Του Τίτου Ιων. Αθανασιάδη

Οι Παπανδρέου: Έρωτες, πάθη και διαζύγια

Άλλης μορφής ήταν οι έρωτες και οι γάμοι των Βενιζέλων και άλλης των Παπανδρέου. Αλλά διαφορετική ήταν και η ψυχοσύνθεση των δημιουργών των δύο πολιτικών δυναστειών και των διαδόχων τους, γεγονός που επηρέασε και την πολιτική συμπεριφορά τους.

Οι Βενιζέλοι ήταν περισσότερο ρεαλιστές, πραγματιστές. Οι Παπανδρέου περισσότερο συναισθηματικοί και ρομαντικοί. Αλλά και παρορμητικοί.

Από τους δύο γάμους του Ελευθερίου Βενιζέλου μόνο αυτός με την Μαρία Κατελούζου, τη μητέρα των παιδιών του, ήταν από βαθύ έρωτα. Ενώ και οι δύο γάμοι του Γεωργίου Παπανδρέου, πατέρα του Ανδρέα, με τη Σοφία Μινέικο και την Κυβέλη ήταν από έρωτα και μάλιστα σφοδρό.



Από τους τρεις γάμους του Ανδρέα, εξάλλου, οι δύο τελευταίοι (με την Μαργαρίτα και τη Δήμητρα) ήταν από σφοδρό έρωτα. Ο πρώτος (με την Χριστίνα Ρασιά) ήταν αποτέλεσμα μάλλον παρορμητικής απόφασης, που έκρυβε και έντονα ερωτικά στοιχεία, υπό την επιρροή και της μοναξιάς που πιθανόν αισθανόταν ο Ανδρέας όταν πρωτοπήγε στην Αμερική. Ενώ ο Σοφοκλής Βενιζέλος συνήψε ένα και μοναδικό γάμο που στηρίχτηκε στη συμπάθεια και τον έρωτα, αλλά ήταν και γάμος που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως γάμος συμφέροντος.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου υπήρξε εξαιρετική προσωπικότητα. Βαθιά μορφωμένος, με παιδεία κλασσική, αλλά και νομικές, οικονομικές και πολιτικές γνώσεις ανωτέρου επιπέδου, που απέκτησε στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών και κατά την μετεκπαίδευσή του στη Γερμανία. Είχε τρία προτερήματα: Ήταν έξυπνος, μελετηρός και διέθετε σπάνια ευφράδεια που τον καθιστούσε «Δημοσθένη» της εποχής του. Θα έλεγα «Δημοσθένη» της νεότερης Ελλάδας.

Τα δύο πρώτα από τα προσόντα του, του εξασφάλιζαν πάντοτε, από την πρώτη Δημοτικού μέχρι το τέλος των σπουδών του, το «άριστα» και συνεχόμενες υποτροφίες και χρηματικά βραβεία, γεγονός ιδιαίτερα επιβοηθητικό για ένα φτωχό παιδί, από χωριό (Καλέτζι Αχαΐας), γιο παπά.

Δεινός ρήτορας, ψηλός και αρρενωπός υπήρξε κατακτητής πολλών γυναικείων καρδιών.

Οι γυναίκες όμως που σημάδεψαν τη ζωή του ήταν δύο. Η Σοφία Μινέικο και η Κυβέλη. Η πρώτη φιλόλογος, αρκετά μορφωμένη, ο πρώτος έρωτας του Γιώργου από τα πανεπιστημιακά χρόνια στην Αθήνα. Ο έρωτας της νιότης.

Η δεύτερη, μεγάλη ηθοποιός του θεάτρου, έρωτας για τον Γιώργο Παπανδρέου των πρώτων χρόνων της ωριμότητάς του.

Κατέκτησε τη δεύτερη, ενώ ήταν παντρεμένος με την πρώτη και είχε κάνει μαζί της τον Ανδρέα.

Μεταπτυχιακός σπουδαστής στη Γερμανία, στην περίοδο πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους, παράτησε τις σπουδές του και ήρθε στην Ελλάδα για να ντυθεί το χακί και να πολεμήσει για το διπλασιασμό της. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1940-41, ο Ανδρέας δεν έκανε το ίδιο, διωγμένος και άγρια ταλαιπωρημένος λίγους μήνες πριν από τη δικτατορία Μεταξά. Υπηρέτησε όμως στο συμμαχικό αμερικανικό ναυτικό και πήρε μετά την αμερικανική υπηκοότητα. Είναι πολύ πιθανόν, όταν αργότερα επέστρεψε στην Ελλάδα και αναμίχτηκε στην πολιτική της, το υποσυνείδητό του να προκάλεσε την έντονα αντιαμερικανική στάση του, προκειμένου να απωθηθεί η ιστορία του 1940-45.

Ας επανέλθουμε όμως στον πατέρα, Γεώργιο Παπανδρέου.

Όταν επέστρεψε στη Γερμανία είχε μαζί του και τη Σοφία Μινέικο, γυναίκα του πλέον, μετά από ένα μακρύ χρονικό διάστημα ερωτικού δεσμού.

Η Σοφία Μινέικο που γνώριζε τον Γιώργο Παπανδρέου από την Πάτρα, ήταν από μητέρα Ελληνίδα και πατέρα Πολωνό, ο οποίος συνέβαλε στο να πέσει γρηγορότερα και με βεβαιότητα το Μπιζάνι στα χέρια των Ελλήνων, τον Φεβρουάριο του 1913, με τους χάρτες του που παρέδωσε στον ελληνικό στρατό.

Ο Σίγκμουντ Μινέικο ήταν αξιωματικός μιας πολωνικής δυνάμεως υπό ρωσική διοίκηση αφού η Πολωνία ήταν υπό την κατοχή της τσαρικής Ρωσίας και υπηρετούσε κάπου στη Σιβηρία, στα μέσα του 19ου αιώνα.

Φύσει φιλελεύθερος ο Μινέικο το έσκασε από τον καταπιεστικό και ιμπεριαλιστικό ρωσικό στρατό και κατέφυγε στην Ιταλία όπου πολέμησε στον απελευθερωτικό στρατό του Γαριβάλδι. Από εκεί πέρασε στην υπηρεσία του Σουλτάνου, στην περιοχή των Ιωαννίνων, όπου, αφού διαπίστωσε την καταπιεστική και δυναστική πολιτική της Πύλης κατά των Ελλήνων, επαναστάτησε, πήρε τους χάρτες της Ηπείρου και του Μπιζανίου και ήρθε στην Ελλάδα, όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα. Οι χάρτες αυτοί παραδόθηκαν στο ελληνικό κράτος και κατά ομολογία του πρωθυπουργού Χαρίλαου Τρικούπη βοήθησαν την ελληνική κυβέρνηση στη χάραξη των συνόρων, ενώ τον Φεβρουάριο του 1913 βοήθησαν τον ελληνικό στρατό στην εκπόρθηση του Μπιζανίου.

Ως πρωθυπουργός, ο εγγονός του Μινέικο, Ανδρέας Παπανδρέου, επισκέφθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980, τη γενέτειρα πόλη του παππού του (από τη μητέρα του), όπου και μίλησε στο εκεί πανεπιστήμιο, από το οποίο και τιμήθηκε.

Ερμηνεύοντας ο γράφων τη συμπεριφορά του Ανδρέα, με βάση τον χαρακτήρα του πατέρα του και του παππού του Μινέικο, μπορεί να συμπεράνει ότι από τον πρώτο κληρονόμησε την πνευματικότητα και την έφεση προς τις επιστήμες, που τον διέκρινε σε όλη του τη ζωή, αλλά και τον έντονο ερωτισμό και την κατακτητική του τάση έναντι του ωραίου φύλου.

Ενώ από τον παππού του κληρονόμησε τον περιπετειώδη και ελευθερόφρονα βίο με την επαναστατική τάση απαλλαγής από τις δυναστικές πολιτικές κατά της πατρίδας του. Από τον παππού του, επίσης, πρέπει να κληρονόμησε και την έφεσή του προς τις πρακτικές επιστήμες (οικονομικά, μαθηματικά) –ο Μινέικο ήταν αξιωματικός του Μηχανικού.

Αντίθετα προς τον συμπέθερό του Σίγκμουντ Μινέικο, ο οποίος συγκρούστηκε με τη Μεγάλη Δύναμη (Ρωσία) που ασκούσε πολιτική κυριαρχίας επί της πατρίδας του, ο Γεώργιος Παπανδρέου στην κρισιμότερη φάση της ζωής του, εκτιμήσας ότι αυτό επέβαλε το ελληνικό εθνικό συμφέρον (1944), συνεργάστηκε με τους Βρετανούς (η πολιτική του Στάλιν, άλλωστε, δεν διέφερε από αυτή των Βρετανών έναντι της Ελλάδας, το 1944).

Δεν αποκλείεται, πάντοτε κατά τον γράφοντα το παρόν, η φιλοβρετανική (φιλοδυτική) πολιτική του Γεωργίου Παπανδρέου, το 1944, να λειτούργησε αποτρεπτικά στο υποσυνείδητο του Ανδρέα Παπανδρέου, στα χρόνια της πρώτης ανάμιξής του στην πολιτική, κυρίως στα πρώτα χρόνια του ΠΑΣΟΚ ως αντιπολίτευσης, ώστε ο αρχηγός του να παρουσιαστεί έντονα αντιδυτικός.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, πάντως, απέκτησε την επαναστατικότητα που τον διέκρινε σε όλη τη ζωή του, τόσο από τον παππού του Μινέικο, όσο και από τον πατέρα του. Ο δεύτερος μάλιστα τον εισήγαγε και στην ιδέα του σοσιαλισμού και τον προέτρεπε από μικρό να διαβάσει Μαρξ.

Αλλά ενώ ο πατέρας έμεινε στο χώρο του δημοκρατικού σοσιαλισμού, οπαδός του Γερμανού Κάουτσκι που ήταν στο ζενίθ του τα χρόνια που ο Γεώργιος Παπανδρέου σπούδαζε στη Γερμανία, ο Ανδρέας προσχώρησε στον τροτσκισμό και ως φοιτητής είχε αναπτύξει τέτοια δράση που η Αστυνομία του Μεταξά τον συνέλαβε και τον βασάνισε. Γι’ αυτό και με τη βοήθεια της μητέρας του, διότι ο πατέρας του ήταν εξορία, έφυγε για την Αμερική, όπου συνέχισε τις σπουδές του.

Τον πρώτο καιρό της εκεί διαμονής του γνώρισε την Ελληνοαμερικανίδα Χριστίνα Ρασιά που σπούδαζε ιατρική. Την ερωτεύτηκε, όπως της είπε, και της πρότεινε να παντρευτούν. Εκείνη, χωρίς να έχει νιώσει αγάπη γι’ αυτόν όπως αναφέρει στο βιβλίο της «Δέκα χρόνια σύζυγος του Ανδρέα Παπανδρέου» (εκδόσεις «Ξενοφών»), δέχτηκε τελικά την πρότασή του, υπό την πίεση των γονιών και συγγενών της.

Όπως υποστηρίζει η ίδια, όταν της πρότεινε γάμο ο Ανδρέας, εκείνη του απάντησε: «Μα εγώ δε σε αγαπώ». Και κείνος της παρατήρησε: «Αυτό θα έλθει μετά το γάμο».

Αν και άτομο με σύγχρονες αντιλήψεις, ο Ανδρέας, όταν διαπίστωσε ότι για την αγαπημένη του Χριστίνα θα ήταν ο πρώτος άνδρας στη ζωή της και επειδή γνώριζε τις συντηρητικές απόψεις της ελληνοαμερικανικής κοινότητας, που ασπάζονταν και οι γονείς της, ο Ανδρέας της είπε πως: «ένα κορίτσι σαν κι αυτήν θα έπρεπε να περιμένει τον γάμο για να έχει την πρώτη του ερωτική ολοκλήρωση».

Διαβάζοντας το βιβλίο της Χριστίνας, ο αναγνώστης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι για τον χωρισμό τους, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, η ευθύνη βαρύνει μάλλον αυτήν, καθώς φαίνεται ότι δεν μπόρεσε να εναρμονιστεί μαζί του ερωτικά και ότι όπως αναφέρει η ίδια μόνο μία φορά, στα δέκα χρόνια του έγγαμου βίου της έζησε την ολοκληρωτική απόλαυση με τον Ανδρέα και αυτήν όταν εκείνος υπηρετούσε στο Ναυτικό των ΗΠΑ κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τη διάρκεια άδειας που του δόθηκε για να την επισκεφτεί.

Εύλογο είναι να υποθέσει κανείς, ότι μετά από μια τέτοια αρνητική στάση της Χριστίνας, η οποία ενδεχομένως οφειλόταν στις καταπιέσεις που υφίστατο από μικρή στο σπίτι της και στο νευρωτικό αν όχι καταθλιπτικό χαρακτήρα που φαίνεται να είχε αποκτήσει και την ταλαιπωρούσε, αν δεν την βασάνιζε, στα χρόνια του έγγαμου βίου της με τον Ανδρέα, δικαιολογημένος ο τελευταίος οδηγήθηκε στην απόφαση του χωρισμού όταν γνώρισε τη Μαργαρίτα.

Προσωπικά, ωστόσο, θεωρώ πολύ σημαντικό το βιβλίο της Χριστίνας για τη ζωή της με τον Ανδρέα, διότι, παρά τις όποιες πικρίες από τις οποίες η συγγραφέας φαίνεται να διακατέχεται, διότι έχασε την ευκαιρία να είναι εκείνη η πρώτη κυρία της Ελλάδας, όταν ο πρώην σύζυγός της έγινε πρωθυπουργός, μας παρέχει πολύτιμες πληροφορίες γύρω από τη γνωριμία της με πρόσωπα της οικογένειας Παπανδρέου, τα οποία γνώρισε κατά τη διάρκεια ταξιδίων τους στην Αμερική, όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου (πατέρας), η Σοφία Μινέικο, η Κυβέλη, η κόρη της Κυβέλης, Αλίκη, από τον άλλο γάμο της, που αγαπούσε ξεχωριστά τον Ανδρέα και του αφιέρωσε την αδελφική της αγάπη μέχρι το τέλος.

Από τις συζητήσεις της Χριστίνας με τους γονείς του Ανδρέα και την Κυβέλη επιβεβαιώνεται ότι όλοι τους ζούσαν σ’ ένα περιβάλλον χωρίς ζήλιες και κακίες, παρά τον χωρισμό του Γεωργίου από τη Σοφία και το γάμο του με την μεγάλη Ελληνίδα ηθοποιό.

Διαπιστώνεται ακόμη ότι ο Ανδρέας αποτελούσε το επίκεντρο της εν ευρεία εννοία οικογένειας. Οι μόνες δύσκολες σχέσεις που φαίνεται ότι είχε η Χριστίνα ήταν με την Σοφία, τη μητέρα του Ανδρέα, γεγονός για το οποίο κάποτε τη μάλωσε η Κυβέλη.

Ιδού πως περιγράφει η Χριστίνα ένα επεισόδιο μαζί της.

«Η Κυβέλη, η μητριά του (Ανδρέα), βρισκόταν στη Νέα Υόρκη (σσ. λίγο μετά τον πόλεμο), προσπαθώντας, ως συνήθως, να βρει ένα σχολείο κατάλληλο για τον γιο της Γιώργο, ετεροθαλή αδελφό του Ανδρέα. Μια μέρα με στρίμωξε και με περιέλουσε για τον τρόπο που συμπεριφέρομαι στη Σοφία. Μου είπε πως ήταν απαίσιο εκ μέρους μου να επιτρέψω στον Ανδρέα να έλθει στη Νέα Υόρκη χωρίς τη «μητερούλα» του. Αν ήμουν στη θέση σου θα του έλεγα να βάλει τη μητερούλα του στην τσέπη του και να τη φέρει μαζί του».

Η παρατήρηση της Κυβέλης αποδεικνύει ότι η δεύτερη σύζυγος του Γεωργίου Παπανδρέου υπερασπιζόταν τα δικαιώματα της πρώτης συζύγου του, της Σοφίας.

Η Χριστίνα μιλάει για «επίθεση» της Κυβέλης εναντίον της, όταν σε έντονο ύφος της είπε:

«Ποια νομίζεις πως είσαι; Μήπως νομίζεις πως είσαι παντρεμένη με τον γιο ενός καροτσιέρη; Είσαι παντρεμένη με έναν Παπανδρέου. Κοίταξέ με. Παράτησα την επίζηλη θέση της πρώτης κυρίας του ελληνικού θεάτρου για να παντρευτώ έναν Παπανδρέου. Κοίταξε το πρόσωπό μου. Μπορώ να επιστρέψω στη σκηνή όποτε θέλω, αλλά βάζω τον Παπανδρέου πάνω από κάθε προσωπική μου επιθυμία, πάνω απ’ όλα!».

«Ήθελα να της πω» συνεχίζει η Χριστίνα, «πώς τολμάς να μου μιλάς έτσι. Μπήκες στη ζωή εκείνης της φτωχής γυναίκας (σσ. εννοεί της Σοφίας) σαν μπουλντόζα και τώρα τολμάς να μου υποδεικνύεις πώς να της φέρομαι; Αλλά δεν είπα τίποτα».

Αυτό, πάντως, που φαίνεται ότι στεναχώρησε περισσότερο την Χριστίνα ήταν μία επισήμανση του πεθερού της, Γεωργίου Παπανδρέου, για τις γυναίκες, λέγοντας πως η ολοκλήρωση μιας γυναίκας επέρχεται με τη γέννα. «Μια γυναίκα δεν είναι γυναίκα αν δεν γεννήσει», της είπε.

Δεδομένου ότι είχαν περάσει κάπου οκτώ χρόνια γάμου και η Χριστίνα δεν είχε γεννήσει, τέτοιες παρατηρήσεις ασφαλώς την πλήγωναν.

Η ιστορία αυτή έχει και συνέχεια. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, μέγας ιεροφάντης του έρωτα, για να ενισχύσει ίσως τον ερωτικό προορισμό της νύφης του και να την τονώσει ηθικά, εκτός από τα δώρα που της πήγε από την Ελλάδα, αποφάσισε να της κάνει ένα ξεχωριστό δώρο, παρουσία του Ανδρέα και των άλλων κυριών της παρέας.

Την οδήγησε σ’ ένα κατάστημα εσωρούχων και εκεί ζήτησε να της παρουσιάσουν ένα ωραίο, νεανικό, μοντέρνο και προφανώς ερωτικό νυχτικό.

«Ήταν φτιαγμένο από ανοιχτοπράσινο κρεπ ντε σιν και είχε βαθύ ντεκολτέ… Το αραχνοΰφαντο πενιουάρ είχε το ίδιο χρώμα… Με έβαλε να το φορέσω. Ταίριαζε τέλεια με τα χρώματά μου, τονίζοντας το ηλιοκαμένο δέρμα μου και τα πράσινα μάτια μου», γράφει η Χριστίνα στο βιβλίο της, ενώ η παρέα την αποθαύμαζε.

Η Χριστίνα κλείνει το σχετικό κεφάλαιο, με την αναχώρηση του Γεωργίου Παπανδρέου για την Ελλάδα και το πρώτο τηλεφώνημά του προς τους τρεις τους (Ανδρέα, Σοφία, Χριστίνα), όταν επέστρεψε στην Αθήνα. Αναφέρει σχετικά στο βιβλίο της η Χριστίνα: «Και οι τρεις μας, ο Ανδρέας, η μητέρα του κι εγώ του μιλήσαμε με τη σειρά στο τηλέφωνο. Όταν του μίλησε η Σοφία, η φωνή της τρεμούλιασε από την τρυφερότητα. Ήταν φανερό πως εξακολουθούσε να τον αγαπά απελπισμένα».

Η αγάπη αυτή εκδηλώθηκε και μετά το θάνατο του Γεωργίου Παπανδρέου, όταν η Σοφία επέστρεψε από το εξωτερικό με τον Ανδρέα, μετά την πτώση της δικτατορίας. Μια από τις πρώτες της ενέργειες τότε, ήταν να ανάψει το καντήλι στον τάφο του Γεωργίου Παπανδρέου στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Οι εβδομάδες περνούσαν και μου ήταν αδύνατο να του γράψω (του Γεωργίου Παπανδρέου, πατέρα του Ανδρέα), θα προσθέσει στο βιβλίο της η Ρασιά και θα συνεχίσει: «Ρωτούσε τον Ανδρέα (ο πατέρας του), γιατί δεν του έγραφα και όταν αναφερόταν σε μένα με αποκαλούσε «εκείνη η χρυσή και τρυφερή ψυχούλα».

Aύριο η συνέχεια