
Στο αεροπλάνο που ταξιδεύαμε προς την Ινδία για την εκδήλωση της «Κίνησης των Έξι» ήταν και ο πρωθυπουργός της Σουηδίας Ούλαφ Πάλμε. Τον πλησίασα και τον ρώτησα πως συνέβη και ταξιδεύει μαζί μας. Μου είπε λοιπόν ότι το κάνει για λόγους οικονομίας. Από τη Στοκχόλμη, μου είπε, ταξίδευσε μέχρι την Αθήνα με αεροσκάφος της γραμμής, έχοντας μαζί του τη γραμματέα του. Στην Αθήνα επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο του Έλληνα πρωθυπουργού φιλοξενούμενος. Θα επέστρεφε στην πατρίδα του με τον ίδιο τρόπο.
Αναφέρονται αυτά διότι η «Κίνηση των Έξι» δεν ήταν επίσημη διακρατική οργάνωση, αλλά οργάνωση των 6 ηγετών. Και τελικά εις ουδέν συνέβαλε για την Ειρήνη και τον αφοπλισμό, γι’ αυτό και διελύθη εις τα εξ ών συνετέθη μετά την κατάρρευση του σοσιαλισμού παγκοσμίως το 1989-1990.

Το ταξίδι στην Ινδία είχε γίνει λίγο μετά τη δολοφονία της Ίντιρα Γκάντι, με σκοπό την ενίσχυση του διεθνούς κύρους του γιου της Ραντζίβ, που υπήρξε διάδοχός της στην πρωθυπουργία.
Υποτίθεται ότι η ατμόσφαιρα θα είχε και ολίγην θλίψη. Αντ’ αυτού όμως υπήρξε τόσον εύχαρις, ώστε να δημιουργηθούν και οι συνθήκες περαιτέρω πλοκής του πρωθυπουργικού ειδυλλίου με την Δήμητρα.
Ταξιδεύοντας προς το Μεξικό για συνέδριο πάλι της «Κίνησης των Έξι» προσγειωθήκαμε για ανεφοδιασμό στις Αζόρες, νησιά στο μέσο σχεδόν του Ατλαντικού όπου και διανυκτερεύσαμε.
Ταξίδευαν μαζί μας και η Μαργαρίτα και ο Γιώργος Παπανδρέου. Η Δήμητρα ήταν η επικεφαλής των αεροσυνοδών. Εκεί βεβαιωθήκαμε ότι η σχέση Ανδρέα και Μαργαρίτας είχε ραγίσει.
Κατά τη διαμονή μας στις Αζόρες οι περισσότεροι ξεχύθηκαν για μπάνιο στις παραλίες. Μαργαρίτα και Ανδρέας πήγαν σε χωριστές παραλίες. Η πρώτη συνοδευόταν από τον Γιώργο.
Οι δημοσιογράφοι ακολούθησαν με διακριτικότητα τον Ανδρέα ο οποίος και δεν κολύμπησε. Σε μικρή απόσταση όμως απ’ αυτόν κολυμπούσε η Δήμητρα με την παρέα της.
Μια από τις συνόδους της «Κίνησης των Έξι» έγινε στη Στοκχόλμη, προκειμένου να τιμηθεί η μνήμη του δολοφονηθέντος το 1987 Ούλαφ Πάλμε.
Κατ’ αυτήν οι δημοσιογράφοι πληροφορηθήκαμε ότι η οικογένεια Παπανδρέου (πολλά μέλη της οποίας ακολουθούσαν στο ταξίδι), συναντήθηκε με μια ακόμη κόρη του Ανδρέα, την Αιμιλία-Αντρέα. Η Αιμιλία, 16 ετών τότε, ήταν το αποτέλεσμα του δεσμού του Ανδρέα με τη Σουηδή δημοσιογράφο Νίμπλουμ, που του είχε πάρει συνέντευξη όταν βρισκόταν στη φυλακή της χούντας και ξανασυναντήθηκαν -όταν και πλέχτηκε το ειδύλλιο- στη Στοκχόλμη, όπου εγκαταστάθηκε όλη η οικογένεια Παπανδρέου μετά την αποφυλάκισή του και όπου του είχε προσφερθεί θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της πόλης.
Ο Ανδρέας είχε αναγνωρίσει τότε την Αιμιλία ως θυγατέρα του αμέσως μετά τη γέννησή της, με δήλωσή του στο Δημαρχείο της σουηδικής πρωτεύουσας.
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης εμπνέει τον έρωτα σε δύο πριγκίπισσες - αδελφές, εκ των οποίων η μία παραφρόνησε μετά το θάνατό του
Κλείνοντας τον κύκλο των ερωτικών περιπετειών των πολιτικών ηγετών μας, τον οποίο ανοίξαμε με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου «Έρωτας και Εξουσία» της Μαργαρίτας Παπανδρέου, με την παρουσίαση ως πρώτης αισθηματικής φύσεως ιστορίας, τον έρωτα του πρώτου Κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια, με την Ρωξάνδρα Στούρτζα, θα ασχοληθούμε, στον επίλογο, με τον έρωτα που ενέπνευσε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στην πριγκίπισσα Κωνσταντία Ραζουμόφσκυ, το γένος Τύρχαϊμ, σύζυγο του Ρώσου πρεσβευτή στη Βιέννη, Ανδρέα Ραζουμόφσκυ.
Το αίσθημα της Κωνσταντίας για τον Έλληνα επαναστάτη άρχισε στην πόλη Κάρλσμπαντ, όπου τον συνάντησε πρώτη φορά, το 1817.
Η γερμανικής καταγωγής αριστοκράτισσα ερωτεύθηκε τον Υψηλάντη με σφοδρότητα και διάρκεια. Μέχρι το θάνατό του, την 31 Ιανουαρίου 1828.
Κατ’ άλλους η πρώτη συνάντηση Αλέξανδρου Υψηλάντη και Κωνσταντίας Ραζουμόφσκυ - Τύρχαϊμ έγινε στη Βιέννη στα 1815, στο περιθώριο του τότε Συνεδρίου Ειρήνης, στο οποίο ήταν παρών ο Έλληνας ανώτερος αξιωματικός, ως μέλος της ρωσικής αντιπροσωπείας.
Την εποχή εκείνη το όνομα του Υψηλάντη συνόδευαν οι δάφνες της μάχης του Κούλμ, στην οποία ο ένδοξος υπασπιστής του τσάρου έχασε το ένα χέρι του.
Όλη η αριστοκρατία της Βιέννης επιθυμούσε να φιλοξενήσει ένα βράδυ, στο ανάκτορό της, τον Έλληνα ήρωα, με τα πρωτεία να κατέχει, επ’ αυτού, η «μεγάλη δούκισσα» του Όλτεμπουργκ.
Το γιατί η Κωνσταντία, αν και παντρεμένη, ερωτεύθηκε παράφορα τον πρίγκιπα Υψηλάντη, μας το λέει η αδελφή της Λουλού, στα απομνημονεύματά της, αποσπάσματα των οποίων παρουσίασε ο καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, τη φιλία του οποίου είχε την τιμή να περιβληθεί ο γράφων, τα τελευταία χρόνια της ζωής του διαπρεπούς επιστήμονα.
«Ο Αλέξανδρος, κατά τη Λουλού Τύρχαϊμ, όπως αναφέρει ο Ενεπεκίδης στο βιβλίο του «Ρήγας, Υψηλάντης, Καποδίστριας» (εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ»), είχε ένα κεφάλι πολύ ιδιότυπο, θαυμάσια μάτια, ωραία δόντια, ένας τύπος καθαρώς ανατολικής ομορφιάς με εξαιρετικούς τρόπους, έξυπνος, γεμάτος φαντασία. Είχε εις την στάσιν του -το ένα χέρι του το έχασε εις την μάχη παρά το Κούλμ- κάτι το ρεμβώδες και όμως ηρωικόν. Όλα αυτά έκαμαν τον Υψηλάντη ένα τύπο μυθιστορήματος. Θα μας ακολουθήσει εις το Φράντσεσμπρουν, όπου θα κάμη τα αναγκαία λουτρά και θα μας είναι παρηγορία εις την μοναξιά μας» (εδώ πρέπει να λεχθεί ότι και η Λουλού, ερωτεύθηκε τον Υψηλάντη, αλλά με διακριτικότητα για να μην πληγώσει προφανώς την αδελφή της).
Οι λιθογραφικές, εξάλλου, εικόνες του Υψηλάντη τον παρουσιάζουν με πρόσωπο που δείχνει θέληση και αποφασιστικότητα, ευθυτενή στο παράστημα, υψηλό στο ανάστημα, με ευρύ στέρνο και μέτωπο, αετίσια ματιά και μελαγχολική όψη.
Το τελευταίο χαρακτηριστικό του, η μελαγχολική όψη θα αποτυπωθεί μονίμως στο πρόσωπό του μετά τη σύλληψη και φυλάκισή του, στην Αυστρία.
Για τελευταία φορά, πριν από την εξέγερση του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, ο Έλληνας πολιτικός και πολεμικός ηγέτης συναντήθηκε με τις αδελφές Τύρχαϊμ, στη Βιέννη, τον Ιανουάριο του 1820.
Η σύλληψη του Υψηλάντη, δύο αδελφών του και μερικών στενών συνεργατών του, από την Αυστριακή αστυνομία, όταν ο Πρίγκιψ έχασε τη μάχη στο Δραγατσάνι και πέρασε τα σύνορα της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, ζητώντας άσυλο, και ο εν συνεχεία εγκλεισμός του στο φρούριο Μούνκατς της Ουγγαρίας, όπου οι συνθήκες διαβίωσης ήταν άθλιες και κατόπιν στο φρούριο Τερένζιεστατ της Βοημίας, (1823), όπου οι συνθήκες ήταν ελαφρώς καλύτερες, συγκλόνισαν τις δύο αδελφές, οι οποίες επεδίωξαν να τον επισκεφθούν και το πέτυχαν τέλος Αυγούστου του 1827, ενώ συνέβαλαν και στην εν συνεχεία αποφυλάκιση αυτού και των συντρόφων του.
Η Λουλού που συνόδευε την Κωνσταντία στη συνάντησή της με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη -όπως άλλωστε έκανε και στο παρελθόν- για να καλύπτει προφανώς την αδελφή της στον σύζυγό της Ανδρέα Ραζουμόφσκυ, περιγράφει τον Έλληνα ήρωα, όταν το ξαναείδαν μετά από 7 χρόνια.
«Ήταν αδύνατος, κίτρινος σαν τον θάνατο… Εκτός από τους φίλους του κανείς δεν μπορούσε πια ν’ αναγνωρίσει στο πρόσωπο εκείνο τον Υψηλάντη… Η Κωνσταντία κι εγώ αναλυθήκαμε σε δάκρυα. Ήταν σαν απολιθωμένος. Δεν πιστεύαμε ότι θα τον ευρίσκαμε σε τέτοια κατάσταση. Το βλέμμα του μας ξέσχιζε την καρδιά. Τον είχαμε αφήσει την τελευταία φορά νέον, όμορφο, ευτυχισμένο και σε μια θαυμάσια θέα. Τώρα τον βλέπαμε κουρασμένο, τσακισμένο από την μοίρα και τα δεινά του -σε μια κατάσταση θανάτου και αιχμαλωσίας. Ποτέ δεν θα σβήση από την ψυχή μου η εικόνα αυτή! Η κορμοστασιά του είχε χαθή -ήταν σαν κυφός, το μουστάκι του γκρίζο, τα χείλη του άχρωμα, μόνον τα μάτια του έμεναν ακόμη όμορφα και έδιναν ζωή στο τόσο ευγενικό του πρόσωπο, παρ’ όλα τα δεινά που είχε υποφέρει… Ένα δάκρυ, που δεν μπορούσε να το σκουπίση γιατί η Κωνσταντία κρατούσε το μόνο του χέρι, κύλησε σιγά πάνω από το βαθουλωμένο του μάγουλο».
Στη συνέχεια η Λουλού προβαίνει σε μια ψυχογραφία του Υψηλάντη και γράφει: «Ο θαυμάσιος αυτός άνθρωπος δεν μπορούσε ποτέ ν’ απαρνηθεί την εξαιρετικά ευαίσθητη καρδιά και την ευγενική ψυχή του. Η δυστυχία δεν είχε χαλάσει τον χαρακτήρα του, αντίθετα τον είχε κάμει ακόμη πιο δυνατό… ποτέ δεν του ξέφυγε μια πικρή λέξη, αν και μιλούσαμε και για ανθρώπους που τον επρόδωσαν και τον μεταχειρίστηκαν ανάξια για τη θέση του. Η καρδιά του είχε μείνει σαν την καρδιά ενός μικρού παιδιού -απλή, ειλικρινής, ανεπιτήδευτη (σελ. 114 Πολ. Ενεπεκίδη «Ρήγας, Υψηλάντης, Καποδίστριας», εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, 1965).
Με τις γνωριμίες τους οι δύο αδελφές επέτυχαν την αποφυλάκιση του Υψηλάντη, τον Σεπτέμβριο του 1827, λίγο πριν την Ναυμαχία του Ναυαρίνου. Τον φιλοξένησαν στο σπίτι τους στο Τέπλιτς, όπου δεν τον άφηναν «ούτε στιγμή μόνο του».
Κατά τη φιλοξενία αυτή η Λουλού θα διαπιστώσει ότι ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έτρεφε για την παράφορα ερωτευμένη αδελφή της απλά αισθήματα φιλίας και αγάπης, αλλά όχι έρωτος, ενώ προς την ίδια την Κωνσταντία, η οποία αγωνίστηκε για να τον ξανακερδίσει τις ημέρες εκείνες, ο Υψηλάντης αποκάλυψε ότι το 1820 είχε γνωρίσει μια νέα στην Πετρούπολη και την είχε ερωτευθεί. Το γεγονός αυτό φαίνεται ότι ενίσχυσε τον έρωτα της Κωνσταντίας προς αυτόν αντί να την αποθαρρύνει, διότι πίστευε ότι ο ελληνικής καταγωγής πρίγκιπας της Ρωσίας, του οποίου το ερωτικό πάθος είχε γευτεί στο παρελθόν, στην υψηλότερη κλίμακά του, την είχε πραγματικά αγαπήσει, παρότι ο αγαπημένος της ενέπνεε τον θαυμασμό και επολιορκείτο ερωτικά από μεγάλο αριθμό κυριών και δεσποινίδων της αυστριακής Αυλής και των σαλονιών της Βιέννης.
Αρχές Ιανουαρίου 1828, ο Υψηλάντης, ελεύθερος πια, μετέβη στη Βιέννη, όπου οι αδελφές Τύρχαϊμ, επωφελούμενες μιας πρόσκαιρης ασθένειας του κόμητος Ραζουμόφσκυ, έσπευσαν να τον συναντήσουν και να διέλθουν λίγες ημέρες μαζί του, που αλλοίμονο ήταν οι τελευταίες της ζωής του.
Φαίνεται ότι από τα μέσα Ιανουαρίου 1828 κι ενώ ο Καποδίστριας είχε φθάσει στην Ελλάδα για ν’ αναλάβει την εξουσία, ο Υψηλάντης κατακλίθηκε στο κρεβάτι του πόνου, στο πανδοχείο το «Χρυσούν απίδιον» της Βιέννης, από το οποίο δεν επρόκειτο να σηκωθεί πια.
Οι δύο αδελφές παρέμειναν στο πλευρό του μέχρι το θάνατό του, προσπαθώντας να τον ενισχύσουν ηθικά και να τον πείσουν για το προσωρινό της ασθένειάς του.
Η μία ωστόσο, η Κωνσταντία, η σφόδρα ερωτευμένη μαζί του, φανατική καθολική, επιχείρησε τις τελευταίες εκείνες ημέρες της ζωής του, να πείσει τον Υψηλάντη να αλλάξει δόγμα, να γίνει κι αυτός καθολικός!
Η Κωνσταντία ήλπιζε πιθανόν να το επιτύχει, γνωρίζοντας ότι ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ και η Ιερά Σύνοδος είχαν αφορίσει τον Υψηλάντη, το Πάσχα του 1821, λίγο πριν τον απαγχονισμό του Αρχηγού της Ορθοδοξίας.
Δεν γνώριζε ωστόσο, ότι ο Υψηλάντης κατανοούσε ότι με την πράξη του αυτή, ο Πατριάρχης επιδίωκε να σώσει ολόκληρο τον Ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης που απειλούνταν με αφανισμό, εάν δεν πραγματοποιούνταν ο αφορισμός. Γι’ αυτό και ο Γρηγόριος Ε’ ανακάλεσε κρυφά τον αφορισμό.
Ο Υψηλάντης παρέμεινε ορθόδοξος και μετέλαβε των αχράντων μυστηρίων, αφού προηγουμένως εξομολογήθηκε από τον Έλληνα επίσκοπο των Φαρσάλων που εκείνη την εποχή παρεπιδημούσε συμπτωματικά στη Βιέννη.
Κατά την εξομολόγηση ο επίσκοπος Φαρσάλων υπέβαλε στον Υψηλάντη μια ερώτηση, η απάντηση της οποίας συγκλονίζει: «Παιδί μου, τον ρώτησε, όταν αρχίσατε το εγχείρημά σας, είχατε πάρει μόνος σας την απόφαση που επρόκειτο να έχη τόσον φοβεράς συνεπείας;».
Στο σημείο αυτό ο Υψηλάντης ανασήκωσε επί της κλίνης το κεφάλι του, ατένισε τον επίσκοπο με βλέμμα που φανέρωνε έκπληξη και του είπε: «Ποιος είμαι εγώ, εφώναξε εγώ! Πώς θα μπορούσα μόνος μου ν’ αναλάβω μια υπόθεση όπως ήταν εκείνη (σ.σ. της έναρξης της Επανάστασης του 1821 στη Μολδοβλαχία). Και ο επίσκοπος του απάντησε: «Καλά παιδί μου. Δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο. Σου απονέμω συγχώρησιν» (σελ. 136, Ενεπεκίδης).
Έτσι έφυγε ο Υψηλάντης από τη ζωή, για να μείνει στις κορυφές της ελληνικής Ιστορίας.
Η κηδεία του Υψηλάντη έγινε στις 2 Φεβρουαρίου 1828. Τη νεκρώσιμη ακολουθία έψαλε στην ελληνική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Βιέννης ο επίσκοπος Φαρσάλων, βοηθούμενος από τέσσερις ιερείς, παρουσία όλων σχεδόν των μελών της ελληνικής κοινότητας της αυστριακής πρωτεύουσας.
Η «Γενική Εφημερίς», στις 3 Φεβρουαρίου 1828, επόμενη της κηδείας του Υψηλάντη έγραφε: «Ο νεκρός έφερε μέλαν ένδυμα και καθ’ ά λέγεται υπό τινων, τούτο ήτο η στολή του Ιερού Λόχου…. Επί του στήθους του νεκρού ευρίσκετο ένα μαξιλάρι με τα δύο ρωσικά του παράσημα. Τους κροτάφους του περιέβαλε στέφανος εκ ρόδων και δάφνης, τον οποίον, όπως ελέγετο, είχε πλέξει λογία κυρία. Κατά τη νεκρώσιμον ακολουθίαν εισήλθον εις το παρεκκλήσιον η πριγκίπισσα Κωνσταντία Ραζουμόφσκυ με την αδελφήν της και έλαβον θέσιν πλάι εις τους αδελφούς του εκλιπόντος οι οποίοι, ανελύοντο εις δάκρυα. Η πριγκίπισσα Κωνσταντία τον είχε περιποιηθή φιλόστοργα, χωρίς να τον αφήση μόνον κατά τας τελευταίας του ώρας. » Με πριγκιπικήν γενναιοδωρίαν είχαν μοιρασθή εκατοντάδες κεριά. Υπό το φως των μετέδιδε η σκηνή αυτή μίαν συγκίνησιν απερίγραπτον… Πολλοί έκλεγον γοερώς» (σελ. 146, Π. Ενεπεκίδης, «Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ»).
Το φέρετρο τοποθετήθηκε σε πριγκιπική νεκροφόρα, την οποία ακολουθούσαν στην πορεία της προς το νεκροταφείο οι άμαξες του πρίγκιπα Ανδρέα Ραζουμόφσκυ και της συζύγου του Κωνσταντίας. Έπονταν οι αδελφοί του εκλιπόντος και οι ιερείς και τέλος οι άμαξες -μελών της ελληνικής κοινότητας της Βιέννης.
Στα απομνημονεύματά της η Λουλού Τύρχαϊμ επικρίνει τον φίλο και βοηθό του Υψηλάντη, Λασσάνη, που είχε φροντίσει την παρουσία του νεκρού στο φέρετρο, διότι δεν τοποθέτησε επί της σορού του το σπαθί του, που ήταν το σπαθί του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, πράγμα που προφανώς απεκάλυψε σ’ αυτήν και την αδελφή της ο Αλέξανδρος.
Ο Έλληνας ήρωας τάφηκε στο νεκροταφείο της Βιέννης. Τα οστά του διακομίστηκαν στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1964, με απόφαση της Κυβέρνησης Γ. Παπανδέου και εναποτέθηκαν στην εκκλησία των Ταξιαρχών, στο Πεδίου του Άρεως.
Η καρδιά του Υψηλάντη, την οποία αφαίρεσε από τον νεκρό ο φίλος του Λασσάνης, με πρόθεση να μεταφερθεί στην Ελλάδα, όταν θα ελευθερωνόταν και θα γινόταν κράτος ελεύθερο και ανεξάρτητο, βρίσκεται σήμερα στο «Αμαλίειον Ορφανοτροφείο Αθηνών».
Στο πρωτόκολλο των νεκροψιών του 1828, με ημερομηνία 31 Ιανουαρίου 1828 που ανηύρε ο Ενεπικίδης αναγράφεται: «Υψηλάντης Αλέξανδρος, πρίγκιψ. Άγαμος εκ Κωνσταντινουπόλεως, απέθανεν εν τω πανδοχείω το «Χρυσούν απίδιον» επί της Landstrasse αρ. 52, εις ηλικίαν 36 ετών, εξ υδρωψίας του στήθους και του καρδιακού θυλακίου. Ιατρός Dallinger».
Η πριγκίπισσα Κωνσταντία, αν και παντρεμένη με τον Ρώσο πρίγκιπα Ραζουμόφσκι, ήταν τόσο ερωτευμένη με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ώστε λίγο μετά το θάνατό του να περιέλθει σε βαθιά μελαγχολία και τον Ιούνιο του 1828 να παραφρονήσει!

