Φιλόδοξο σχέδιο, έντιμη προσπάθεια, άνισο αποτέλεσμα.

ΟΥΖΕΡΙ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ

Σκην.: Μανούσος Μανουσάκης

Πρωτ.: Χάρης Φραγκούλης, Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη, Αντρέας Κωνσταντίνου, Βασιλική Τρουφάκου, Γιάννης Στάνκογλου.

Στην κατοχική Θεσσαλονίκη του 1942, ο χριστιανός Γιώργος ερωτεύεται με την εβραία Εστρέα, αλλά ο έρωτάς τους δυσκολεύεται ν’ ανθήσει μέσα στις φριχτές συνθήκες δίωξης των εβραίων και των αντιστασιακών από τους Ναζί. Ένας από τους χώρους όπου εκτυλίσσονται οι συγκρούσεις της εποχής, είναι η ταβέρνα του Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος έχει παντρευτεί την αδερφή του Γιώργου.

Δράμα εποχής, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, που εκδόθηκε το 2001. Όπως το όνομα κάθε σκηνοθέτη, έτσι κι αυτό του Μανουσάκη δημιουργεί συγκεκριμένες προσδοκίες και προδιαθέτει για ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Στην περίπτωση του συγκεκριμένου δημιουργού, για ένα συμβατικό και προβλέψιμο δράμα, που μπορεί να μην ξεφεύγει από την ευκολία των συμβάσεων που υπηρετεί, αλλά το κάνει με ευαισθησία, συνέπεια και φροντίδα, αν κι όχι με όση ακριβώς θα απαιτείτο για ένα δράμα τέτοιων φιλοδοξιών και κλίμακας. Ένα εξαιρετικό καστ αποτελούμενο κυρίως από ταλαντούχους ηθοποιούς της νεότερης γενιάς, όπως ο Φραγκούλης και ο Κωνσταντίνου, πολύ επιμελημένη ενδυματολογία και σχεδιασμός παραγωγής, όμορφη μουσική επένδυση και διασκευή των τραγουδιών με την υπέροχη φωνή της Τρουφάκου, κι ένα έξυπνο γύρισμα που ξέρει πώς να κρύψει τις ελλείψεις της παραγωγής.

Ωστόσο, η ταινία αδικείται τελικά από μια αδικαιολόγητη βιασύνη με την οποία χειρίζεται επιμέρους καταστάσεις, από την εισαγωγή της μέχρι στιγμές συναισθηματικής βαρύτητας όπως η αναπόληση της Εστρέας μετά από τον θάνατο του Αλμπέρτο. Επίσης, από την επιφανειακότητα των ερμηνειών, την προχειρότητα των διαλόγων και την ανισότητα στον σχηματισμό των χαρακτήρων, αρκετοί από τους οποίους μένουν ημιτελείς ή αναξιοποίητοι (π.χ. οι Τσιτσάνης και Λέλα καταλήγουν δευτερεύοντες και σχεδόν διακοσμητικοί). Απομένουν λεπτομερειακές στιγμές έμπνευσης, όπως το αστέρι στη σόμπα και το ενδιαφέρον του σεναρίου για τη χρήση των μέσων καταγραφής, το οποίο εύστοχα προετοιμάζεται ως αφηγηματικός μηχανισμός, με μόνο παράπονο το ότι δεν αξιοποιείται για ένα σημαντικότερο διακύβευμα/ έκπληξη, από μια απλή “ειδοποίηση”.