
ΜΕΡΟΣ 3ο
Ο ερωτομανής Ιωάννης Μεταξάς
Μεταξύ Τσάτσου και Μεταξά υπάρχει μεγάλη διαφορά. Ο πρώτος ήταν βαθύτατα δημοκρατικός και κοινοβουλευτικός. Ο δεύτερος αντιδημοκρατικός και αντικοινοβουλευτικός. Ο Τσάτσος υπήρξε ο πρώτος αιρετός Πρόεδρος της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο Μεταξάς υπήρξε ο δεύτερος δικτάτορας της Ελλάδας (πρώτος ο Πάγκαλος), ο οποίος μάλιστα έστειλε εξορία τον Τσάτσο.
Ο Τσάτσος υπήρξε καθηγητής και φιλόσοφος. Ο Μεταξάς στρατιωτικός. Και οι δύο είχαν κάνει τις βασικές σπουδές τους στην Αθήνα και μετεκπαιδεύτηκαν στη Γερμανία.
Υπήρξαν ωστόσο τρία κοινά στοιχεία μεταξύ τους. Πρώτον, η εξωτερική εμφάνιση. Και οι δύο υστερούσαν σ’ αυτήν. Και οι δύο ήταν υπερβολικά κοντοί. Ο Τσάτσος περισσότερο. Διέφεραν όμως στο βάρος και τον όγκο. Ο Τσάτσος ήταν αδύνατος. Ο Μεταξάς μάλλον ευτραφής.
Η δυσμενής εξωτερική εμφάνιση επηρέαζε τον ψυχισμό και των δύο. Και οι δύο είχαν σύμπλεγμα με αυτήν. Ο Τσάτσος το αναφέρει ρητά στο βιβλίο «Λογοδοσία μιας ζωής». Ο Μεταξάς το ομολογεί και αυτός, αλλά με λιγότερη έμφαση. Αυτό υπήρξε το δεύτερο κοινό στοιχείο τους.
Το τρίτο ήταν ο ερωτισμός τους. Ο «αρρωστημένος» κατά κάποιο τρόπο ψυχισμός τους κατέστησε όμοια περίπου την ερωτική ζωή τους. Και οι δύο διακατέχονταν από έντονο, σχεδόν εκρηκτικό ερωτισμό.
Οι ερωτικές ορμές του Τσάτσου καλύπτονταν με φιλολογικά και καλλιτεχνικά «επιστρώματα». Του Μεταξά ήταν αχαλίνωτες και αναζητούσαν την ικανοποίησή τους σε συνευρέσεις με χαμηλής ποιότητας θηλυκά, ακόμη και με ιέρειες του αγοραίου έρωτα.
Αποκαλυπτικότατο για την ερωτική ζωή του δικτάτορα είναι αυτό το ίδιο το «Ημερολόγιό» του. Γραμμένο με το χέρι του. Στον πρώτο τόμο του «Ημερολογίου» (έκδοση «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», επιμέλεια Χρ. Χρηστίδη και πρόλογος της συζύγου του Μεταξά, Λέλας Μεταξά, 1951), περιγράφονται από τον ίδιο τον πρωταγωνιστή - συγγραφέα, οι ερωτικές αταξίες του όταν υπηρετούσε ως αξιωματικός στο Ναύπλιο και στην Αθήνα, κατά τα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του και κατόπιν στη Γερμανία, όπου εστάλη για τετραετή μετεκπαίδευση, προκριθείς για τις ικανότητές του και ασφαλώς για την προηγούμενη υπηρεσία του στο Επιτελείο, στο πλευρό του Διαδόχου τότε Κωνσταντίνου (μετέπειτα βασιλέα της Ελλάδας).
Ο Μεταξάς αυτοπαρουσιάζεται ως μανιώδης ερωτικός κυνηγός γυναικών, για εφήμερες απολαύσεις. Αναζητά τις συντρόφους του σε φιλικές συγκεντρώσεις, σε χορούς, δεξιώσεις, ακόμη και στο δρόμο. Φοράει προφανώς τη στολή του για να γίνει «ελκυστικός» και να αντιμετωπίσει τα σωματικά του μειονεκτήματα που του στερούν τη δυνατότητα να αγαπηθεί και να συνάψει αίσθημα βασιζόμενο σε ειλικρινή αγάπη.
« Η φύση, αναφέρει ο Μεταξάς, δεν με επροίκισε με τα σωματικά εκείνα προσόντα, που καθιστούν τον άνδρα ελκυστικόν εις τας γυναίκας».
Και σε άλλο σημείο προσθέτει: «Αι ερωτικαί αποτυχίαι μου εγέννησαν την ιδέαν ότι έχω ελάττωμά τι, καθιστών με ουχί ευάρεστον» (σελ. 495 α’ τόμος «Ημερολογίου»).
Συνεχίζοντας την ομολογία των συμπλεγμάτων του αναφέρει στη σελ. 488: «Μία από τας μεγαλυτέρας στερήσεις της πλήρους στερήσεων νεότητός μου υπήρξεν και ο έρως. Πτωχός, δειλός και συνεσταλμένος, ένεκα της πενίας και των παθημάτων, άνευ γοητευτικού εξωτερικού, έζησα μακράν των γυναικών». Και αλλού τονίζει (σελ. 401) «δεν εγνώρισα τον πραγματικόν έρωτα».
Συνεχώς ο Μεταξάς ξεχωρίζει τον «πραγματικό έρωτα» από τον «αισθησιακό» και σε κάποιο σημείο τονίζει:
«Ημπορώ να είπω ότι εγεύθην όλων των ηδονών, από ολίγον εξ εκάστης». Και προσθέτει τη λέξη «Αρκεί». Έχει περάσει τα τριάντα και θέλει να σταματήσει τον άσωτο βίο, ο οποίος φαίνεται ότι διήρκεσε περί τα δώδεκα χρόνια, από την ηλικία των 18 ετών, όταν εισήλθε στη Σχολή Ευελπίδων και εντάθηκε μετά την αποφοίτησή του.
Για την εποχή αυτή ο Μεταξάς γράφει (σελ. 363):
«Ήμην ως τρελλός… Μόνον η θέλησις να τελειώσω την εργασίαν μου έμενε... Πολλάκις με κατελάμβανε η επιθυμία… να σχίσω όλας τας σημειώσεις μου και να ριφθώ όλος εις την ηδονήν… ήθελα ν’ απολαύσω πρώτον όλας τας ηδονάς».
Εκεί που ο Μεταξάς οργίασε φαίνεται ότι ήταν το Ναύπλιο. Όταν μετατέθηκε στην Αθήνα κάποιος συνάδελφός του, του γνώρισε μια κυρία, την κυρά Ελένην για να του προμηθεύει κορίτσια. Ένα από αυτά ονομαζόταν Χριστίνα: «Ήταν ολίγον συχαμένη, αν και νόστιμη εις το πρόσωπον. Ήρχετο συχνά και μου ετσιμπούσε μερικούς παράδες και μολονότι ταχέως την εσυχάθην, εν τούτοις κατ’ ανάγκην την προσεκάλουν συχνά εις το σπίτι μου». (σελ. 370, α’ τόμος «Ημερολόγιον»).
Στις σελίδες 377 και 378 του ίδιου τόμου, ο Μεταξάς αναφέρεται στον ερωτικό δεσμό που είχε με μια εργάτρια η οποία διέμενε απέναντί του. Την περιγράφει ως «θαυμασία, ηλικίας 23-24 ετών… που δεν επερίμενε τίποτε από εμέ, ούτε γάμον, ούτε χρήματα… Μου αρέσεις, σε επιθυμώ, μου επανελάμβανε συνεχώς. Με εδέχετο εις το δωμάτιόν της. Κατ’ αρχάς επήγαινα καθεκάστην, έπειτα δε ανά τρεις ή τέσσαρας ημέρας, διότι εκινδύνευσα να εξαντληθώ… Η χαρίεσσα αυτή γυνή μου παρείχε στιγμάς αληθούς απολαύσεως…»!
Σε ένα άλλο σημείο του «Ημερολογίου» του ο Μεταξάς αναφέρει ονόματα γυναικών με τις οποίες είχε σχέσεις και τις διέκοψε διότι τις βαρέθηκε («Μέλπω, Θεοδώρα, Ειρήνη, Ελένη, Χριστίνα»).
Στη Γερμανία, ο Μεταξάς, ηλικίας 27-31 ετών επιδιώκει να γνωρίσει νέα για να σχετιστεί μαζί της, σε άλλο επίπεδο από αυτό των μοιραίων γυναικών της Αθήνας και του Ναυπλίου.
Ιδού, λοιπόν, τι γράφει σχετικά (σελ. 487 «Ημερολόγιον»):
«Χθες συνηντήθην έξωθεν του Σαβόϋ- hotel με δύο νεανίδας, εις τας οποίας προσεκολλήθην (σσ. η υπογράμμιση του αρθρογράφου) και τας συνόδευσα έως το σπίτι των. Σήμερον, ως είχαμεν συμφωνήσει, τας επανεύρον και επήραμεν κάτι εις εν ζαχαροπλαστείον. Με την νοστιμωτέραν άρχισα να τα φτιάνω. Είναι καλής τάξεως, δηλαδή της μεσαίας, αλλά εδώ είναι όλα ελεύθερα…». Και πάρα κάτω: «Εν των ονείρων μου ήτο ότι εδώ, εις Γερμανίαν, θα ηδυνάμην να συνάψω σχέσιν τινα εύκολον, όχι όμως με κοινήν γυναίκα και να αναπαύσω ούτω όχι τόσον τας αισθήσεις μου, όσον την ανάγκην αγάπης, έρωτος. Με μίαν νεανίδα καλήν, αγαθήν, άνευ απαιτήσεων και όχι ξεσχισμένην» (σ.σ. η αθυροστομία του Μεταξά εκπλήσσει).
Απογοητευθείς από την αποτυχία του να βρει στη Γερμανία τέτοια κοπέλα, ο Μεταξάς επιστρέφει στην έντονη αισθησιακή ζωή και αναφέρει (σελ. 628 και επόμενες):
«Εδίψων δι’ ηδονάς και διασκεδάσεις. Η περυσινή μου ζωή και το ύψος της αισθηματικότητος εις το οποίον ανήλθα επέφεραν αντίδρασιν… κατέπεσα εις το επίπεδον των βαναύσων επιθυμιών. Επεθύμουν να απολαύσω γυναίκας. Όχι μίαν, δύο, αλλά πολλάς, απείρους -αν ήτο δυνατόν να τας αλλάζω κάθε ημέραν. Και όπως ήτο φυσικόν μου, ερρίφθην με τα μούτρα, με πάθος εις το κυνήγιον αυτό… Τίποτε δεν έσβυνε την δίψαν μου. Η ικανοποίησις των αισθήσεών μου άφηνεν αχόρταγον κάτι άλλο, και τούτο μοι επέτεινεν την λύσσαν των αισθήσεων, έως ου έμενα εξαντλημένος, κενός, σωματικώς και ψυχικώς».
Στη συνέχεια, ο Μεταξάς αναφέρεται σε πλήθος γνωριμιών και ερώτων του με ονόματα. Πρόκειται για απίστευτης έκτασης απαρίθμηση ερωτικών συνευρέσεων, που κάνει τον αναγνώστη του «Ημερολογίου» να απορεί για ποιο λόγο ο συντάκτης του προβαίνει σε τόσο λεπτομερή καταγραφή.
Η ερμηνεία μπορεί να είναι, ότι με αυτό τον τρόπο ο Μεταξάς επιδίωκε προφανώς να αποδείξει ότι όχι μόνον δεν υστερεί των κοινών ανθρώπων, αλλά και υπερέχει αυτών σε ερωτική ικανότητα, ανδρισμό, επιτυχίες στον γυναικείο κόσμο κ.λπ.
Πάντως όταν ο Μεταξάς έγραφε το «Ημερολόγιό» του δεν είχε πρόθεση να το δημοσιεύσει. Δεν γνώριζε άλλωστε ότι ο ίδιος θα είχε τέτοια ανέλιξη.
Η χήρα του και ο επιμελητής της έκδοσης του «Ημερολογίου» δεν λογόκριναν τον Μεταξά στα κεφάλαια της ιδιωτικής ζωής του, προφανώς διακατεχόμενοι από αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ιστορία και χρέους προς τον ίδιο, ο οποίος όταν ανήλθε στο ύπατο αξίωμα, του Πρωθυπουργού, τον Απρίλιο του 1936 και όταν τον Αύγουστο του ιδίου έτους περιεβλήθη με δικτατορικές εξουσίες, δεν κατέστρεψε το μέρος του «Ημερολογίου» του με τις εντελώς προσωπικές στιγμές και τις ιδιαιτερότητές του, αλλά το άφησε άθικτο.

Ο καρδιοκατακτητής Ίων Δραγούμης
Αν ο Κ. Τσάτσος και ο Ιω. Μεταξάς διακατέχονταν από σύμπλεγμα κατωτερότητας, λόγω της εξωτερικής τους εμφάνισης (κοντοί και άσχημοι, όπως παραδέχονταν οι ίδιοι), γεγονός που επηρέαζε την ερωτική συμπεριφορά τους και τους δημιουργούσε αναστολές απέναντι στο ωραίο φύλο, ένας άλλος πολιτικός, ο Ίων Δραγούμης, φίλος και συνεργάτης του Ιω. Μεταξά, είχε σύμπλεγμα ανωτερότητας και υπεροχής, λόγω του παραστήματός του και των άλλων αρετών του, όπως η μόρφωση και ο δυναμισμός του.
Η υπεροχή του Ίωνα ήταν προφανής και στην ερωτική ζωή του. Πολλές γυναίκες της αριστοκρατίας, αλλά και της διανόησης και της τέχνης, με σημαντικότερες από αυτές την Πηνελόπη Δέλτα (κόρη του πάμπλουτου επιχειρηματία της Αιγύπτου Εμμανουήλ Μπενάκη -η Πηνελόπη Δέλτα είναι προγιαγιά του Αντώνη Σαμαρά, από τη μητέρα του) και την σπουδαία ηθοποιό Μαρίκα Κοτοπούλη.
Ο Ίων Δραγούμης συγκινούσε κυρίως τις γυναίκες των Γραμμάτων και των Τεχνών όχι μόνο για την αρρενωπότητα, τους ευγενείς τρόπους και την προσωπική πνευματική ακτινοβολία του λόγω των ριζοσπαστικών κοινωνικών αντιλήψεών του, αλλά και της εθνικής δράσης του στη Μακεδονία, των αξιοσημείωτων επιτυχιών του στο διπλωματικό τομέα, των λαμπρών αγορεύσεών του στο Κοινοβούλιο, της αρθρογραφικής του δεινότητας και της μεγάλης προσφοράς της οικογένειάς του στην ιστορία αυτού του τόπου.
Η Πηνελόπη Δέλτα (ο άνδρας της Στέφανος Δέλτα, πλούσιος κι αυτός ομογενής της Αιγύπτου, ήταν κατά 11 χρόνια μεγαλύτερός της) γνώρισε τον Ίωνα Δραγούμη στην Αλεξάνδρεια, το 1905, όταν εκείνος ήταν 27 ετών κι εκείνη 31. Ο Ίων είχε μετατεθεί στην Αλεξάνδρεια για να υπηρετήσει ως πρόξενος στο εκεί προξενείο.
Το ερωτικό πάθος που αναπτύχθηκε αμέσως μεταξύ τους «περιτυλίχτηκε» από τα αμοιβαία ενδιαφέροντά τους για τη λογοτεχνία και την αγάπη τους για την Ελλάδα -θέματα πάνω στα οποία άφησαν και οι δύο μνημειώδη κείμενα.
Ο Ίων μύησε την Πηνελόπη στο δημοτικισμό και της γνώρισε τον Τριανταφυλλίδη, τον Δελμούζο και τον Γληνό, ενώ τη μπόλιασε και με πατριωτικές ιδέες που έγιναν βίωμά της και προσπάθησε, μετά τον βίαιο θάνατο του αγαπημένου της, να τις μεταδώσει -και το πέτυχε άριστα- στις επόμενες γενιές.
Ο έρωτάς τους, πάντως, υπήρξε θυελλώδης και το ζευγάρι είχε κρυφές συναντήσεις στην Ελλάδα, στη Χαϊδελβέργη, τη Βιέννη και το Βεσλάου, με εκείνη να την βασανίζει το γεγονός όχι μόνο του γάμου της, αλλά και του ότι ήταν μητέρα τεσσάρων παιδιών, πράγμα που της δημιουργούσε ψυχολογικά αδιέξοδα, με συνέπεια να επιχειρήσει δύο φορές να αυτοκτονήσει, αλλά ανεπιτυχώς.
Υποχρεώθηκε κατόπιν αυτού να αποκαλύψει τις σχέσεις της με τον Ίωνα, στο σύζυγό της και τους γονείς της που την αντιμετώπισαν με σκαιότητα.
Ο πατέρας της, ιδιαίτερα σκληρός και άκαμπτος σε ζητήματα ηθικής, της συνέστησε να αυτοκτονήσει! Αλλά εκείνη πήρε την απόφαση να χωρίσει με τον Ίωνα, δεδομένου ότι ο σύζυγός της αρνήθηκε να της δώσει διαζύγιο,.
Φόρεσε για τον λόγο αυτό μαύρα ρούχα, εννοώντας ότι σκότωσε την ψυχή της, τα οποία ουδέποτε σε όλη τη ζωή της σχεδόν, αποχωρίστηκε.
Σε επιστολή προς τον σύζυγό της, τότε, ανέφερε (Πηνελόπη Δέλτα: Αναμνήσεις – επιμέλεια Αλ. Π. Ζάννας, εκδόσεις «Ερμής», σελ. 619):
«Με συμβούλευσε ο πατέρας μου να σκοτωθώ. Η μητέρα μου με καταράστηκε. Γράψε πως πέθανα. Να το πάρουν απόφαση. Γιατί αλήθεια πέθανα. Φορώ το πένθος μου, δεν το βλέπεις;».
Η Πηνελόπη έμεινε πιστή στην ανάμνηση του δεσμού της με τον Ίωνα σε όλη τη ζωή της. Ενώ εκείνος έσπευσε αμέσως να την αντικαταστήσει με μια αστραποβολούσα ιέρεια του θεάτρου που αργότερα θα γινόταν η «βασίλισσα» θεά του. Τη Μαρίκα Κοτοπούλη, ηλικίας το 1908, 20 ετών. Ο Ίων γνώρισε την Κοτοπούλη στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκείνος υπηρετούσε στην Ελληνική Πρεσβεία ως πρώτος Γραμματέας της και εκείνη έδιδε παραστάσεις με το θίασο στον οποίο ανήκε.
Είχαν ακριβώς δέκα χρόνια διαφορά και έζησαν μια θυελλώδη ερωτική σχέση επί 12 χρόνια, μέχρι την ημέρα που παραστρατιωτικοί μπράβοι, οι γνωστοί ως «Γυπαραίοι», σήκωσαν τα όπλα τους σε κάποιο σημείο της Αθήνας (απέναντι από το σημερινό «Χίλτον»), την 31η Ιουλίου 1920 και σκότωσαν τον Ίωνα.
Δεδομένου ότι ο πατέρας της Πηνελόπης, Εμμ. Μπενάκης είχε εγκατασταθεί από πολλών ετών στην Αθήνα, είχε χρηματίσει Δήμαρχός της και υπουργός του Ελευθερίου Βενιζέλου και ο επιφανής αυτός άνδρας είχε δει και συνομιλήσει με τον Παύλο Γύπαρη (επικεφαλής της παραστρατιωτικής αυτής δύναμης), στο σημείο που ο Κρητικός αρχικαπετάνιος κρατούσε τον Δραγούμη, τον οποίο είχαν συλλάβει οι άνδρες του, το μεσημέρι της 31ης Ιουλίου 1920, οι υποψίες έπεσαν πάνω στον πλούσιο ομογενή. Ότι δηλαδή εκείνος έδωσε εντολή στους άνδρες του αποσπάσματος να τον πάρουν και να τον μεταφέρουν σ’ ένα σημείο για να τον εκτελέσουν (η σύλληψη και κράτηση για δύο ώρες περίπου του Δραγούμη έγινε στον σημερινό κόμβο της Αλεξάνδρας στου Θων, όπου είχε τότε το στρατηγείο του ο Γύπαρης).
Οι υποψίες έγιναν ψίθυρος που δυνάμωσε και έγινε βοή η οποία παρέμεινε στην ιστορία, ότι δηλαδή με την εκτέλεση του Ίωνα, ο Μπενάκης «ξέπλυνε» την ντροπή της οικογένειάς του. Μπορούσε όμως να ευσταθήσει μια τόσο βαριά κατηγορία 12 χρόνια μετά τον χωρισμό της Πηνελόπης από τον Ίωνα;
Η δολοφονία του Ιωνα Δραγούμη υπήρξε αποτέλεσμα του μίσους που υπήρχε τα χρόνια εκείνα μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών και ένα είδος εκδίκησης για την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου, την προηγούμενη βραδιά, της 30ης Ιουλίου 1920, στο Παρίσι.
Στις 8 μ.μ. της ημέρας εκείνης, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, υπερήφανος για το επίτευγμά του να υποχρεώσει την Τουρκία να υπογράψει πριν δύο ημέρες τη Συνθήκη των Σεβρών, που μεγάλωνε την Ελλάδα άλλη μία φορά, τη δεύτερη μετά το 1913, έφθανε στο σιδηροδρομικό σταθμό, για να πάρει το τρένο και να κατευθυνθεί προς τη Μασσαλία, όπου θα επιβιβαζόταν στον «Αβέρωφ» για να έλθει στην Ελλάδα. Τότε του έγινε η επίθεση.
Ο Βενιζέλος τραυματίστηκε εκείνο το βράδυ στο χέρι, αλλά τα νέα που έφθασαν το πρωί στην Αθήνα ήταν συγκεχυμένα και η φήμη ότι μπορεί ο εθνάρχης να είχε πεθάνει είχε κατακλύσει την πρωτεύουσα.
Μέσα σ’ αυτή την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα σημειώθηκαν στην Αθήνα, την 31 Ιουλίου 1920, σκηνές βίας και ρεβανσισμού, από οργή όχι μόνο κατά του υποτιθέμενου θανάτου του Βενιζέλου, αλλά και λόγω των βιαιοπραγιών που είχαν γίνει στο παρελθόν κατά των βενιζελικών από τους επίστρατους του Ιωάννη Μεταξά, το 1916-1917.
Όλο το πρωί της 31ης Ιουλίου 1920, ο Ίων Δραγούμης βρισκόταν στην Αθήνα, όπως και η ερωμένη του Μαρίκα Κοτοπούλη, η οποία έκανε πρόβα για μια θεατρική παράσταση. Όταν τελείωσε η πρόβα, η Μαρίκα, τρομοκρατημένη από τη θύελλα που είχε ξεσπάσει στους δρόμους της Αθήνας κατά των αντιβενιζελικών (στο στρατόπεδο των οποίων ανήκε και είχε μια από τις 3 έως 4 ηγετικές θέσεις ο Ίων) πήρε τον αγαπημένο της και επέβαλε στον σοφέρ του αυτοκινήτου τους να τους μεταφέρει σε φιλικό τους σπίτι στην Κηφισιά, για λόγους ασφαλείας, γιατί το δικό τους σπίτι στην Αθήνα, πιθανόν να γινόταν στόχος επίθεσης.
Στην Κηφισιά όμως, όπου έφθασαν το μεσημέρι, ο Ίωνας δεν μπορούσε να ησυχάσει και πήρε τον σωφέρ και το αυτοκίνητό του για να επιστρέψει στην Αθήνα, προκειμένου να γράψει ένα άρθρο στο περιοδικό του που θα κυκλοφορούσε την επομένη, με το οποίο θα καταδίκαζε την απόπειρα κατά του Βενιζέλου στο Παρίσι και θα καλούσε σε ύφεση των παθών και συμφιλίωση.
Η Μαρίκα, έπεσε στα πόδια του ικετεύοντάς τον να μην πάει «στη φωλιά του λύκου» γιατί θα έβαζε τον εαυτό του σε κίνδυνο.
Εκείνος όμως δεν την άκουσε κι όταν το αυτοκίνητό του έφθασε στου Θων, εξαγριωμένοι βενιζελικοί, στους οποίους δεν είχε μεταδοθεί η είδηση ότι ο Βενιζέλος είχε απλώς τραυματιστεί, το σταμάτησαν, αποβίβασαν τον Ίωνα και άρχισαν να τον προπηλακίζουν, με κίνδυνο να τον σκοτώσουν.
Επενέβη τότε ο Γύπαρης και διέταξε να οδηγηθεί ο Ίων στα «Παραπήγματα», όπου στεγαζόταν το «στρατηγείο» του, με προφανή σκοπό, να διασώσει τον προπηλακιζόμενο από το μαινόμενο πλήθος των ακραίων βενιζελικών.
Η ενέργειά του αυτή απετέλεσε αργότερα μεγάλο επιχείρημά του για να πείσει το δικαστήριο που έγινε ότι δεν έδωσε ο ίδιος τη διαταγή εκτέλεσης του Ίωνα, αλλά κάποιος πλούσιος Έλληνας από το εξωτερικό που διέμενε στην Κηφισιά, φωτογραφίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον Μπενάκη.
Την ώρα πάντως της κράτησης του Ίωνα, στα «παραπήγματα» του Θων, τόσο ο Γύπαρης, όσο και ο Μπενάκης γνώριζαν ότι ο Βενιζέλος είχε διαφύγει τον κίνδυνο.
Έτσι, αν και παρήλθαν 96 χρόνια από τότε, παραμένει άλυτο το μυστήριο ποιος έδωσε τη διαταγή για την εκτέλεση του Ίωνα, που πραγματοποιήθηκε γύρω στις 4.30 το απόγευμα, την 31 Ιουλίου 1920, στη δεξιά πλευρά της Βασιλίσσης Σοφίας, με κατεύθυνση το Σύνταγμα, απέναντι από το σημείο όπου βρίσκεται σήμερα το Χίλτον.
Aύριο η συνέχεια

