Γράφει ο νέος στον Υπουργό Άμυνας: «Κύριε Υπουργέ Άμυνας, επιτρέψτε μου να σας εκθέσω το πρόβλημά μου και να σας ζητήσω να τακτοποιήσετε το θέμα μου. Περιμένω να μου «έρθει το χαρτί» για να παρουσιαστώ στο στρατό. Είμαι 24 χρονών και έχω παντρευτεί μια χήρα 44 χρονών, η οποία έχει μια κόρη 25 χρονών, την οποία παντρεύτηκε ο πατέρας μου.

Επομένως ο πατέρας μου, αφού παντρεύτηκε την κόρη μου, είναι γαμπρός μου. Επιπλέον η κόρη μου, αφού είναι σύζυγος του πατέρα μου, έγινε και μητριά μου. Η γυναίκα μου κι εγώ αποκτήσαμε τον περασμένο Ιανουάριο ένα γιο. Κατά συνέπεια εκείνος, είναι αδερφός της συζύγου του πατέρα μου και κουνιάδος του πατέρα μου.

Είναι όμως και θείος μου, αφού είναι αδερφός της μητριάς μου. Άρα ο γιος μου είναι θείος μου. Η σύζυγος του πατέρα μου απέκτησε τα Χριστούγεννα ένα γιο, ο οποίος είναι ταυτόχρονα αδερφός μου, αφού είναι γιος του πατέρα μου, και εγγονός μου, αφού είναι γιος της κόρης της γυναίκας μου. Τότε εγώ είμαι αδερφός του εγγονού μου και, επειδή ο σύζυγος της μητέρας κάποιου είναι πατέρας του, αυτό έχει ως αποτέλεσμα εγώ να είμαι πατέρας της κόρης της γυναίκας μου και αδερφός του γιου της. Επομένως είμαι ο παππούς μου. Δεδομένου αυτού, σας παρακαλώ να με απαλλάξετε, αφού ο νόμος απαγορεύει πατέρας, γιος και εγγονός να υπηρετούν ταυτόχρονα στον στρατό».

Το γράμμα μπορεί να είναι παρατραβηγμένο, όμως δεν ξεφεύγει από τα όρια της λογικής και του πιθανού να συμβεί. Φαίνεται όμως ότι η οδός της γραφειοκρατίας είναι μακρά και δύσβατη. Φαίνεται ότι οι γραμματείς και οι λοιποί αρμόδιοι του υπουργείου είχαν τα προσωπικά τους προβλήματα… φαίνεται ότι οι πιέσεις για να υποβληθούν προτάσεις για αγορά συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων ήταν έντονες και επανειλημμένες… φαίνεται ότι ο υπουργός ανάλωνε το χρόνο του μεταξύ επισκέψεων σε προτεινόμενα προς αγορά υποβρύχια και άρματα μάχης… Έτσι το γράμμα του νέου εταλαιπωρείτο από γραφείου σε γραφείο και από αρμόδιο σε αναρμόδιο. Ο νέος, παρά τις τηλεφωνικές προσπάθειές του δεν έπαιρνε απάντηση, παρά σπάνιες και αραιές υποσχέσεις, όπως «πάρτε μας σε μια βδομάδα», όπως « θα προωθήσουμε στον υπουργό την επιστολή σας», όπως «ο αρμόδιος υπάλληλος βρίσκεται σε απόσπαση ή σε άδεια» και τα παρόμοια.

Κάποτε, όμως, οι μηχανισμοί που λειτουργούν στον αυτόματο πιλότο, απέστειλαν στο νέο το χαρτί για να παρουσιαστεί στο κέντρο νεοσυλλέκτων, με την επιστολή – αίτησή του να εκκρεμεί σε κάποιο συρτάρι του υπουργείου. Μη μπορώντας να πράξει διαφορετικά, προετοιμάστηκε κατάλληλα, αποχαιρέτησε τους δικούς του … ανάλογα με το βαθμό συγγένειας που είχε και έδωσε έγκαιρα το παρόν στο κέντρο που ανέφερε η πρόσκληση.

Η ζωή και οι εμπειρίες του νεοσυλλέκτου είναι ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο και απαιτεί πολύ χρόνο και χώρο για να παρουσιαστεί. Εξάλλου, δεν υπάρχει άτομο που να υπηρέτησε και να μην έχει κρατήσει βαθειά μέσα στη μνήμη του καταστάσεις και γεγονότα τόσο από τις πρώτες μέρες της κατάταξής του (που είναι και οι πιο έντονες), όσο και γεγονότα από την συνολική θητεία του. Έτσι, θυμάται τη συμβουλή ενός άλλου νεοσυλλέκτου, που του μετέφερε το απαύγασμα της εμπειρίας του πατέρα του από τη δική του θητεία: «… ό,τι και να σε ρωτήσει ο λοχίας, εσύ θα λες δεν ξέρω … γιατί ας πούμε πως του έχει αναθέσει ο λοχαγός να στείλει 5 – 6 νεοσύλλεκτους αγγαρεία στα μαγειρεία για να βοηθήσουν το μάγειρα και να καθαρίσουν τις πατάτες και τα κρεμμύδια. Ο λοχίας θα πάει στο λόχο και θα ρωτήσει «Ρε σεις, ποιοι από σας ξέρουν … αγγλικά;». Ας πούμε ότι από τους 30 που βρίσκονται εκεί απαντούν καταφατικά οι 20. (… 20 είναι πολλοί και ο λοχίας πρέπει να κάμει το σχετικό ξεσκαρτάρισμα). «Από σας τους είκοσι, πόσοι έχετε χαρτί…». Καμιά ντουζίνα απαντάει πως έχουν λόουερ. Επειδή πάλι είναι πολλοί, ο λοχίας ξαναρωτάει: «Πιο μεγάλο χαρτί, ποιος έχει;». Πέντε – έξι σηκώνουν τα χέρια τους. «Τι έχετε εσείς;», ξαναρωτάει ο λοχίας. «Προφίσιενσι, κυρ λοχία», απαντούν εκείνοι. «Ωραία, λοιπόν, εσείς οι έξι να παρουσιαστείτε στα μαγειρεία και να αναφερθείτε στο μάγειρα… στα ελληνικά, ψάρακες, γιατί εκείνος δεν έχει βγάλει ούτε το δημοτικό… και να του πείτε πως θα σας έχει υπό διοίκηση ως το μεσημέρι»!!! Έτσι, όταν σε ρωτάνε στο στρατό, άμα λες «Δεν ξέρω…», γλυτώνεις τη φασίνα ή την αγγαρεία!

Επίσης, ο νέος θυμάται τη διαδικασία με την οποία παρέλαβε όλα εκείνα τα αντικείμενα που χορηγεί ο στρατός σε κάθε νεοσύλλεκτο, όπως ρουχισμό, άρβυλα, καραβάνα, μαχαιροπίρουνα, εσώρουχα (σκελέα) κ.ά. Μέσα σε μια μεγάλη αποθήκη υπήρχαν δυο σειρές τραπέζια – πάγκοι. Πάνω σε κάθε πάγκο υπήρχε και από ένα είδος. Ο ένας πάγκος είχε τα άρβυλα, ο άλλος τις καραβάνες, ένας άλλος τα κελύφια (μαξιλαροθήκες) κ.ο.κ. Ο κάθε νεοσύλλεκτος έπαιρνε στην αρχή του διαδρόμου που σχημάτιζαν οι πάγκοι μια κουβέρτα. Την έβαζε στο πάτωμα και την τραβούσε αργά, προχωρώντας ανάμεσα στα τραπέζια. Πίσω από κάθε τραπέζι – πάγκο υπήρχε και ένας στρατιώτης (παλιοσειρά) που πετούσε πάνω στην ανοιχτή κουβέρτα ένα από τα αντικείμενα που είχε μπροστά του. Έτσι, ο νεοσύλλεκτος, φτάνοντας στο τέλος του διαδρόμου είχε πάνω στην κουβέρτα που έσερνε πίσω του, όλα τα απαραίτητα είδη.

Καθώς η μέρα της παρουσίασης των νεοσυλλέκτων έφτανε στο τέλος της και ο καθένας κουρεμένος γουλί προσπαθούσε να βάλλει σε τάξη το υλικό που είχε παραλάβει, αλλά και τις σκόρπιες σκέψεις του, από τις αλλεπάλληλες, πρωτόγνωρες και καταιγιστικές εμπειρίες της πρώτης ημέρας, εμφανίζεται στην πόρτα ο λοχίας. Η κόπωση, σωματική αλλά και –κυρίως- ψυχική είχε καταλάβει όλους ανεξαιρέτως. Ταυτόχρονα, η εικόνα του θαλάμου δεν διέφερε και πολύ από σκηνές θαλάμων σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως, με τους οπλίτες «κεκαρμένους εν χρω». Ο λοχίας αφού έριξε μια εξεταστική ματιά μια γύρα μέσα στο θάλαμο, φώναξε δυνατά: «Στραβάδια, σε χρόνο ντε-τε να παραταχθείτε έξω από το θάλαμο και ο καθένας να έχει μαζί του από ένα φανελάκι, μία σκελέα και το προσώψιό του. Θα πάμε στα λουτρά του τάγματος, για μπάνιο». Καθώς ήταν καλοκαίρι, η εικόνα της διμοιρίας με τους οπλίτες συντεταγμένους και βαδίζοντας κουτσά στραβά με το βήμα που έδινε ο λοχίας και όλοι με τα εσώρουχα, θα μπορούσε να ήταν αστεία, αν οι συνθήκες και το περιβάλλον το επέτρεπαν. Ο λοχίας διέταξε τους νεοσύλλεκτους να κρεμάσουν τα εσώρουχά τους στα υποτυπώδη κρεμαστάρια και να συνταχθούν –γυμνοί, εννοείται- εφ’ ενός ζυγού, με πρόσωπο την είσοδο και σε αποστάσεις τέτοιες ώστε ο καθένας να έχει στα δεξιά του τη ντουζιέρα. «Ψάρακες, προσέξτε… το νερό στο κέντρο είναι λιγοστό και το μπάνιο είναι πολυτέλεια, αλλά είστε τυχεροί. Ο δεκανέας που είναι μέσα και ζεσταίνει το νερό, ειδικά για σας- φεύγει αύριο με άδεια και είναι χαρούμενος που θα συναντήσει το προσφιλές του πρόσωπο. Γι’ αυτό, μόλις ακούσετε το καμπανάκι, θα κάμετε ένα βήμα δεξιά και να βρεθείτε κάτω από το ντους … δεν πρέπει να πάει ούτε μία σταγόνα χαμένη…». Όντως, μετά από μισό λεπτό το καμπανάκι χτύπησε και όλοι βρέθηκαν κάτω από τις ντουζιέρες, που άρχισαν να τρέχουν νερό … παγωμένο!». Ήταν κι αυτή μια πρώτη ψυχρολουσία του νέου μας από την πρώτη μέρα της κατάταξής του.

Επίσης, δεν θα ξεχάσει το περιστατικό όπου περιμένοντας στη σειρά για να περάσουν από το φαντάρο που θα τους κατέτασσε σε ποιο λόχο και σε ποια διμοιρία θα ανήκει ο καθένας, δυο λοχαγοί άρχισαν να λογομαχούν, στην αρχή δήθεν στο αστείο αλλά σιγά – σιγά έγινε δύσκολο να ξεχωρίσεις αν αστειεύονταν ή αν μάλωναν στ’ αλήθεια. Κι όλα αυτά μπροστά στα φοβισμένα βλέμματα των νεοσυλλέκτων. Το αντικείμενο της διαμάχης ήταν ποιος θα έπαιρνε στο λόχο του τον νεοσύλλεκτο που ήταν τερματοφύλακας μεγάλης ομάδας του Πειραιά. Εννοείται ότι ο λοχαγός που υπερίσχυσε, λούφαρε ασύστολα τον νέο. Τον είχε υπό την εύνοιά του και ενώ όλοι οι φαντάροι, συντεταγμένοι και σε πλήρη εξάρτηση (όπλο, κράνος, παλάσκες, γυλιός, κ.λπ.) έπαιρναν κάθε πρωί το δρόμο για το πεδίο βολής, εκείνος ήταν «εκτός υπηρεσίας» και ατένιζε από το παράθυρο τους συναδέλφους του, που ξεκινούσαν για την εκπαίδευση της ημέρας, μέσα στην κάψα του καλοκαιριού…

Με κάτι τέτοια και πολλά άλλα, ο καιρός πέρασε και ο νέος κάποτε απολύθηκε. Όλα τα περί στρατιωτικής θητείας είχαν αρχίσει να σβήνουν αργά και σταθερά, όταν μια μέρα κατέφθασε μια επιστολή –χωρίς γραμματόσημο- μέσα σε υπηρεσιακό φάκελο. Ο νέος άνοιξε το γράμμα, επίσημο, με βούλες και υπογραφές, κατευθείαν από το Υπουργείο. Διάβασε και σε μια από τις λιγοστές σειρές του, έγραφε: «… αφού λάβαμε υπόψη και εξακριβώσαμε τα στοιχεία που μας υποβάλατε, σας απαλλάσσουμε από την υποχρέωση να υπηρετήσετε τη στρατιωτική σας θητεία!».

[email protected]