμαχώνα του Μαρτινέγκο που αναπαύεται εδώ και 58 χρόνια.
Ο Καζαντζάκης και οι Δήμαρχοι Ηρακλείου (πρώην και νυν) συναντήθηκαν, λέει, στο βενετοκρατούμενο Χάνδακα. Συναπαντήθηκαν σε πρωθύστερο χρόνο και τόπο. Κι οι τρεις είχαν διασχίσει προς τα πίσω το χρόνο και τον τόπο, και βρέθηκαν στο Χάνδακα, στη φρίκη της πολιορκούμενης πόλης, στο μεγάλο Κρητικό Πόλεμο της 22χρονης πολιορκίας του, από τους Οθωμανούς.
Μετά από κάθε τουρκική μπομπάρδα του Φαζίλ Αχμέτ Κιουπρουλή που γέμιζε τα κανόνια του στο Ξώπορτο, κάθε ένας από τους τρεις νεότερους Καστρινούς, μόνος του, σαν αερικό, ανηφόριζε από τον Καστέλλο ντελ Μόλο, τη Ρούγα Μαΐστρα, πέρναγε με προφυλάξεις μπροστά από το Δουκικό Παλάτι και την ξυλόστεγη βασιλική του Αγ. Μάρκου, έστριβε στα λιθόστρωτα καντούνια και έφτανε στην Παναγία των Αγγέλων κοντά στο Φόρο, στην πύλη Βολτόνε. Εκεί ήτανε το ραντεβού των τριών Καστρινών από το μέλλον που βουτάγανε στο παρελθόν. Εκεί θέλανε να τα πούνε, σαν σκιές, στη σκέπη της αδελφότητας της Κυρίας των Αγγέλων, εκκλησιά από ενορίτες με μεγάλη ακίνητη περιουσία και κοινωνική δράση, με πλούσια μόρφωση και κοινωνική επιρροή, με δημόσιες θέσεις και αξιώματα. Καθ’ εις κι από διαφορετικούς δρόμους, έφτανε στο ναό με την ώρα του. Έτσι ήθελε το πρωτόκολλο του ονείρου…
Σκιά μεστή με βαθύ υνί, καρπερή με εκτόπισμα και στις τρεις διαστάσεις του χώρου και του χρόνου, ο μεγάλος Κρητικός συγγραφέας όργωνε τα καστρινά σοκάκια κι άφηνε σπόρο και προς τα πίσω στο χρόνο, απ’ όπου κι αν περνούσε. Οι άλλες δυο, αερικά νεραϊδοξιπασμένα, λιψανάβατα και κακοφορμισμένα σέρνονταν σαν ρευστή πίσσα της Αποκάλυψης στα καλντερίμια της πολιορκημένης πόλης. Δεν είχαν άνωση αυτές οι σκιές, αφού ειδικά στη μια απ’ αυτές, το πνεύμα ποτέ δεν έφτασε πάνω από στον αστράγαλο και το λιμάνι, και στην άλλη όσο κι αν προσπαθούσε να πετάξει, δεν μπόρεσε να συγκατοικήσει με το πνεύμα και τα ύψη.
Γέννημα θρέμμα, καστρινές κι οι τρεις σκιές, αν και δεν συστήθηκαν μεταξύ τους, κάθισαν αμέσως στα ξύλινα στασίδια από κυπαρισσόξυλο. Είχε βραδιάσει. Οι οβίδες απ’ το στρατόπεδο των Οθωμανών κόπασαν, και οι υπερασπιστές της πόλης υπαγορεύανε στα καπηλειά μέσα στα τείχη, τα παθήματα και τις ανδραγαθίες τους στο Μαρίνο Τζάνε Μπουνιαλή που τα ‘γραφε σε έμμετρα στιχάκια στα τεφτέρια του. Το τρεμάμενο φως των καντηλιών χόρευε με τις τρεις σκιές, ανάδυα από το τέμπλο. Έξω, στο νυχτερινό ουρανό του Χάνδακα, έλαμψε ένα αστέρι που στους νεοφερμένους φάνηκε τόσο κοντά, τόσο χαμηλά, αλλά που δεν είχε κανένα όνομα. Κι οι τρεις σκιές ήταν σιωπηλές, όπως όλοι οι κουρασμένοι άνθρωποι σε μια πολιορκούμενη πόλη όταν γέρνει η μέρα.
Στο αχνό φως των καντηλιών, ο Καζαντζάκης ρώτησε τους Δημάρχους:
- «Λοιπόν, γιατί μου βεβηλώσατε το σπίτι μου πάνω στον Μαρτινένγκο; 58 χρόνια μπαινοβγαίνω σ’ αυτό, μυαλοκεντρίζω τον ντουνιά από κει πάνω, νυχθημερόν, αλλά προσέχω τ’ αγκωνάρια του σπιτιού μου, έτσι καθώς ξεπορτίζω κι επιστρέφω. Γιατί μου σπάσατε τον ξύλινο σταυρό; Γιατί μου σβήσατε το επίγραμμα;»
- «Παππού αλλοπαρμένε, βαρύ μας φαίνεται το φως σου. Δεν το σηκώνει η κούτρα μας. Άλλα είναι που εμείς ζητάμε: Τον άρτο και το θέαμα του Δήμου και των Δημοτών. Τις εύκολες και ανεκτίμητες πομφόλυγες, τα ξιπασμένα φώτα και φτηνά βεγγαλικά, που σβήνουνε μόλις τ’ ανάψουμε. Όλα τ’ ασήμαντα, εκείνα που ‘ναι αχρεία, στιγμιαία και διάρκεια δεν έχουνε. Άλλωστε, μην κοιμάσαι ήσυχος παππού, μπορεί κάποιο πρωί, να ‘ρθει Επιμελητής Δικαστικός και να θυροκολλήσει έξωση στα κόκαλά σου. Και το αεροδρόμιο θα το ξαναβαφτίσουμε! Κι αν θες παππού, άκου και τούτο: Εμάς, δεν μας κολάζουν οι Ερινύες, κι ας διαπράττουμε το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα της ηθικής αυτουργίας της σκύλευσης του τάφου σου. Ο Χάνδακας δεν έχει μνήμη. Έχει μόνο κοπριά, ύλη, ξίγκια, αστράγαλο και παράδες».
Ο Καζαντζάκης αποκρίθηκε:
- «Εσείς με σκοτώσατε, ή εγώ πέθανα το 1957; Δεν θυμάμαι πια και τώρα είμαστε πάλι εδώ, όπως παλιά εγώ, πριν από σας σε τούτο τ’ αζιμούθιο».
- «Τώρα ξέρουμε, πως μας έχεις συγχωρήσει αληθινά, παππού αλλοπαρμένε» είπαν οι Δήμαρχοι (τέως και νυν) «γιατί, όταν ξεχνάς, συγχωρείς. Θα κοιτάξουμε κι εμείς να σε ξεχάσουμε. Θα στείλουμε δικαστικό επιμελητή˙ καιρός τα κόκαλά σου να μαζεύεις…».
- «Σωστά» είπε ο Καζαντζάκης. «Οι ενοχές κρατάνε όσο κρατάνε και οι τύψεις».
Εδώ κόπηκε σαν κλωστή τ’ όνειρο το πρωί, από μια αχτίνα της ανατολής του ήλιου που λάθρα πέρναγε από μια χαραμάδα της κουρτίνας. Σε λίγες ώρες, ξύπνιος πια έξω από τ’ όνειρο, διάβαζα με φρίκη στα ΜΜΕ της Κρήτης: «Άγνωστοι βεβήλωσαν τον τάφο του Καζαντζάκη στον προμαχώνα Μαρτινένγκο». Κι ευθύς μονολόγησα:
- Ήταν πράγματι άγνωστοι, ή είχαν ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ;
(*) Ο Κωστής Ε. Μαυρικάκης είναι πολιτικός μηχανικός ΕΜΠ

